Η ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΕΣΣΕΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΑΠΟΤΥΧΗΜΕΝΟ ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ
Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επαναφέρει το όραμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας διώκοντας τους πάντες στο εσωτερικό και μετέχοντας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στο εξωτερικό, σε μία προσπάθεια να καθιερωθεί ανά το παγκόσμιο
Η χωρίς προηγούμενο διώξεις στο εσωτερικό της χώρας και η αλλοπρόσαλλη στάση της Άγκυρας στην παγκόσμια σκηνή έχουν προκαλέσει μεγάλη ανησυχία στη Δύση, καθώς και σε περιφερειακούς συμμάχους, που φοβούνται πως αυτή η χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετατρέπεται, ολοένα και περισσότερο, σε έναν απίστευτα απρόβλεπτο εταίρο
Η ρητορική υπονομεύει την αξιοπιστία της Τουρκίας, γεγονός που θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες στην εξωτερική πολιτική. Τονίζεται, επίσης, πως τώρα η Τουρκία αντιμετωπίζει μεγαλύτερη αντίδραση στο εξωτερικό και χάνει την ικανότητά της να δημιουργήσει συμμαχίες
Από τότε που έγινε η απόπειρα του πραξικοπήματος, 170 εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί και πρακτορεία ειδήσεων έχουν κλείσει, αφήνοντας στο πεζοδρόμιο περισσότερους από 2.500 δημοσιογράφους, ανακοίνωσε η Ένωση Συντακτών της Τουρκίας διαμαρτυρόμενη για τις διώξεις
Στους περίπου τέσσερεις μήνες από το αποτυχημένο στρατιωτικό πραξικόπημα, στην Τουρκία, έχουν απολυθεί ή καταργηθεί περισσότεροι από 110.000 άνθρωποι. Οι Τούρκοι έχουν εισβάλει στη Συρία και απειλούν συνέχεια ότι θα κάνουν το ίδιο και στο Ιράκ. Θεωρούν πως πρέπει να έχουν λέγειν σε όλες τις περιοχές που κάποτε είχαν κατακτήσει και αποτελούσαν μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Είναι ένας λαός εξαιρετικά επικίνδυνος, όχι μόνο για τους γείτονές τους αλλά για ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο. Αυτό το έθνος το αγκαλιάζουν οι Αμερικανοί, οι Βρετανοί και άλλοι Δυτικοί, ο καθένας για δικούς του λόγους.
Πολύ πρόσφατα, κάτω από τις έντονες επευφημίες των οπαδών του, ο Τούρκος νέο-σουλτάνος Ταγίπ Ερντογάν, υπενθυμίζοντας τις δόξες του τουρκικού Οθωμανικού παρελθόντος, διακήρυξε πως θα «ξεριζώσει» τους εχθρούς της χώρας του στο εσωτερικό και το εξωτερικό - από τους οπαδούς του κληρικού τον οποίο καταγγέλλει για την απόπειρα του πρόσφατου πραξικοπήματος ώς τους Κούρδους μαχητές και τους τζιχαντιστές του Ισλαμικού Κράτους.
Συναγερμός στη Δύση
Η χωρίς προηγούμενο διώξεις στο εσωτερικό της Τουρκίας και η αλλοπρόσαλλη στάση της Άγκυρας στην παγκόσμια σκηνή έχουν προκαλέσει μεγάλη ανησυχία και συναγερμό στη Δύση, καθώς και σε περιφερειακούς συμμάχους, που φοβούνται πως αυτή η χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετατρέπεται, ολοένα και περισσότερο, σε έναν απίστευτα απρόβλεπτο εταίρο, προς τον οποίο χάνεται συνέχεια η εμπιστοσύνη.
Στις μεγαλύτερες διώξεις που εξαπολύθηκαν από το καθεστώς του Ερντογάν, η αστυνομία της Τουρκίας την περασμένη Δευτέρα συνέλαβε τον εκδότη και πολλούς από τους δημοσιογράφους της εφημερίδας «Cumhuriyet» -μιας από τις τελευταίες αντιπολιτευόμενες και επικριτικές προς το καθεστώς του Ερντογάν- με την κατηγορία ότι είχαν υποστηρίξει το πραξικόπημα του Ιουλίου. Ανώτατος αξιωματούχος της ΕΕ δήλωσε στο BBC πως οι πρόσφατες διώξεις εναντίον των δημοσιογράφων ξεπέρασαν την κόκκινη γραμμή εναντίον της ελευθερίας της έκφρασης, ενώ το αμερικανικό Υπουργείο των Εξωτερικών εξέφρασε τη βαθύτατη ανησυχία του για τα όσα γίνονται στην Τουρκία.
Κύμα ξέφρενου πατριωτισμού
Ο Ερντογάν χρησιμοποιεί ένα κύμα ξέφρενου πατριωτισμού, σε μια εποχή που το κόμμα AK που ο ίδιος ίδρυσε επιδιώκει συνταγματική αλλαγή, ώστε στην Τουρκία να εγκαθιδρυθεί καθαρό προεδρικό σύστημα, το οποίο θα του δώσει μεγαλύτερες εκτελεστικές εξουσίες. «Αυτό που συμβαίνει στο εσωτερικό και στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας είναι μια πολιτική τακτική, που θα συμβάλει στη διατήρηση μιας ισχυρής και σταθερής συμμαχίας ανάμεσα στη βάση του ΑΚΡ και τους εθνικιστές», λέει ο Σινάν Ουλτζέν, Τούρκος πρώην διπλωμάτης και αναλυτής στο Carnegie Europe. «Η συμμαχία αυτή ευνοεί σκληρή πολιτική απέναντι στο κουρδικό ζήτημα, πιέζει για την επαναφορά της θανατικής ποινής, ενώ δεν θεωρεί απαραίτητη τη διατήρηση της ελευθερίας του λόγου και των ανεξάρτητων ΜΜΕ», επισήμανε σε δηλώσεις του στο πρακτορείο Reuters.
Δεν θα μετριαστεί
Όπως επισημαίνουν ξένοι διπλωμάτες στην Άγκυρα, δεν υπάρχει η παραμικρή ένδειξη πως η τουρκική ακραία πολιτική στο εσωτερικό ή το εξωτερικό θα μετριαστεί, καθώς είναι δεδομένο το γεγονός ότι το κυβερνητικό κόμμα χρειάζεται την υποστήριξη των εθνικιστών, ώστε να γίνουν οι συνταγματικές αλλαγές που ο Ερντογάν και το κόμμα του επιδιώκουν μέσω της διεξαγωγής δημοψηφίσματος, το οποίο -σύμφωνα με το ΑΚΡ- θα μπορούσε να διενεργηθεί την ερχόμενη άνοιξη. Το εθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ, του οποίου τα περισσότερα μέλη είναι ακραίοι και αδιάλλακτοι εθνικιστές που υποστηρίζουν τη στάση του Ερντογάν από τότε που εκδηλώθηκε στο πραξικόπημα, έχει αφήσει να νοηθεί ότι θα στηρίξει το ΑΚΡ στη Βουλή, καθώς αυτό χρειάζεται υποστήριξη για το δημοψήφισμα σχετικά με το προεδρικό σύστημα.
Θα αργήσουν, ίσως, οι πράξεις
Αλλά, ενώ οι διώξεις στο εσωτερικό ίσως να συνεχιστούν -το κλείσιμο της «Cumhuriyet» συνέβη μια μέρα μετά την απόλυση 10.000 δημόσιων υπαλλήλων και το κλείσιμο 15 ακόμα Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης- η απαράδεκτη φρασεολογία σχετικά με την εξωτερική πολιτική ίσως να μη μετατραπεί τόσο εύκολα ή γρήγορα σε πράξεις. Ο Ερντογάν προειδοποίησε τον μήνα που πέρασε πως «η Τουρκία δεν θα περιμένει μέχρις ότου το μαχαίρι φτάσει ώς το κόκκαλο» για να καταδιώξει τους εχθρούς της στο εξωτερικό, κι απειλεί να εισβάλει στο Ιράκ, αν η επίθεση εναντίον του Ισλαμικού Κράτους και της Μοσούλης -που υποστηρίζεται από τις ΗΠΑ και τη Βρετανία- προκαλέσει φυλετικές συγκρούσεις και ταραχές, οι οποίες θα μπορούσαν να απειλήσουν τα τουρκικά σύνορα.
Δεν το χωνεύει ότι έμεινε εκτός από την επιχείρηση στη Μοσούλη
Η Τουρκία δεν μπορεί να χωνέψει το γεγονός ότι δεν προσκλήθηκε να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο στην επίθεση εναντίον της Μοσούλης, που κάποτε υπήρξε μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι Τούρκοι στη συντριπτική πλειοψηφία τους είναι μουσουλμάνοι σουνίτες και ισχυρίζονται πως έχουν καθήκον να προστατέψουν τους «αδελφούς» Τουρκμένους και σουνίτες Άραβες της περιοχής.
Όπως λέει η Άγκυρα, ανησυχεί μήπως οι σιίτες ένοπλοι, που από την περασμένη Κυριακή συμμετέχουν στην επίθεση εναντίον της Μοσούλης, προκαλέσουν εθνικό αιματοκύλισμα. Αλλά μια τουρκική παρέμβαση στις επίγειες επιχειρήσεις στην περιοχή της Μοσούλης θα είναι πολύ επικίνδυνη ενέργεια, η οποία θα μπορούσε να εμπλέξει τον στρατό της σε τριπλό μέτωπο μαχών, καθώς -όπως λέει η Άγκυρα- οι δυνάμεις της επιχειρούν εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία και εναντίον των Κούρδων αυτονομιστών ανταρτών του ΡΚΚ στα νοτιανατολικά της χώρας.
«Η Τουρκία είναι ένας σημαντικός παίκτης μέσα στην περιοχή της, αλλά θα χρειαστεί να υπολογίσει σωστά το μέγεθός της», λέει ο Αϋντίν Σελτσέν, συνταξιούχος διπλωμάτης που διατέλεσε Γενικός Πρόξενος της Τουρκίας στην Ερμπίλ, πρωτεύουσα της αυτόνομης κουρδικής περιοχής στο βόρειο Ιράκ. «Η ιστορία μοιάζει με τεράστιο υπερκατάστημα, όπου μπορείς να βρεις ό,τι επιθυμείς. Μπορείς να επιλέξεις μια ιστορική στιγμή για να συναρπάσεις τα πλήθη. Αλλά δεν μπορείς να εφαρμόσεις μια εξωτερική πολιτική ή μια στρατιωτική επιχείρηση βασισμένες σε αυτό», πρόσθεσε, αναφερόμενος στα όσα υποστηρίζει στους λόγους του ο Ερντογάν, επικαλούμενος την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Πολλές αμφιβολίες
Πάντως, σε ορισμένα Ιδρύματα όπως αυτό του Carnegie Europe αμφιβάλλουν για το αν η Τουρκία θα επιχειρήσει επίγεια στρατιωτική επέμβαση στο Ιράκ, θεωρώντας ότι όλη αυτή η ρητορική είναι για εσωτερική κατανάλωση. Παρ' όλ' αυτά, πιστεύουν πως η ρητορική υπονομεύει την αξιοπιστία της Τουρκίας, γεγονός που θα μπορούσε να έχει απρόβλεπτες συνέπειες στην εξωτερική πολιτική. Τονίζεται, επίσης, πως τώρα η Τουρκία αντιμετωπίζει μεγαλύτερη αντίδραση στο εξωτερικό και χάνει την ικανότητά της να δημιουργήσει συμμαχίες, όχι μόνο με τους παραδοσιακούς εταίρους της, αλλά και με τους περιφερειακούς παίκτες.
Οι διώξεις δημοσιογράφων
Οι νέες διώξεις εναντίον των δημοσιογράφων δεν συνέβαλαν καθόλου στη δημόσια εικόνα της Τουρκίας. Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς έγραψε στο Twitter ότι οι συλλήψεις των ανθρώπων της «Cumhuriyet» ήταν άλλη μια παραβίαση της κόκκινης γραμμής εναντίον της ελεύθερης έκφρασης. «Οι μαζικές διώξεις είναι φανερό πως έχουν πολιτικά κίνητρα και δεν έχουν καμία σχέση με τους νόμους ή την εθνική ασφάλεια», επισήμανε.
Η εισαγγελία της Κωνσταντινούπολης ανακοίνωσε πως το δημοσιογραφικό προσωπικό της εφημερίδας είναι ύποπτο για διάπραξη εγκληματικών ενεργειών εκ μέρους των Κούρδων αυτονομιστών και του δικτύου του Φετουλάχ Γκιουλέν, ενός Τούρκου κληρικού που ζει στις ΗΠΑ και τον οποίο η Άγκυρα θεωρεί εγκέφαλο για την απόπειρα του πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου. Το φασιστικό καθεστώς της Τουρκίας ισχυρίζεται ότι οι διώξεις δικαιολογούνται από το γεγονός ότι, στη διάρκεια της απόπειρας του πραξικοπήματος, σκοτώθηκαν 240 άνθρωποι, όταν πραξικοπηματίες, μεταμφιεσμένοι ως στρατιώτες, κατέλαβαν άρματα μάχης και πολεμικά αεροσκάφη και άνοιξαν πυρ εναντίον της Βουλής και άλλων στόχων.
Τι έγινε μετά το πραξικόπημα
Από τότε που έγινε η απόπειρα του πραξικοπήματος, 170 εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοπτικοί και ραδιοφωνικοί σταθμοί και πρακτορεία ειδήσεων έχουν κλείσει, αφήνοντας στο πεζοδρόμιο περισσότερους από 2.500 δημοσιογράφους, ανακοίνωσε η Ένωση Συντακτών της Τουρκίας διαμαρτυρόμενη για τις διώξεις. Οργανώσεις της αντιπολίτευσης καταγγέλλουν πως οι διώξεις χρησιμοποιούνται για να κλείσουν όλα τα στόματα αυτών που αντιστέκονται στη δικτατορία που επιχειρεί να επιβάλει ο Ερντογάν.
«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι στη νέα φάση της ενορχηστρωμένης καταπίεσης που επιβάλλει στη χώρα το ΑΚΡ, ώστε να εξασφαλιστεί πως δεν θα ακούγεται καμία άλλη άποψη», δήλωσε στους δημοσιογράφους ο Σελαχατίν Ντεμιτράς, επικεφαλής του φιλοκουρδικού Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος.




