Η άνοδος του προστατευτισμού είναι επικίνδυνη για την ασταθή παγκόσμια οικονομία
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει την Κίνα ως τη χώρα που εξαπατά εις βάρος των αμερικανικών θέσεων εργασίας και της βιομηχανίας, απειλώντας να αυξήσει τους δασμούς


Σε ένα πρόσφατο Φόρουμ, ο Υφυπουργός Οικονομικών της Κίνας Ζhu Guangyao προειδοποίησε πως η λογική «μηδενικού αθροίσματος» στις οικονομικές σχέσεις ΗΠΑ-Κίνας ζημιώνει και τις δύο χώρες. Δεν έχει άδικο: Η άνοδος του προστατευτισμού, του είδους που ευνοεί ο νέος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ, είναι επικίνδυνη για την ασταθή, ακόμη, παγκόσμια οικονομία.

Αυτό που δεν έχει ακόμη παραδεχθεί η Κίνα είναι ότι μεγάλο μέρος της οργής που εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο ενάντια στο ελεύθερο εμπόριο είναι αποτέλεσμα των δικών της πολιτικών. Αν θέλει να περιορίσει την άνοδο του προστατευτισμού, θα πρέπει να ξεκινήσει από τα εν οίκω.

Ωφελήθηκε από την παγκοσμιοποίηση
Η Κίνα ήταν αναμφισβήτητα η χώρα που ωφελήθηκε περισσότερο από την παγκοσμιοποίηση. Χάρη στις ανοιχτές αγορές της Δύσης, που καλωσόρισαν τις κινεζικές εξαγωγές και την άφθονη εισροή ξένων επενδύσεων, κατάφερε να εξαλείψει σε μεγάλο βαθμό τη φτώχια, να εξελιχθεί σε πρωταγωνιστική μεταποιητική δύναμη και να δημιουργήσει μια νέα, τεράστια μεσαία τάξη.

Ωστόσο, ένας σημαντικός λόγος για τον οποίο τόσο πολλοί άνθρωποι στις ΗΠΑ και αλλού έχουν φτάσει στο σημείο να θεωρούν επιζήμια την παγκοσμιοποίηση είναι επειδή αναγκάζει τους εργαζόμενους σε χώρες με υψηλό κόστος να ανταγωνίζονται ευθέως τους χαμηλά αμειβόμενους Κινέζους. Οι ανοικτές αγορές κατέληξαν να μοιάζουν «κατασκευασμένες» εις βάρος των σκληρά εργαζόμενων νοικοκυριών της Δύσης.

Μεγάλες βιομηχανίες
Δεν μπορεί όμως να κατηγορείται η Κίνα γι' αυτό, εκτός αν η φτώχια θεωρηθεί έγκλημα. Όμως η κυβέρνησή της επιδείνωσε την κατάσταση μη επιδεικνύοντας την ίδια στάση απέναντι στις άλλες αγορές, αυτήν δηλαδή την οποία απολάβει η ίδια. Για μεγάλο διάστημα, η Κίνα ήλεγχε την αξία του γουάν για να προάγει τις εξαγωγές της εις βάρος των άλλων.

Επιδοτεί τις μεγάλες βιομηχανίες, όπως τις χαλυβουργίες, και διατηρεί την πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα, γεγονός που διαστρεβλώνει τις παγκόσμιες αγορές και δημιουργεί πιέσεις για τους ανταγωνιστές. Εξακολουθεί να ορθώνει εμπόδια στις ξένες επιχειρήσεις, περιορίζοντας τις επενδύσεις τους σε τομείς από την ασφάλιση έως την ψυχαγωγία, και εγκλωβίζοντάς τες στη γραφειοκρατία.

«Πόλεμος» φωτιά με φωτιά
Αυτού του είδους οι τακτικές έχουν πείσει πολλούς πολιτικούς ότι είναι αναγκαίο να πολεμήσουν τη φωτιά με φωτιά. Ο Τραμπ παρουσιάζει την Κίνα ως τη χώρα που εξαπατά εις βάρος των αμερικανικών θέσεων εργασίας και της βιομηχανίας. Ως απάντηση απείλησε να αυξήσει τους δασμούς και έβαλε στην Κίνα την ταμπέλα της «χειραγώγησης ισοτιμιών».

Μερικές από τις κατηγορίες του Τραμπ είναι βάσιμες - η Κίνα πράγματι κάνει διακρίσεις κατά των ξένων εταιρειών. Άλλες, όμως, όπως το ότι η Κίνα εξακολουθεί να υποτιμά το νόμισμά της, είναι άστοχες. Το θέμα είναι ότι ο Τραμπ θεωρεί ότι η επιθετική στάση του είναι η απάντηση στις επιχειρηματικές πρακτικές της Κίνας.

Επιπλέον έλεγχοι
Και δεν είναι o μόνος. Στην ετήσια έκθεσή της για το 2016, η Επιτροπή Αναθεώρησης Οικονομικών Σχέσεων και Ασφάλειας ΗΠΑ-Κίνας, η οποία συμβουλεύει το Κογκρέσο, κατηγόρησε την Κίνα ότι μετέρχεται αθέμιτες πρακτικές, από κυβερνο-κλοπές έως αναγκαστική μεταφορά τεχνολογίας από ξένες εταιρείες, και συνέστησε σκληρά αντίμετρα.

Ο γερουσιαστής Charles Schumer ζήτησε να γίνονται επιπλέον έλεγχοι στις εξαγορές κινεζικών επιχειρήσεων, επικαλούμενος τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν οι αμερικανικές εταιρείες όταν προσπαθούν να πραγματοποιήσουν παρόμοιες αγορές στην Κίνα.

Η Γερμανίδα Καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ, κατά τη διάρκεια επίσκεψης τον Ιούνιο στο Πεκίνο, τάχθηκε υπέρ ενός νομικού πλαισίου που θα επιτρέπει σε ξένες εταιρείες στην Κίνα να «απολάβουν τα ίδια δικαιώματα και προνόμια με εγχώριες εταιρείες».

Πώς να κατευνάσει τις επικρίσεις
Η Κίνα δεν έχει κάνει πολλά για να κατευνάσει αυτές τις επικρίσεις. Παρά τις υποσχέσεις για συνέχιση της διαδικασίας «ανοίγματος», η πρόοδος υπήρξε εξαιρετικά αργή. Οι αμερικανικές επιχειρήσεις λένε ότι αισθάνονται όλο και πιο ανεπιθύμητες στην Κίνα.

Ωστόσο, σε απάντηση των σκληρών δηλώσεων του Trump, η Κίνα απλά απείλησε να αντεπιτεθεί. Η «Global Times», εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, προειδοποίησε πρόσφατα πως αν ο Trump υιοθετήσει πιο σκληρή γραμμή απέναντι στην Κίνα, τα Starbucks θα μπορούσαν να χάσουν μερίδιο αγοράς στην ενδοχώρα.

Εάν τιμήσουν τη δέσμευσή τους
Οι ηγέτες της Κίνας θα αποκομίσουν μεγαλύτερο όφελος, εάν τιμήσουν τη δέσμευσή τους για μεγαλύτερο άνοιγμα των αγορών τους και άρουν τους περιορισμούς στους ξένους επενδυτές. Όπως ανέφερε ο Frederic Neumann σε πρόσφατο σχολιασμό, εάν η κυβέρνηση θέλει να προωθήσει το ελεύθερο εμπόριο, θα πρέπει να πείσει τους εταίρους της ότι και εκείνοι μπορούν να επωφεληθούν από τη μείωση των εμποδίων. Η Κίνα, έγραφε, «θα πρέπει να ανοίξει τις αγορές της στους εμπορικούς της εταίρους, προσφέροντας όπου απαιτείται ευρύτερη πρόσβαση από αυτήν που λαμβάνει».

Με τη μείωση των εμποδίων στο εμπόριο και τις επενδύσεις, η Κίνα όχι μόνο θα αφαιρέσει τους λόγους που έχουν οι άλλοι να υιοθετήσουν πολιτικές προστατευτισμού, αλλά επίσης θα βοηθήσει στην επίλυση των προβλημάτων που κρύβονται πίσω από το αυξανόμενο αίσθημα κατά του εμπορίου.

Για αρχή, θα συνέβαλλε να περιοριστεί το επίμαχο πλεόνασμα στις εμπορικές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Με την αύξηση του ανταγωνισμού στο εσωτερικό, θα ανάγκαζε τις βραδυκίνητες εταιρείες της να γίνουν πιο καινοτόμες, ανταγωνιστικές και κερδοφόρες, ενισχύοντας έτσι τις μακροπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές της.

Με άλλα λόγια, εάν η Κίνα ανησυχεί για μια αντιστροφή της παγκοσμιοποίησης, οι ηγέτες της θα πρέπει να προσφέρουν την ελεύθερη ανταλλαγή που ευαγγελίζονται.

MICHAEL SCHUMAN
Πηγή: Bloomberg View, capital.com.cy