Πρέπει να είμαστε όλοι προετοιμασμένοι για μεγάλες περιπέτειες μετά τις αμερικανικές εκλογές
Πολλά και βασανιστικά ερωτήματα, όπως το εάν θα φυλακίσει τη Χίλαρι Κλίντον ή θα την εξορίσει, αν θα τα βάλει με την Κίνα και ποια θα είναι η στάση του απέναντι στον Ελληνισμό, αιωρούνται στην ατμόσφαιρα
Ο αμερικανικός λαός, εκλέγοντας τον Ντόναλντ Τραμπ, 45ο πρόεδρο των Διασπασμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΔΠΑ - το Ηνωμένων δεν υπάρχει πλέον), έδωσε το μήνυμα πως δεν είναι ανεκτοί πλέον αυτοί που ανήκουν στις ελίτ, τους πλουσίους και τα κατευθυνόμενα ΜΜΕ.
Παράλληλα, η εκλογική επιτυχία του κατ’ ευφημισμό μονάχα εκπροσώπου του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος είναι σοβαρή ένδειξη προς όλους μας, ότι πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για κλιμάκωση των ήδη σοβαρών εντάσεων που ταλανίζουν τον κόσμο μας. Είναι ίσως η πρώτη φορά, από την κρίση της Βαϊμάρης στη Γερμανία, που τέτοιο φαινόμενο παρουσιάζεται στο επίκεντρο του κόσμου, στην υποτιθέμενη πιο ισχυρή χώρα του πλανήτη μας.
Το 80% του πληθυσμού των ΔΠΑ δεν εμπιστεύονται και δεν εκτιμούν κάποιον από τους δύο που διεκδίκησαν το προεδρικό αξίωμα. Το πιο ισχυρό επιχείρημα αυτών που έστειλαν τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο δεν ήταν αυτά που έλεγε, προκειμένου να εμποδίσει την εκλογή της Χίλαρι Κλίντον. Και το πιο σημαντικό επιχείρημα αυτών που ψήφισαν την Κλίντον, δεν ήταν για να εμποδίσουν την εκλογή του Τραμπ.
Ανησυχία στην Ευρώπη
Παρατηρητές στην Ευρώπη ζητούσαν απεγνωσμένα κάποια επισήμανση από συναδέλφους τους στις ΔΠΑ, για να μπορέσουν να καταλάβουν το είδος της εξωτερικής πολιτικής που θα ακολουθούσε ο Τραμπ, στην περίπτωση που κέρδιζε σε αυτές τις προεδρικές εκλογές. Από τις απαντήσεις που ελάμβαναν ήταν φανερό πως και οι ίδιοι οι Αμερικανοί δεν ήταν σίγουροι για το τι θα ακολουθήσει, ποιο θα είναι το μέλλον της χώρας τους με έναν πρόεδρο σαν τον Τραμπ.
Παρ' όλα αυτά, μερικοί από τους Αμερικανούς πολιτικούς αναλυτές έλεγαν πως ο Τραμπ είναι τόσο αυτάρεσκος (ναρκισσιστής), που μπορεί πολύ εύκολα να κάνει τη μία γκάφα μετά την άλλη. Η ώς τώρα θεωρία του είναι ότι δεν επιθυμεί πολεμικές περιπέτειες. Αντίθετα με τη Χίλαρι Κλίντον, που πολλοί τη θεωρούσαν γεράκι. Αλλά μπορεί κανείς να είναι σίγουρος για το τι θα συμβεί από τον Ιανουάριο, όταν ο Τραμπ θα εισέλθει θριαμβευτής πλέον στον Λευκό Οίκο;
Το κατεστημένο του… κατεστημένου
Ένας Αμερικανός αναλυτής με αριστερές ιδέες, που δεν συμφωνούσε καθόλου με τις σκληρές επιθέσεις που είχαν εξαπολύσει τα αμερικανικά ΜΜΕ εναντίον του Τραμπ, δεν έκρυβε τον αποτροπιασμό του για τη Χίλαρι Κλίντον: «Τίποτε δεν είναι χειρότερο από αυτήν τη γυναίκα. Ο Τραμπ μπορεί να βασιστεί στους Ρεπουμπλικανούς, που διατήρησαν τη δύναμή τους στο Κογκρέσο, σε ζητήματα που σχετίζονται με την εξωτερική πολιτική. Αυτό όμως τον κάνει πολύ επικίνδυνο. Αν τα σπάσει με το κατεστημένο του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, που τον πολέμησε άγρια, θα ενισχύσει τις σχέσεις με τη Ρωσία και τη Συρία.
Αυτό όμως είναι ένα μεγάλο ‘αν’. Αν εφαρμόσει αυτά που επαγγελλόταν και προωθήσει μια πολιτική εμπορικού προστατευτισμού, θα αντιμετωπίσει προβλήματα με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας και τη Δυτική Ακτή (Καλιφόρνια κ.λπ.). Τίποτε το θετικό δεν πρόκειται να προκύψει από αυτές τις εκλογές». Όπως επισημαίνουν έμπειροι αναλυτές και έγκυροι δημοσιογράφοι, το πραγματικό παιγνίδι της εξουσίας διαδραματίζεται πολύ πιο μακριά από τη σκηνή του δράματος, όπως εξελίχθη η αναμέτρηση ανάμεσα στην Κλίντον και τον Τραμπ.
Ελάχιστοι γνωρίζουν τον πραγματικό στόχο της εκλογικής αναμέτρησης στις ΗΠΑ. Υπάρχουν διαφορετικές στρατηγικές γραμμές πίσω από αυτήν και αν ναι, ποιες είναι αυτές; Σε κάποιο επίπεδο, φαίνεται πως υπάρχουν. Σε ένα άλλο επίπεδο, μερικές θεωρίες συνομωσίας αναφέρουν πως σε βαθύτερο στρατηγικό επίπεδο, όλα αυτά είναι ίδια, «το κατεστημένο του κατεστημένου», που προτείνει διαφορετικά προϊόντα σε διαφορετικούς τομείς της πελατείας του.
Η στρατηγική Ομπάμα
Τα προηγούμενα οκτώ χρόνια η στρατηγική εικόνα ήταν αρκετά ξεκάθαρη, τουλάχιστον γι’ αυτούς που ήθελαν να τη δουν. Από τη μια μεριά υπήρχε ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα και από την άλλη άνθρωποι σαν τον Ζμπίγκνιου Μπρεζίνσκι. Ο Ομπάμα είχε εκλεγεί στη βάση μιας φιλοσοφίας που απέρριπτε την υπερ-επέκταση και το τρελό πρόγραμμα των πολέμων στη Μέση Ανατολή, που πολλοί μέσα στο αμερικανικό και διεθνές κατεστημένο, μεγάλο τμήμα της κοινής γνώμης, οι Αμερικανικές Ένοπλες Δυνάμεις κ.λπ. πίστευαν πως είναι ακραίο, επικίνδυνο και δεν εξυπηρετεί οποιοδήποτε συμφέρον των ΗΠΑ.
Από την άλλη μεριά, υπήρχαν η Κλίντον και οι υποστηρικτές της, που πίεζαν για κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή και την Ουκρανία, ώστε να ολοκληρωθεί ένα πρόγραμμα που είχε καταρτιστεί πολλά χρόνια πριν από τις πιο ακραίες δυνάμεις του διεθνούς κατεστημένου, σχετικά με τον «νέο αμερικανικό αιώνα». Ο Ομπάμα αντιστάθηκε σε αυτά τα σχέδια, δυστυχώς όχι και τόσο αποτελεσματικά. Δεν μπόρεσε να σταματήσει τους πολέμους στη Λιβύη και πιθανώς δεν κατάλαβε έγκαιρα τι παιζόταν στην Ουκρανία.
Το αντελήφθη προς το τέλος. Η εναλλακτική πολιτική του στον ακραίο εξτρεμισμό, όπως για παράδειγμα το «πολιτικό Ισλάμ» ή ο Ερντογάν, αποδείχθηκε εξαιρετικά αδύναμη. Και δεν μπορείς να έχεις σοβαρή πολιτική όταν η Κλίντον και η Νούλαντ ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους από αυτούς του Προέδρου. Κανείς στην αμερικανική κυβέρνηση δεν γνωρίζει τι κάνει η CIA, ενώ η ηγεσία του Πενταγώνου πελαγοδρομούσε από την έλλειψη συγκεκριμένης πολιτικής. Ο Μπρεζίνσκι επίσης αρνιόταν τις ακραίες πολιτικές στη Μέση Ανατολή, αλλά εθελοτυφλούσε για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η κλιμάκωση της κρίσης στην Ουκρανία. Οι δυνάμεις πίσω από αυτή την κρίση χρησιμοποιούσαν τη βαθιά, σχεδόν παθολογική του αντιπάθεια για τη Ρωσία, για να υπονομεύσουν την αντίθεσή του στα σχέδιά τους.
Τα καλά και τα κακά του Μπαράκ
Ο Ομπάμα δίκαια επικρίνεται για την κατάσταση στο Αφγανιστάν και τη Λιβύη, καθώς και για άλλα πράγματα, εντούτοις θα πρέπει να θυμάται κανείς πως ο πρόεδρος των ΗΠΑ αντιστάθηκε στους ακραίους, αυτούς που προωθούσαν μια αυτοκρατορική αμερικανική πολιτική. Η ιστορία θα τον κρίνει ευνοϊκά που αντιτάχθηκε στη στρατιωτική επέμβαση στη Συρία, ενώ πέτυχε σημαντική συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Στα χρόνια της προεδρίας του, οι διεθνείς ακραίοι κύκλοι υποχρεώθηκαν να χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες του Σαρκοζί στη Γαλλία και του Κάμερον στη Βρετανία, προκειμένου να εξαπολύσουν τον πόλεμο που οδήγησε στην καταστροφή της Λιβύης. Η Χίλαρι Κλίντον ως Υπουργός Εξωτερικών του Ομπάμα συνέβαλε με την πολιτική της στη διάλυση της Λιβύης. Το γεγονός ότι ο πρόεδρος των ΗΠΑ δεν μπόρεσε να κλείσει τις φυλακές του Γκουαντανάμο, όπως το επιθυμούσε διακαώς, λέει πολλά για το είδος των δυνάμεων που «απήγαγαν» το αμερικανικό κράτος μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Και για τη δύναμή τους: αποτελούσαν κράτος μέσα στο κράτος.
Από την ώρα που τέλειωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, μια μειοψηφία ισχύος, κεφαλαίου και καλής γνώσης των διεθνών καταστάσεων, πήρε στα χέρια της τις τύχες του κόσμου. Ήταν και είναι αδύνατο να δημοσιοποιήσουν αυτοί οι άνθρωποι το πρόγραμμά τους, χωρίς να προκαλέσουν επανάσταση των λαών. Ακόμα δεν είναι έτοιμοι να εξαπολύσουν κατά μέτωπο επίθεση στα έθνη και τις κοινωνίες τους. Χρησιμοποιούν πλάγιες μεθόδους για να μας εξαπατήσουν.
Τα παραδείγματα
Μια ματιά μόνο στα γεγονότα των τριάντα τελευταίων χρόνων αρκεί για να μας πείσει για του λόγου το ασφαλές. Ο ηγέτης της Σοβιετικής Ένωσης και του «διεθνούς κομμουνισμού» κατέστρεψε με τα ίδια του τα χέρια τη χώρα του και το σύστημα, με τέτοιο τρόπο που ακόμα και ο πιο ισχυρός ξένος στρατός δεν θα μπορούσε ούτε καν να ονειρευτεί. Στο Ιράκ, οι Σουνίτες, που αντιστάθηκαν στην αμερικανική εισβολή, απέκτησαν μια ηγεσία Ουαχαμπιστών από το Ισλαμικό Κράτος, κανονισμένη από τη CIA και άλλων φιλικών προς αυτήν υπηρεσιών.
Στην Ελλάδα, το πιο ριζοσπαστικό από τα ριζοσπαστικά κόμματα της Ευρώπης ακολουθεί τώρα μια πολιτική, που δεν θα τολμούσαν να εφαρμόσουν τα πιο ακραία δεξιά κόμματα. Και στις ΗΠΑ παρακολουθήσαμε επί 19 μήνες μια πολιτική περίοδο που αποκάλυψε τις μεγάλες παρασκηνιακές διαμάχες, ανάμεσα σε δυνάμεις όπως η Ουόλ Στριτ, η CIA, ο στρατός, οι διάφορες ομάδες άσκησης εξουσίας και επιρροής κ.ο.κ.
Πολλά τα ερωτήματα
Δεν είναι λίγοι αυτοί που θα διαφωνήσουν με τις ιδέες που παρουσίασε ο Ντόναλντ Τραμπ για την εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα αυτές που αφορούν στις σχέσεις ΗΠΑ-Ρωσίας και τη Συρία, στην τελευταία του συνέντευξη στο πρακτορείο Reuters. Αλλά, όπως αναρωτιέται ο συγγραφέας Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος, ο Τραμπ εννοούσε αυτά που έλεγε; Μπορούμε να πιστέψουμε όσα υποσχόταν; Λέει άραγε την αλήθεια, ή απλώς έκανε τις απαιτούμενες μανούβρες για να πετύχει τη νίκη που επιδίωκε, ώστε να καλύψει τις νεοφιλελεύθερες ιδέες του, στρέφοντας την προσοχή του κόσμου στην ηθική της Κλίντον και τις αντεργατικές πολιτικές της Ουόλ Στριτ;
Γιατί ο Τραμπ έχει πει τα πιο απίθανα πράγματα για διάφορα ζητήματα, από την Κούβα ώς την Κορέα και από το Ισλάμ ώς την Ουκρανία, την οποία και επισκέφθηκε, ώστε να μην ξέρει κανείς ποιο δρόμο θα ακολουθήσει τώρα που εκλέχθηκε πρόεδρος. Όπως παραδέχονται ακόμα και οι πιο ορκισμένοι αντίπαλοί του, ο Τραμπ είναι ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος και ό,τι λέει μπορεί κανείς να το ερμηνεύσει με δύο τρόπους.
Για παράδειγμα, είπε πως δεν θα υπερασπίσει αυτόματα τις Βαλτικές Χώρες, κάτι που μοιάζει με μουσική στα αφτιά της Ρωσίας, αλλά, όπως εξήγησε, οι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον πρέπει να κάνουν περισσότερα για το ΝΑΤΟ αν επιθυμούν να έχουν την υποστήριξη των ΗΠΑ. Η πιθανότητα να εισβάλει η Ρωσία στις χώρες της Βαλτικής είναι μηδενική. Αυτό που έμεινε από τις δηλώσεις Τραμπ για το συγκεκριμένο ζήτημα είναι πως οι σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ πρέπει να αυξήσουν τις αμυντικές δαπάνες τους.
Η παγκοσμιοποίηση
Η Χίλαρι Κλίντον παρουσιάστηκε στην προεκλογική περίοδο ως η υποψήφια που υποστηρίζει τον πόλεμο. Αλλά αν εκλεγόταν θα ήταν πολιτικά πολύ πιο αδύναμη από ό,τι είναι τώρα ο Τραμπ, ιδιαίτερα στις σχέσεις του με το κατεστημένο. Η άνοδος και η εκλογή του εκπροσωπούν την οργή των αδυνάμων και της δοκιμαζόμενης μεσαίας τάξης των ΗΠΑ. Η κρίσιμη ερώτηση όμως είναι: προς ποια κατεύθυνση θα οδηγήσει την οργή τους;
Η παγκοσμιοποίηση, γεμάτη ψεύτικες ιδέες και υποσχέσεις, οδηγεί τη μια χώρα στο να κυριαρχήσει πάνω σε μιαν άλλη. Οι λαοί στις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο έχουν απαυδήσει με τις πολιτικές του δυτικού κατεστημένου και ιδιαίτερα του αμερικανικού τραπεζικού συστήματος, σε σημείο που να είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν οποιονδήποτε πολιτικό της Αριστεράς ή της Δεξιάς που θα τους υποσχεθεί ριζοσπαστική αλλαγή. Η ευρωπαϊκή εμπειρία τον εικοστό αιώνα απέδειξε πως αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καταστροφή.
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν πως τώρα που εξελέγη ο κ. Τραμπ θα θελήσει να αποσύρει από τις διεθνείς καταστάσεις τη χώρα του. Αλλά αν ο πολυεκατομμυριούχος εκλεγμένος πρόεδρος θέλει να σταθούν και πάλι στα πόδια τους οι ΗΠΑ, γιατί προτείνει αύξηση στις στρατιωτικές δαπάνες και γιατί επισημαίνει πως οι ΗΠΑ πρέπει να είναι στρατιωτικά ισχυρότερες από οποιαδήποτε άλλη χώρα; Ποια είναι η βαθύτερη ερμηνεία του συνθήματός του «Πρώτα η Αμερική;». Ποια θα είναι η δεύτερη, η τρίτη, η εκατοστή στην ιεραρχία; Αρκετοί λένε ότι δεν αξίζει να δίνει κανείς σημασία σε όσα λένε οι Αμερικανοί πολιτικοί. Είναι καλύτερο να παρακολουθεί τις πράξεις τους.
Αναμένοντας τις κινήσεις του εκλεγμένου Προέδρου
Στον εικοστό αιώνα, οι ΗΠΑ ενεργούσαν ως μια αυτοκρατορία. Μονάχα μια βαθιά κοινωνική, οικονομική και πολιτιστική μεταμόρφωση θα μπορούσε να αλλάξει τον χαρακτήρα και τον ρόλο αυτής της χώρας. Οι Διασπασμένες (Ηνωμένες) Πολιτείες της Αμερικής ξόδεψαν για όπλα όσα χρήματα ξόδεψαν μαζί όλες οι άλλες χώρες του κόσμου. Έχουν στρατεύματα και βάσεις σε περισσότερες από πενήντα χώρες σε όλο τον πλανήτη.
Τόσο η Χίλαρι Κλίντον όσο και ο Ντόναλντ Τραμπ μιλούσαν υπέρ της αύξησης στις στρατιωτικές δαπάνες. Μονάχα ο Μπέρνι Σάντερς, Δημοκρατικός γερουσιαστής από το Βερμόντ, πρότεινε μείωση στις στρατιωτικές δαπάνες, ώστε τα χρήματα που θα εξοικονομούνταν να εξυπηρετούσαν τις κοινωνικές ανάγκες. Αλλά το κατεστημένο τον «έφαγε» και προώθησε τη Χίλαρι Κλίντον. Να όμως που και αυτή ηττήθηκε από τον Τραμπ, που λέει ότι δεν θέλει να έχει και πολλά-πολλά με την Ευρώπη.
Κάθε φορά όμως που οι Αμερικανοί λένε τέτοια πράγματα, στο τέλος επεμβαίνουν δυναμικά. Αλλιώς πώς να εξηγήσει κανείς ότι διατηρούν τη μεγαλύτερη στρατιωτική τους βάση στα Σκόπια, κρατίδιο που αποκαλούν απροκάλυπτα Μακεδονία; Και στη Γιουγκοσλαβία, όταν η Γερμανία, το Βατικανό και η Αυστρία απέτυχαν να κάμψουν το Βελιγράδι, χρειάστηκε να επέμβουν οι Αμερικανοί και να τη διαλύσουν, σε δύο στάδια, με τη συμφωνία του Ντέιτον και τον πόλεμο του Κοσσυφοπεδίου.
Κανείς δεν τους χρειαζόταν το 1990, αλλά από το 2000 ελέγχουν και πάλι τη στρατηγικής σημασίας περιοχή των Βαλκανίων, που θα μπορούσε να παίξει τεράστιο ρόλο σε περίπτωση σύγκρουσης με τη Ρωσία. Σοβαροί αναλυτές λένε ότι αυτό που συνέβη στη Γιουγκοσλαβία έχει πολλές ομοιότητες με τον οικονομικό πόλεμο εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου και τον ρόλο της Γερμανίας και του ΔΝΤ.
Τώρα που ο Ντόναλντ Τραμπ είναι ο νικητής των αμερικανικών εκλογών θα περιμένουμε να δούμε τις επόμενες κινήσεις του στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Θα φυλακίσει τη Χίλαρι Κλίντον ή θα την εξορίσει; Θα τα βάλει με την Κίνα; Και ποια θα είναι η στάση του απέναντι στον Ελληνισμό; Ξέρει άραγε πού βρισκόμαστε;




