Διεμήνυσε χθες πως το Δικαστήριο πρέπει να ταχθεί με το μέρος του
Συνεχίστηκε χθες για πέμπτη μέρα η αντιπαράθεση της αμερικανικής Κυβέρνησης με τη Δικαιοσύνη, με αφορμή την ακύρωση του προεδρικού διατάγματος για τους πρόσφυγες
Με νουθεσίες προς το Ομοσπονδιακό Εφετείο του Σαν Φρανσίσκο, το οποίο αναμενόταν χθες (μέχρι τις 9.30 το βράδυ δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανακοίνωση), να ανακοινώσει την απόφασή του σχετικά με την εφαρμογή ή μη της προσωρινής απαγόρευσης εισόδου ταξιδιωτών και προσφύγων στις ΗΠΑ από επτά μουσουλμανικές χώρες, συνεχίστηκε χθες η αντιπαράθεση του Αμερικανού Προέδρου με τη Δικαιοσύνη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ σε δηλώσεις του τόνισε πως το Εφετείο πρέπει να ταχθεί με το μέρος του, υποδεικνύοντας πως πολλοί «κακοί άνθρωποι» θέλουν να πάνε στη χώρα. Ο Τραμπ έκανε την τοποθέτηση αυτή κατά τη διάρκεια μιας εμφάνισής του στον Λευκό Οίκο, κατά την οποία επέκρινε επίσης τις καθυστερήσεις από τη Γερουσία στη διαδικασία έγκρισης του διορισμού πολλών κυβερνητικών στελεχών του, συμπεριλαμβανομένου του Σκοτ Προύιτ στην ομοσπονδιακή υπηρεσία προστασίας του περιβάλλοντος (EPA).
Τα νέα δεδομένα
Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί πως στα έγγραφα που κατέθεσε προχθές το αμερικανικό Υπουργείο Δικαιοσύνης προς το δικαστήριο υποστήριξε ότι η αναστολή της εφαρμογής του προεδρικού διατάγματος Τραμπ από ομοσπονδιακό δικαστή είχε ευρύ χαρακτήρα, ενώ θα πρέπει να περιοριστεί τουλάχιστον σε όσους έχουν ήδη εξασφαλίσει άδεια εισόδου στις ΗΠΑ, σε άλλους που βρίσκονται προσωρινά στο εξωτερικό και θέλουν να επιστρέψουν σε αμερικανικό έδαφος, αλλά και σε αυτούς, που θέλουν να ταξιδέψουν προσωρινά στο εξωτερικό και ζουν στις ΗΠΑ.
Νομικοί αναλυτές παρατηρούν ότι το έγγραφο αυτό διαφοροποιείται από πλευράς ύφους και επιχειρηματολογίας από το αρχικό έγγραφο που είχε καταθέσει η κυβέρνηση Τραμπ, σχετικά με τις θέσεις και την επιχειρηματολογία της, ενώ διαφαίνεται μία υπαναχώρηση έναντι των αρχικών θέσεων του Λευκού Οίκου. Υπενθυμίζεται πως η απόφαση που έλαβε την περασμένη Παρασκευή ο ομοσπονδιακός δικαστής Τζέιμς Ρόμπαρτ του Σιάτλ για την αναστολή εφαρμογής του προεδρικού διατάγματος απαγόρευσης εισόδου, σε παναμερικανικό επίπεδο, έδωσε την ευκαιρία σε πολίτες των επτά μουσουλμανικών χωρών να εισέλθουν στις ΗΠΑ κατά τις τελευταίες ημέρες.
Ωστόσο, το αρμόδιο δικαστήριο εκδίκασης προσφυγών στο Σαν Φρανσίσκο ζήτησε από τους δικηγόρους των πολιτειών Ουάσιγκτον και Μινεσότα, που είναι κατά της εφαρμογής του προεδρικού διατάγματος Τραμπ, αλλά και το υπουργείο Δικαιοσύνης, που τάσσεται υπέρ της εφαρμογής των απαγορεύσεων, να επιχειρηματολογήσουν προφορικά για τις θέσεις τους σε ακρόαση που ήταν προγραμματισμένη να αρχίσει νωρίς το απόγευμα της Τρίτης.
Οι απόψεις των δύο πλευρών
Σημειώνεται πως ο Τραμπ υποστηρίζει ότι η εφαρμογή των απαγορεύσεων εντάσσεται στο πλαίσιο των μέτρων προστασίας των ΗΠΑ από την απειλή της τρομοκρατίας. Από την πλευρά τους οι επικριτές των μέτρων απαγόρευσης υποστηρίζουν ότι η 90ήμερη απαγόρευση εισόδου σε ταξιδιώτες από το Ιράν, το Ιράκ, τη Λιβύη, τη Σομαλία, το Σουδάν, τη Συρία και την Υεμένη, μαζί με την επιβολή απαγόρευσης εισόδου στους πρόσφυγες για 120 ημέρες, είναι παράνομες.
Βετεράνοι των αμερικανικών υπηρεσιών ασφαλείας, αμερικανικές εταιρείες στον τομέα της τεχνολογίας, αλλά και νομικοί από περισσότερες από 12 αμερικανικές πολιτείες υποστηρίζουν τη δικαστική προσπάθεια που έχει ξεκινήσει κατά της εφαρμογής των απαγορεύσεων. Ωστόσο, θεωρείται πιθανό το νομικό ενδεχόμενο η υπόθεση αυτή, να οδηγηθεί στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.
Η αντιπαράθεση
Υπενθυμίζεται, ακόμη, ότι στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, το δικαστήριο στο Σαν Φρανσίσκο απάντησε αρνητικά στο αίτημα της αμερικανικής κυβέρνησης για την άμεση κατάργηση της απόφασης του ομοσπονδιακού δικαστή για την προσωρινή αναστολή εφαρμογής των μέτρων απαγόρευσης. Το ίδιο δικαστήριο δήλωσε ότι θα εξετάσει το αίτημα της αμερικανικής κυβέρνησης, αφού λάβει περισσότερες λεπτομέρειες.
Από την πλευρά του, ο Τραμπ αντέδρασε στις εξελίξεις μέσω προσωπικής επίθεσης κατά του ομοσπονδιακού δικαστή στο Σιάτλ, αλλά και κατά του συστήματος δικαιοσύνης των ΗΠΑ. Στη διάρκεια της επίσκεψης που πραγματοποίησε, εξάλλου, προχθές στις εγκαταστάσεις της Κεντρικής Στρατιωτικής Διοίκησης των ΗΠΑ στην Τάμπα της Φλόριντα, ο Τραμπ υπερασπίστηκε το διάταγμα του.
«Οι ακραίοι Ισλαμιστές τρομοκράτες είναι αποφασισμένοι να πλήξουν τη χώρα μας, όπως έκαναν και την 11η Σεπτεμβρίου του 2001. Χρειαζόμαστε ουσιαστικά προγράμματα για τους ανθρώπους που αγαπούν τη χώρα μας», δήλωσε ο Τραμπ, τονίζοντας ότι δεν θα επιτρέψει την είσοδο στις ΗΠΑ, «των ανθρώπων που θέλουν να μας καταστρέψουν, αλλά και να καταστρέψουν τη χώρας μας».
Μηνύματα από Αβραμόπουλο
Εν τω μεταξύ, ο ανώτατος αξιωματούχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη μετανάστευση Δημήτρης Αβραμόπουλος θα πει στον νέο Υπουργό Εσωτερικής Ασφάλειας των ΗΠΑ Τζον Κέλι, με τον οποίο θα συναντηθεί σήμερα Τετάρτη στην Ουάσινγκτον, πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να κλείσουν τις πόρτες τους στους πρόσφυγες. Ο Επίτροπος της ΕΕ για τη Μετανάστευση θα είναι ο πρώτος υψηλόβαθμος αξιωματούχος των Βρυξελλών που θα επισκεφθεί την Ουάσινγκτον αφότου ο Τραμπ ανέλαβε τα καθήκοντά του στις 20 Ιανουαρίου.
«Η επανεγκατάσταση των προσφύγων είναι συνολική ευθύνη και δεν μπορούν να την επωμίζονται μόνο μια χούφτα χώρες», δήλωσε ο Αβραμόπουλος στο πρακτορείο Ρόιτερς την παραμονή των συνομιλιών του με τον Κέλι. «Τα έθνη με μεγάλη εμπειρία σε αυτόν τον τομέα, που έχουν δεχθεί εκατομμύρια μετανάστες και πρόσφυγες, ελπίζω ότι θα συνεχίσουν να διαδραματίζουν τον υπεύθυνο ηγετικό τους ρόλο», ανέφερε σε σχόλια που περιέχονται σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε προς το πρακτορείο.
Οι Αβραμόπουλος και Κέλι θα συζητήσουν επίσης θέματα ασφάλειας κατά την πρώτη απευθείας συνάντησή τους. «Η δημοκρατία, η ισότητα, το κράτος δικαίου - όλα αυτά είναι αξίες που μοιραζόμαστε με τις ΗΠΑ. Βέβαια το ότι είμαστε ανοιχτοί δεν πρέπει να είναι σε βάρος της ασφάλειάς μας - αλλά ούτε και η ασφάλειά μας θα πρέπει ποτέ να είναι σε βάρος των θεμελιωδών αξιών μας, της δεκτικότητας και της ανεκτικότητας», κατέληξε.
Υποδείξεις σε Βέλγιο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
Σε μία παράλληλη εξέλιξη, τα κράτη μέλη της ΕΕ οφείλουν να χορηγούν θεώρηση (βίζα) για ανθρωπιστικούς λόγους, όταν συντρέχουν σοβαροί και αποδεδειγμένοι λόγοι να θεωρηθεί ότι τυχόν άρνηση θα εκθέσει τα πρόσωπα που ζητούν διεθνή προστασία σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Αυτό αποφάνθηκε χθες ο γενικός εισαγγελέας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, τοποθετούμενος επί της υποθέσεως ενός ζεύγους Σύρων, οι οποίοι με τα τρία ανήλικα, μικρής ηλικίας, τέκνα τους, συριακής ιθαγένειας, που ζουν στο Χαλέπι (Συρία), υπέβαλαν αιτήσεις θεωρήσεων στην πρεσβεία του Βελγίου στη Βηρυτό του Λιβάνου.
Με τις υποβληθείσες αιτήσεις ζητήθηκε η χορήγηση θεωρήσεων περιορισμένης εδαφικής ισχύος, βάσει του κώδικα θεωρήσεων της ΕΕ, προκειμένου να καταστεί στην εν λόγω οικογένεια δυνατό να εγκαταλείψει το πολιορκημένο Χαλέπι με σκοπό υποβολής αίτησης ασύλου στο Βέλγιο. Ένας από τους αιτούντες δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι είχε απαχθεί από ένοπλη ομάδα, είχε υποστεί ξυλοδαρμούς και βασανιστήρια, προτού ελευθερωθεί τελικώς με καταβολή λύτρων.
Ωστόσο η Office des etrangers (Υπηρεσία Αλλοδαπών του Βελγίου) απέρριψε τις αιτήσεις, εκτιμώντας ότι η εν λόγω οικογένεια Σύρων, ζητώντας θεώρηση περιορισμένης εδαφικής ισχύος προκειμένου να υποβάλει αίτηση ασύλου στο Βέλγιο, είχε προδήλως την πρόθεση να παραμείνει στο Βέλγιο για διάστημα μεγαλύτερο των 90 ημερών. Με τις προτάσεις που ανέπτυξε απαντώντας χθες, ο γενικός εισαγγελέας καταλήγει κατ’ αρχάς στο συμπέρασμα ότι το καθεστώς της επίμαχης οικογένειας Σύρων διέπεται από τον κώδικα θεωρήσεων και, συνεπώς, από το δίκαιο της ΕΕ.
Ο γενικός εισαγγελέας απαντά στη συνέχεια καταφατικά στο ερώτημα κατά πόσον τα κράτη μέλη υποχρεούνται να χορηγούν θεώρηση για ανθρωπιστικούς λόγους σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται αποδεδειγμένος κίνδυνος παράβασης, μεταξύ άλλων, του άρθρου 4 του Χάρτη, και τούτο ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή της έλλειψης δεσμών μεταξύ του ενδιαφερομένου και του κράτους μέλους από το οποίο ζητείται η χορήγηση θεώρησης.
Μήνυση Μελάνιας κατά Mail Media
Η ΜΕΛΑΝΙΑ Τραμπ, η σύζυγος του προέδρου των ΗΠΑ, προσέφυγε στις δικαστικές αρχές της Νέας Υόρκης εναντίον μιας εφημερίδας που είχε γράψει ότι τη δεκαετία του 1990 εργαζόταν ως «συνοδός κυρίων». Η πρώτη κυρία των ΗΠΑ, που είναι πρώην μοντέλο, ζητά αποζημίωση ύψους 150 εκατομμυρίων δολαρίων από την εταιρεία Mail Media που εκδίδει τη Daily Mail Online.
Εξοργισμένη από τους «κακόβουλους και επιζήμιους» ισχυρισμούς που έκανε η εφημερίδα κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του συζύγου της, η Μελάνια προσέφυγε την 1η Σεπτεμβρίου 2016 σε ένα δικαστήριο του Μέριλαντ. Τότε, στρεφόταν εναντίον της Daily Mail αλλά και εναντίον του Γουέμπστερ Τάρπλεϊ, ενός μπλόγκερ της Πολιτείας αυτής. Η μήνυση για δυσφήμιση σε βάρος της εφημερίδας απορρίφθηκε για λόγους εντοπιότητας και οι δικηγόροι της Μελάνια Τραμπ προσέφυγαν κατόπιν στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης.
Η μήνυση σε βάρος του Τάρπλεϊ έληξε με νίκη της Τραμπ. Οι δύο πλευρές, σύμφωνα με τους δικηγόρους τους, συμφώνησαν να καταβάλει ο μπλόγκερ ένα «σημαντικό ποσό» στην πρώτη κυρία, επειδή έγραψε ψευδώς ότι ήταν «συνοδός». Ο δικηγόρος της, Τσαρλς Χάρντερ, δεν διευκρίνισε το ακριβές ύψος του ποσού αυτού. Ο Τάρπλεϊ παραδέχτηκε επίσης γραπτώς ότι δημοσίευσε ένα άρθρο με «ψευδείς και δυσφημιστικούς ισχυρισμούς» σε βάρος της Μελάνια Τραμπ και ζήτησε συγγνώμη από την ίδια, τον γιο της, τον σύζυγό της και τους γονείς της.
Ο Τσαρλς Χάρντερ είναι ένας δικηγόρος που ειδικεύεται σε υποθέσεις δυσφήμισης και προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Είχε υπερασπιστεί τον πρώην παλαιστή Χαλκ Χόγκαν σε μια παρόμοια υπόθεση που οδήγησε στη χρεοκοπία τον αμερικανικό ειδησεογραφικό ιστότοπο Gawker.com.




