Η άρνηση του «γαλατικού χωριού» να πει «ναι» στη συμφωνία δημιουργεί προβλήματα
Ευρωπαϊκή Ένωση και Καναδάς δεν χάνουν, για την ώρα, την ελπίδα τους και ευελπιστούν πως σύντομα θα υπάρξει λύση στο όλο θέμα, πράγμα που ωστόσο φαντάζει αρκετά δύσκολο


Εξανεμίζονται οι πιθανότητες να υπογραφεί άμεσα η συμφωνία εμπορίου μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Καναδά (CETA), καθώς η Βαλλονία ακόμη δεν είναι έτοιμη να πει το «ναι» και έτσι το Βέλγιο, ως τελευταίος των «28», δεν μπορεί να δώσει την έγκρισή του. Τόσο ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου όσο και ο Καναδάς εμφανίζονται να ελπίζουν πως «υπάρχει ακόμη χρόνος» - αλλά είναι λίγοι: «Δεν νομίζω πως θα έχουμε συμφωνία αυτή την εβδομάδα», λέει ο πρόεδρος της Ευρωβουλής Μάρτιν Σουλτς.

Οι θέσεις των εμπλεκομένων
Ο Βέλγος πρωθυπουργός Σαρλ Μισέλ διαμήνυσε στην ΕΕ πως δεν είναι σε θέση, εξαιτίας της αντίθεσης της περιφερειακής κυβέρνησης της Βαλλονίας (υπό τον Πολ Μανιέτ), να δώσει τη συγκατάθεση του Βελγίου. Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ντόναλντ Τουσκ ανέφερε ωστόσο στη συνέχεια:

«Μαζί με τον Καναδό πρωθυπουργό Τζάστιν Τρουντό, πιστεύουμε πως η Σύνοδος της Πέμπτης είναι ακόμη δυνατή. Καλούμε όλες τις πλευρές να βρουν λύση, πιστεύουμε πως υπάρχει ακόμη χρόνος», συμπλήρωσε. Και ο Καναδάς από την πλευρά του ανέφερε πως η CETA «δεν είναι νεκρή», όπως είπε η Υπουργός Εμπορίου Κρίστια Φρίλαντ, αν και απέφυγε να δώσει συγκεκριμένη απάντηση για το τι θα συμβεί εάν δεν υπάρξει συμφωνία τις επόμενες ημέρες.

H Βαλλονία, από την πλευρά της, έχει μιλήσει για ενδεχόμενο διεξόδου, με χρονικό ορίζοντα όμως το τέλος του χρόνου. Ο πρόεδρος της Ευρωβουλής Μάρτιν Σουλτς ήταν ξεκάθαρος στις εκτιμήσεις του, μιλώντας την Τρίτη στη γερμανική ραδιοφωνία: «Δεν πιστεύω ότι θα έχουμε λύση αυτή την εβδομάδα. Μου φαίνεται πάρα πολύ δύσκολο», προσέθεσε, έχοντας ωστόσο δηλώσει αισιόδοξος πως στο τέλος θα βρεθεί συμβιβασμός για τη CETA με τη Βαλλονία, λέγοντας πως τα ερωτήματα που εγείρει η περιφερειακή κυβέρνηση «τα εκφράζουν και πολίτες αλλού στην Ευρώπη».

Οι αντιρρήσεις της Βαλλονίας
Οι συγκεκριμένες αντιρρήσεις της Βαλλονίας στη CETA αφορούν την ανησυχία για κατακόρυφη αύξηση εισαγωγών χοιρινού και βόρειου κρέατος από τον Καναδά και τα ερωτηματικά γύρω από την υπαγωγή στο διεθνές Δίκαιο για διαφορές μεταξύ κρατών και ξένων επενδυτών. Κατά τους επικριτές της συμφωνίας, αυτό μπορεί να ανοίξει την πόρτα σε πολυεθνικές, ώστε να καθορίζουν τη δημόσια πολιτική.

Την ίδια στιγμή, πάντως, επικριτές της κυβέρνησης της Βαλλονίας υποστηρίζουν πως η αντίθεση στη CETA χρησιμοποιείται καιροσκοπικά από τον Πολ Μανιέτ, ο οποίος κατηγορείται πως πιέζει ώστε να ενισχυθεί η προσωπική του θέση εντός της βελγικής κεντροαριστεράς.

Επίθεση Λαμπέρτς
Σε σχέση με τις πιέσεις που ασκούνται προς την τοπική κυβέρνηση της Βαλλονίας, ο ένας εκ των δύο Προέδρων της Ομάδας των Πρασίνων Φιλίπ Λαμπέρτς έκανε λόγο για «περιφρόνηση και εκφοβισμό» προς την τοπική κυβέρνηση της Βαλλονίας (Βέλγιο), που πεισματικά αντιστέκεται στην εμπορική συμφωνία με τον Καναδά (CETA). «Εάν είχαμε θελήσει να αποφύγουμε αυτό το αδιέξοδο, θα έπρεπε η συμφωνία να είναι καθαρά εμπορική, να αφορά αποκλειστικά τις εμπορικές σχέσεις και να μην είναι η 'μικτή συμφωνία' που θέλησε τελικά η Κομισιόν», τόνισε ο Λαμπέρτς.

Μια καθαρά εμπορική συμφωνία, που αφορά στα τεχνικά πρότυπα και στους τελωνειακούς δασμούς, είναι στην αποκλειστική αρμοδιότητα της ΕΕ και δεν θα υπήρχε ανάγκη έγκρισης από τα εθνικά ή τα περιφερειακά κοινοβούλια. «Οι αρχιτέκτονες της CETA», πρόσθεσε ο Λαμπέρτς, «και οι άνευ όρων υποστηρικτές της επιμένουν μανιωδώς να συμπεριληφθούν ορισμένες διατάξεις, ώστε να είναι μια συμφωνία 'νέας γενιάς'.

Δεν πρόκειται πλέον για μια εμπορική συμφωνία, αλλά για μια 'κανονιστική συμφωνία', την οποία ονομάζουν 'μικτή', με κανόνες των οποίων απώτερος στόχος είναι κλειδώσουν τις δυνατότητες των δημοκρατικά εκλεγμένων κυβερνήσεων και να τις εμποδίσουν να υιοθετούν κοινωνικά μέτρα και κανόνες. (...) Πρόκειται για μια εκτροπή της όλης διαδικασίας προς όφελος των πολυεθνικών εταιρειών που αντιμετωπίζουν κάθε νομοθεσία ως εμπόδιο για τις επιχειρήσεις τους», υπογράμμισε.

Χειραγώγηση και εκφοβισμός
Η CETA προβλέπει την «κανονιστική» δημιουργία διαιτητικών δικαστηρίων, ενώ κανείς δεν είναι σε θέση να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο είναι απαραίτητα ανάμεσα στην Ευρώπη και τον Καναδά, τόνισε ο ευρωβουλευτής. Σύμφωνα με τον Λαμπέρτς, «η επιμονή των υποστηρικτών για τη δημιουργία των δικαστηρίων αποδεικνύει ότι ο κύριος στόχος είναι να χειραγωγήσουν και να εκφοβίσουν τα κράτη.

Άκουσα συχνά στους διαδρόμους του Συμβουλίου», πρόσθεσε, «να μιλούν περιφρονητικά για τους κατοίκους της Βαλλονίας, λέγοντας πως 'οι κακόμοιροι Βαλλόνοι δεν έχουν καταλάβει τίποτα', ή ακόμα εκφοβίζοντας, λέγοντας πως 'καιρός είναι να υπογράψει το Βέλγιο', ενώ ο πρόεδρος του Συμβουλίου Τουσκ δεν ακυρώνει τη συνάντηση της Πέμπτης και λέει 'βρείτε τα'. Εκφοβισμός και περιφρόνηση είναι τα δύο καύσιμα για την ανάφλεξη των αντιευρωπαϊκών αισθημάτων, που όλο και διογκώνονται στην Ευρώπη», υπογράμμισε.

Ο Λαμπέρτς απέρριψε κάθε ιδέα ότι οι αποφάσεις της τοπικής κυβέρνησης της Βαλλονίας μπορεί να βασίζονται σε εσωτερικά πολιτικάντικα επιχειρήματα και εξήγησε ότι τα τρία τελευταία χρόνια το θέμα της εμπορικής συμφωνίας ήταν μονίμως ένα από τα θέματα που απασχολούσαν τους κατοίκους και την τοπική κυβέρνηση. «Οι Βαλλόνοι γνωρίζουν τη CETA πολύ καλύτερα από πολλούς από εμάς. Δεν έχω δει ένα θέμα στο γαλλόφωνο Βέλγιο να κινητοποιεί τόσο την κοινωνία των πολιτών, όσο η εμπορική συμφωνία», υπογράμμισε ο Λαμπέρτς.