Επανέρχεται το όλο θέμα μετά τη συνεχή επίδειξη φιλίας του Ντόναλντ Τραμπ σε Μόσχα
Σύμφωνα με το Στέιτ Ντιπάρτμεντ, τα μέτρα που έλαβε η προηγούμενη κυβέρνηση δεν απέδωσαν τους αναμενόμενους καρπούς, αφού δεν επέφεραν σημαντικές επιπτώσεις στη ρωσική οικονομία συνολικά


Η «επίθεση» φιλίας της αμερικανικής κυβέρνησης προς την Μόσχα φαίνεται πως οδεύει σε… έρωτα, αφού ο Αμερικανός Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ συνεχίζει να μοιράζει υποσχέσεις στη Ρωσία, ενώ πλέον δεν αποκλείεται το ενδεχόμενο άρσης των αμερικανικών κυρώσεων κατά της χώρας.

Αν και ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί στο θέμα που έχει προκύψει με τις συνομιλίες του Συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας Μάικ Φλιν με το Ρώσο πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον, εντούτοις, κάτι τέτοιο μέχρι στιγμής δεν έχει γίνει (δεν είχε γίνει μέχρι το απόγευμα χθες αφού αναμένετο η τοποθέτηση του πλανητάρχη μετά τη συνάντησή του με τον Μεξικανό Πρωθυπουργό).

Πάντως, από πλευράς του ο Μάικ Φλιν επιδιώκει να ξεπεράσει τις αντιθέσεις που προκαλούν οι επαφές του με Ρώσους αξιωματούχους, πριν από την ανάληψη των προεδρικών καθηκόντων τού Τραμπ, ενώ καλλιεργείται γενικότερο κλίμα πολιτικού προβληματισμού για τις τηλεφωνικές συνομιλίες του.

Κανείς δεν μιλά ανοικτά
Αξίζει, ωστόσο, να αναφερθεί πως υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου βρέθηκαν αντιμέτωποι με ερωτήσεις το Σαββατοκύριακο σχετικά με τις επαφές που είχε ο Φλιν με τους Ρώσους, αλλά κι αναφορικά με το αν συζητήθηκε η άρση των κυρώσεων που εφαρμόζει η Ουάσιγκτον έναντι της Μόσχας, αφού ο Ντόναλντ Τραμπ θα αναλάμβανε επίσημα τα καθήκοντά του και μετά. Το ενδεχόμενο διεξαγωγής μιας τέτοιας συζήτησης αποτελεί παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας, η οποία απαγορεύει την ανάμειξη μη κυβερνητικών αξιωματούχων σε θέματα που άπτονται της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

Σημειώνεται πως ο Φλιν είναι απόστρατος στρατηγός των ΗΠΑ και πρώην διευθυντής της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών των ΗΠΑ (DIA). Ο ίδιος υποστήριξε από την αρχή της προεκλογικής εκστρατείας τον Τραμπ, ενώ τάσσεται υπέρ της βελτίωσης των διμερών σχέσεων μεταξύ των ΗΠΑ και της Ρωσίας. Ο Φλιν στην αρχή αρνήθηκε ότι συζήτησε θέματα που σχετίζονται με την άρση των αμερικανικών κυρώσεων έναντι της Ρωσίας, εβδομάδες πριν από την ανάληψη των επίσημων προεδρικών καθηκόντων από τον Τραμπ, στις 20 Ιανουαρίου. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος Μάικ Πενς έχει υπερασπιστεί τον Φλιν με δημόσιες δηλώσεις του στην τηλεόραση, τονίζοντας ότι δε συζητήθηκε το ζήτημα.

Η ανακίνηση του θέματος
Την προηγούμενη εβδομάδα, το θέμα ήρθε και πάλι στην επικαιρότητα μετά από δημοσίευμα της εφημερίδας «The Washington Post», στο οποίο η εφημερίδα επικαλέστηκε Αμερικανούς αξιωματούχους, που δήλωναν ότι το ζήτημα των αμερικανικών κυρώσεων έναντι της Ρωσίας είχε τεθεί στις συζητήσεις του Φλιν. Ο Φλιν, από την πλευρά του, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να έχει συζητηθεί το θέμα, χωρίς ωστόσο να είναι σίγουρος 100%, σύμφωνα με την άποψη αξιωματούχου της κυβέρνησης Τραμπ.

Ένας αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ, που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, δήλωσε ότι ο Πενς υποστήριξε τον Φλιν, βασισμένος σε μία συνομιλία που είχε με τον ίδιο, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ο Αμερικανός αντιπρόεδρος να έχει παραπληροφορηθεί. Ωστόσο, ο Φλιν έχει ζητήσει συγγνώμη από τον Πενς κι άλλους αξιωματούχους, σύμφωνα με τις δηλώσεις αξιωματούχου της αμερικανικής κυβέρνησης.

Δεν κινδυνεύει η σχέση του
Σύμφωνα με άλλο αξιωματούχο της κυβέρνησης Τραμπ, το ζήτημα που έχει προκύψει ανάγκασε τον Προσωπάρχη του Λευκού Οίκου Ράινς Πρίμπους να εξετάσει την κατάσταση το Σαββατοκύριακο, μαζί με άλλους υψηλόβαθμους, ενώ ο Τραμπ φιλοξενούσε τον Ιάπωνα Πρωθυπουργό, Σίνζο Άμπε, στις ιδιόκτητες εγκαταστάσεις γκολφ που διαθέτει στη Φλόριντα. Ο Λευκός Οίκος αρνήθηκε να ανταποκριθεί σε αίτημα σχολιασμού για τις κινήσεις του Πρίμπους.

Από την άλλη μεριά, δεν υπάρχει κάποια ένδειξη από τα αποσπάσματα των συνομιλιών του Φλιν ότι υποσχέθηκε την άρση των αμερικανικών κυρώσεων, ενώ ο ίδιος είχε περιοριστεί σε σχόλια γενικού χαρακτήρα, αναφορικά με την προσωπική του ελπίδα για τη βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων. Σύμφωνα με το πολιτικό κλίμα που διαμορφώνεται στον Λευκό Οίκο, δεν φαίνεται να υπάρχει άμεσος κίνδυνος αποχώρησης του Φλιν από τη θέση του, όπως δήλωσε χαρακτηριστικά Αμερικανός αξιωματούχος.

Δεν πέτυχαν τον στόχο τους
Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, πάντως, αξίζει να σημειωθεί πως οι αμερικανικές κυρώσεις κατά της Ρωσίας δεν είχαν όπως φαίνεται σημαντικές επιπτώσεις στη ρωσική οικονομία συνολικά, εν σχέσει με κάποιες αισθητές επιπτώσεις που προκάλεσαν σε πρόσωπα και αφορούσαν εταιρείες που είχαν συμπεριληφθεί στις λίστες που είχε καταρτίσει η προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση.

Αυτό απορρέει από την έκθεση, που είχαν παρουσιάσει οι Αμερικανοί οικονομολόγοι Daniel P. Ahn and Rodney D. Ludema στο αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών, που είχε ως σκοπό να τεκμηριώσει τα επιχειρήματα της κυβέρνησης Ομπάμα, η οποία ισχυριζόταν ότι οι κυρώσεις στρέφονται εναντίον αξιωματούχων και εταιρειών και προσώπων που είχαν σχέση με τις εταιρείες αυτές.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των Αμερικανών οικονομολόγων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, οι συνέπειες για μια μεσαία επιχείρηση που υφίστατο τις κυρώσεις, σήμαινε ότι θα μπορούσε να χάσει περισσότερο από το 50% της κεφαλαιακής της αξίας και περίπου το ένα τρίτο των κερδών της. Ωστόσο οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν, με βάση τις εκτιμήσεις τους δεν επηρέασαν γενικά στο σύνολό της τη ρωσική οικονομία, παρά μόνο το 1% του ΑΕΠ της Ρωσίας, όπως αναφέρεται στην έκθεση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, στην οποία παράλληλα επισημαίνεται ότι οι επιπτώσεις που είχαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εξαιτίας των συναλλαγών της με τη Ρωσία, σήμαναν μείωση του ΑΕΠ της κατά 0,13%.

Τα ρωσικά σχόλια
Το ρωσικό πρακτορείο Ria Novosti, παρουσιάζοντας την έκθεση αυτή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, δεν αποφεύγει να σχολιάσει την προηγούμενη κυβέρνηση Ομπάμα και τους αξιωματούχους της, υποστηρίζοντας ότι επανειλημμένα άλλαζαν στάση, ανάλογα με τις συγκυρίες, όσον αφορά τις επιπτώσεις που είχαν οι κυρώσεις.

«Όταν το ρούβλι -γράφει ο ανταποκριτής του πρακτορείου στην Ουάσιγκτον- άρχισε να υποχωρεί το φθινόπωρο του 2015, ο εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου Τζος Έρνεστ το απέδωσε στην επίδραση των κυρώσεων την οποία κατέγραψε ως συνεισφορά της αμερικανικής κυβέρνησης.

Όταν η πτώση του ρουβλίου επιταχύνθηκε, ο Έρνεστ έσπευσε να δηλώσει ότι οι κυρώσεις ασκούν μόνο μια μικρή επίδραση, αποδίδοντας τις αρνητικές συνέπειες για τη ρωσική οικονομία στην τιμή του πετρελαίου. Όταν το ρούβλι σταθεροποιήθηκε, ο Έρνεστ δήλωνε ότι είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε τις επιπτώσεις των κυρώσεων», προσθέτει.

Άγγιξαν λίγες εταιρείες
Λαμβάνοντας κανείς υπ’ όψιν τα συμπεράσματα, σημειώνει περαιτέρω, θα μπορούσε να ισχυρισθεί κάλλιστα ότι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας έθιξαν μεν ορισμένες ρωσικές εταιρείες, αλλά όχι τη ρωσική οικονομία στο σύνολό της, ώστε να προκληθούν κάποιοι καθοριστικοί κλυδωνισμοί στη ρωσική ηγεσία. Θα μπορούσε επίσης να συμπεράνει ότι τα συμπεράσματα αυτά συμπίπτουν με την εκτίμηση του Ντόναλντ Τραμπ ότι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας «υπήρξαν αναποτελεσματικές».

«Ανεξάρτητα όμως από τις όποιες εκτιμήσεις, για τους παράγοντες που επηρέασαν τη ρωσική οικονομία και τις επιπτώσεις που είχαν σ' αυτήν, το θέμα της άρσης των κυρώσεων εξακολουθεί να παραμένει στην ημερήσια διάταξη του πολιτικού διαλόγου μεταξύ Μόσχας και Ουάσιγκτον, ο οποίος σύμφωνα με τα όσα δήλωσε προχθές στη συνέντευξή του στο ρωσικό τηλεοπτικό δίκτυο NTV ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, «έχει αρχίσει, θα συνεχισθεί και θα γίνει πιο εντατικός μόλις ολοκληρωθεί ο σχηματισμός της αμερικανικής κυβέρνησης.

Σήμερα, ωστόσο, ο εκπρόσωπος Τύπου του Ρώσου Προέδρου Ντμίτρι Πεσκόφ δήλωσε ότι «προς το παρόν δεν υπήρξαν οι οποιεσδήποτε συνομιλίες μεταξύ Ρωσίας και Ηνωμένων Πολιτειών για την άρση των κυρώσεων», καταλήγει.

Καμία απόφαση για Σνόουντεν
Σε μία άλλη εξέλιξη, Ρωσία και ΗΠΑ στις διμερείς τους επαφές δεν έχουν συζητήσει μέχρι στιγμής το θέμα της έκδοσης του Έντουαρντ Σνόουντεν, δήλωσε ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου Ντμίτρι Πεσκόφ. «(Η έκδοση του Σνόουντεν) δεν φαίνεται να αποτελεί θέμα συζήτησης στις διμερείς μας επαφές αυτήν τη στιγμή», σχολίασε ο Πεσκόφ.

Στις 11 Φεβρουαρίου το τηλεοπτικό δίκτυο NBC μετέδωσε ότι οι αμερικανικές υπηρεσίες Πληροφοριών έλαβαν πληροφορίες ότι η Ρωσία φέρεται να εξετάζει το ενδεχόμενο «να παραδώσει τον Έντουαρντ Σνόουντεν ως δώρο» στον Αμερικανό νέο Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, απηχώντας τις δηλώσεις τού Μάικλ Μόρελ, του πρώην εκτελούντος χρέη διευθυντή της CIA, ο οποίος είπε τον προηγούμενο μήνα ότι ο Σνόουντεν θα ήταν ένα «τέλειο δώρο» για τον Τραμπ.

Ο Πεσκόφ είχε τονίσει σε συνέντευξή του στο BBC στα τέλη Ιανουαρίου ότι την απόφαση αυτή μπορεί να τη λάβει μόνο η υπηρεσία μετανάστευσης ή ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντίμιρ Πούτιν, ενώ πρόσθεσε ότι ο Σνόουντεν δεν είναι «παιχνίδι» για να μπορεί να δοθεί ως «δώρο».

Επίκειται τετ-α-τετ ΥΠΕΞ
Υπό το φως των πιο πάνω εξελίξεων, έγινε χθες γνωστό πως ο Ρώσος Υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ και ο Αμερικανός ομόλογός του Ρεξ Τίλερσον ενδέχεται να συναντηθούν αργότερα τον Φεβρουάριο στο Μόναχο για να συζητήσουν, μεταξύ άλλων, την κρίση στη Συρία. Σύμφωνα με τον Ρώσο Υφυπουργό Εξωτερικών, Μιχαήλ Μπογκντάνοφ, Λαβρόφ και Τίλερσον «πιστεύω ότι θα έχουν μια συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο. Και υπάρχουν διμερή ζητήματα στην ατζέντα μας και διεθνή ζητήματα που θα συζητηθούν.

Το ζήτημα της Συρίας σίγουρα θα είναι μεταξύ των θεμάτων», επεσήμανε ο Μπογκντάνοφ. Την προηγούμενη εβδομάδα ο Λαβρόφ είχε σχολιάσει ότι «θα ήταν καλή ευκαιρία» να συναντηθεί με τον Τίλερσον είτε στη διάρκεια της Υπουργικής Διάσκεψης της Ομάδας των 20 (G20) στη Βόνη την Πέμπτη και την Παρασκευή, είτε της Διάσκεψης για την Ασφάλεια στο Μόναχο την Παρασκευή και το Σάββατο.

Διατηρεί τη σκληρή στάση κατά των μεταναστών ο Τραμπ
ΜΕΤΑ την απόφαση της αμερικανικής δικαιοσύνης να μπλοκάρει το αντιμεταναστευτικό του διάταγμα και τις διεθνείς διαμαρτυρίες, ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σκοπεύει να συνεχίσει την πολιτική των απελάσεων των παράτυπων μεταναστών και της άρνησης της εισόδου στη χώρα προσφύγων και προσώπων που προέρχονται από χώρες που θεωρούνται εστίες τρομοκρατών στο όνομα της ασφάλειας των Αμερικανών.

«Η καταστολή των εγκληματιών λαθρομεταναστών δεν είναι παρά η εφαρμογή της προεκλογικής υπόσχεσής μου», έγραψε στο Twitter ο Τραμπ. «Μέλη συμμοριών, έμποροι ναρκωτικών και άλλοι απελαύνονται!», πρόσθεσε. Την περασμένη εβδομάδα πολλές εκατοντάδες άνθρωποι που δεν έχουν νόμιμα έγγραφα συνελήφθησαν και απελάθηκαν σε επιχειρήσεις της υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνείων (ICE), ιδίως στο Λος Άντζελες (160 συλλήψεις), τη Νέα Υόρκη (40 συλλήψεις), το Σικάγο και το Όστιν του Τέξας.

Υπενθυμίζεται πως ο Τραμπ υπέγραψε στα τέλη Ιανουαρίου ένα διάταγμα ζητώντας από την ICE να ελέγχει κατά προτεραιότητα τους παράτυπους μετανάστες που έχουν διαπράξει κάποιο αδίκημα και όσους υποπτεύεται ότι ενδέχεται να διαπράξουν κάποιο αδίκημα, μια πολύ πιο ευρεία κατηγορία από αυτή που ίσχυε επί προεδρίας Μπαράκ Ομπάμα. Οι Αρχές τόνισαν το Σάββατο ότι οι επιχειρήσεις αυτές ήταν ρουτίνας, όμως ο Λευκός Οίκος προχθές Κυριακή ανακοίνωσε ότι αποτελούν μέρος της εντατικοποίησης των επιχειρήσεων καταπολέμησης των παράτυπων μεταναστών.

«Έπειτα από αίτημα του Προέδρου ξεκίνησαν πιο ευρείες και αυστηρές επιχειρήσεις ελέγχου της μετανάστευσης», δήλωσε ο Στίβεν Μίλερ, σύμβουλος του Αμερικανού Προέδρου, μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο Fox News. Όμως πολλοί Δημοκρατικοί ζητούν από την κυβέρνηση να δώσει περισσότερες πληροφορίες γιατί φοβούνται ότι η καταστολή αφορά και ανθρώπους που δεν έχουν ποινικό μητρώο. Η περίπτωση μιας μητέρας στο Φίνιξ της Αριζόνας, που απελάθηκε την Πέμπτη στο Μεξικό, ενσαρκώνει τις ανησυχίες πολλών βουλευτών.

«Υπάρχουν πολλές ανησυχίες εδώ στην Αριζόνα μεταξύ αυτών που έχουν έρθει εδώ παράτυπα, όμως δεν έχουν διαπράξει κάποιο σοβαρό αδίκημα», προειδοποίησε ο Ρεπουμπλικάνος γερουσιαστής Τζεφ Φλέικ, εκτιμώντας ότι η λύση μπορεί να προέλθει μόνο μέσω μιας ευρείας μεταρρύθμισης του συστήματος μετανάστευσης από το Κογκρέσο. Πάντως την Παρασκευή ο Τραμπ ανέφερε ότι ενδέχεται να εκδώσει νέο διάταγμα «ίσως τη Δευτέρα ή την Τρίτη».

Ο πρόεδρος «εξετάζει όλες τις πιθανότητες», μεταξύ αυτών και η έκδοση νέου διατάγματος, παρόλο που η μάχη μπορεί να συνεχιστεί και στα δικαστήρια, δηλαδή το Ανώτατο Δικαστήριο, τόνισε ο Μίλερ. «Θα κάνουμε ό,τι περνά από το χέρι μας για να προστατεύσουμε τη χώρα μας από την τρομοκρατία», υπογράμμισε.