Θέλει να προχωρήσουν τάχιστα οι διαδικασίες εξόδου της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση
Η συζήτηση του σχεδίου νόμου θα ολοκληρωθεί αύριο με ψηφοφορία, γύρω στα μεσάνυκτα, και στη συνέχεια θα περάσει κι από τη Βουλή των Λόρδων, πριν η Βρετανίδα Πρωθυπουργός το αποστείλει στη Βασίλισσα για τελική έγκριση


Οι βουλευτές που επιδιώκουν να αλλάξουν τη στρατηγική της Τερέζας Μέι για το Brexit δεν θα έχουν τη δυνατότητα να μπλοκάρουν την αποχώρηση της Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ξεκαθάρισε χθες η εκπρόσωπος της Βρετανίδας Πρωθυπουργού, πριν από τη συζήτηση για πιθανές τροποποιήσεις της νομοθεσίας στο κοινοβούλιο.

«Πιστεύουμε ότι θα πρέπει να υπάρξει ένα ξεκάθαρο νομοσχέδιο σχετικά με το να δοθεί στην κυβέρνηση η δικαιοδοσία να εφαρμόσει την απόφαση για τον βρετανικό λαό», δήλωσε η εκπρόσωπος σε δημοσιογράφους, προσθέτοντας ότι το κοινοβούλιο θα έχει τη δυνατότητα να ψηφίσει επί της τελικής συμφωνίας με την ΕΕ.

«Δεν πρόκειται να επιτρέψουμε να υπάρξουν απόπειρες να παραμείνουμε εντός της ΕΕ ή να επανενταχθούμε σε αυτή από την πίσω πόρτα», τόνισε.

Σημειώνεται πως το νομοσχέδιο, που θα επιτρέψει στη Βρετανίδα Πρωθυπουργό να εκκινήσει τη διαδικασία του Brexit, βρίσκεται αντιμέτωπο με τις πιέσεις φιλοευρωπαϊστών βουλευτών, που ζητούν μεγαλύτερη διαφάνεια και λεπτομέρειες για τη διαπραγματευτική της στρατηγική, καθώς και μεγαλύτερο λόγο στην τελική συμφωνία αποχώρησης, και εμφανίζονται έτοιμοι να καταθέσουν σειρά σχετικών τροπολογιών.

Η εξέταση του σχεδίου νόμου από τη Βουλή των Κοινοτήτων θα συνεχιστεί σήμερα Τρίτη και αύριο Τετάρτη με τη διεξαγωγή νέας ψηφοφρίας. Μετά τη Βουλή των Κοινοτήτων το σχέδιο νόμου θα περάσει στη Βουλή των Λόρδων, με την έγκρισή του να αναμένεται στις 7 Μαρτίου, προτού σταλεί στη βασίλισσα για τελική έγκριση. Υπενθυμίζεται πως η Τερέζα Μέι δεσμεύθηκε να ξεκινήσει τη διαδικασία αποχώρησης από την ΕΕ πριν από τα τέλη Μαρτίου και σχεδιάζει να τηρήσει το χρονοδιάγραμμά της.

Άρχισαν ήδη τα αρνητικά…
Την ίδια ώρα, όμως, περισσότερα από τα μισά υψηλόβαθμα στελέχη επιχειρήσεων στη Βρετανία πιστεύουν ότι η ψήφος υπέρ του Brexit είχε αρνητικό αντίκτυπο στις επιχειρήσεις τους, αλλά οι περισσότερες εταιρείες πιστεύουν ότι μπορούν να επιβιώσουν της αλλαγής αυτής, σύμφωνα με έρευνα που δημοσιεύθηκε χθες.

Η βρετανική οικονομία έχει καταγράψει ισχυρότερες των αναμενόμενων επιδόσεις μετά την ψήφο υπέρ του Brexit τον περασμένο Ιούνιο, αλλά έρευνα της Ipsos Mori, με δείγμα περισσότερες από 100 από τις 500 μεγαλύτερες επιχειρήσεις της χώρας, έδειξε ότι το 58% πιστεύουν ότι η ψήφος υπέρ της αποχώρησης από την ΕΕ είχε επιπτώσεις.

Σύμφωνα με την έρευνα, πάνω από τα δύο τρίτα των ερωτηθέντων απάντησαν ότι είχαν ήδη λάβει μέτρα για να αντιμετωπίσουν το αποτελέσμα του δημοψηφίσματος, όπως την εκπόνηση σχεδίων εκτάκτου ανάγκης και την ανάλυση των επιπτώσεων από τις διαφορετικές σχέσεις που θα μπορούσε να έχει η Βρετανία με την ΕΕ μετά την επαναδιαπραγμάτευσή τους. Από αυτές τις εταιρείες που λαμβάνουν μέτρα, το 10% απάντησε ότι μεταφέρουν τις δραστηριότητες εκτός της Βρετανίας.

Μοναδική εικόνα
«Η ετήσια έρευνα των επικεφαλής των επιχειρήσεων του FTSE 500 δίνει μια μοναδική εικόνα για το τι πιστεύει ο επιχειρηματικός κόσμος ενόψει του Brexit», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Ipsos Mori Μπεν Πέιτζ. «Δυστυχώς, φαίνεται ότι οι επιχειρήσεις σε αυτή τη χώρα ήδη νιώθουν τον αντίκτυπο από την οικονομική αναταραχή της αποχώρησης από την ΕΕ».

Τα υψηλόβαθμα στελέχη των βρετανικών επιχειρήσεων ήταν από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της παραμονής στην ΕΕ πριν από το δημοψήφισμα, υποστηρίζοντας ότι η πρόσβαση στην ενιαία αγορά των 500 εκατ. ανθρώπων θα τους δώσει τη δυνατότητα να αναπτύξουν τις εταιρείες τους και την οικονομία στο μέλλον.

Ωστόσο, η έρευνα αποτύπωσε μια πιο θετική απάντηση στην ερώτηση για τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπο στις επιχειρήσεις, με σχεδόν όλους τους συμμετέχοντες να εκφράζουν την πεποίθηση ότι θα μπορέσουν να προσαρμοστούν στο Brexit.

«Το 32% των ερωτηθέντων είπαν ότι πιστεύουν πως η επιχείρησή τους θα αρχίσει να νιώθει τις θετικές επιπτώσεις της αποχώρησης από την ΕΕ σε πέντε χρόνια», δήλωσε ο Πέιτζ. «Και ο αριθμός των επικεφαλής των επιχειρήσεων που πιστεύουν ότι θα παραμείνει αρνητικός ο αντίκτυπος μειώθηκε στο 45%, κοιτάζοντας κανείς τη μακροπρόθεσμη πρόβλεψη».