Δύο γυναίκες κατηγόρησαν τον υποψήφιο των Ρεπουμπλικανών για σεξουαλική παρενόχληση
Αν και τόσο ο ίδιος όσο και ο εκπρόσωπός του διαψεύδουν όσα ισχυρίζονται οι καταγγέλλουσες, εντούτοις τέτοιου είδους ζητήματα πλήττουν κι άλλο την προσωπικότητά του


Την ώρα που δέχεται βολές πανταχόθεν, ακόμα και από άτομα εντός του κόμματός του, ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών στις αμερικανικές εκλογές Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται αντιμέτωπος και με ακόμη ένα πονοκέφαλο. Αυτός ακούει στο όνομα «καταγγελία για σεξουαλική παρενόχληση».

Χθες δύο γυναίκες κατηγόρησαν τον δισεκατομμυριούχο κροίσο για σεξουαλική παρενόχληση, σε συνεντεύξεις που παραχώρησαν στην εφημερίδα «New York Times».

Πάντως, παρά το γεγονός ότι ο εκπρόσωπός του έσπευσε να χαρακτηρίσει «αποκυήματα φαντασίας» αυτές τις καταγγελίες, θεωρείται βέβαιο ότι θα πλήξουν τον υποψήφιο για την προεδρία των ΗΠΑ, υπονομεύοντας ακόμη περισσότερο τις πιθανότητές του να εκλεγεί.

Κι άλλα περιστατικά
Μετά το δημοσίευμα, πολλές άλλες γυναίκες κατήγγειλαν παρόμοια περιστατικά, γεγονός που εντείνει τις πιέσεις στον Τραμπ, ο οποίος προσπαθεί να ανακάμψει, καθώς η βασική αντίπαλός του Χίλαρι Κλίντον έχει ξεφύγει με διαφορά τουλάχιστον οκτώ μονάδων στις δημοσκοπήσεις. Το επιτελείο του έδινε ήδη μάχη να περιορίσει τις ζημιές, μετά το βίντεο που προβλήθηκε την περασμένη εβδομάδα, στο οποίο ο Νεοϋορκέζος μεγιστάνας ακουγόταν να κομπάζει για τις απρόκλητες ερωτικές προτάσεις του σε γυναίκες.

Οι καταγγελίες
Από τις δύο γυναίκες που μίλησαν στην εφημερίδα, η μία, η Τζέσικα Λιντς, εμφανίστηκε σε ένα βίντεο που αναρτήθηκε στον ιστότοπο της «New York Times» να αφηγείται πώς ο Τραμπ της έπιασε το στήθος και προσπάθησε να βάλει το χέρι του κάτω από τη φούστα της μέσα σε ένα αεροπλάνο, περί το 1980. Η δεύτερη, η Ρέιτσελ Κρουκς, είπε ότι ο Τραμπ «τη φίλησε στο στόμα» το 2005 έξω από έναν ανελκυστήρα στον Πύργο Τραμπ του Μανχάταν, όπου εκείνη εργαζόταν ως ρεσεψιονίστ σε μια κτηματομεσιτική εταιρεία.

«Παντελώς κατασκευασμένο»
Ο Τραμπ διέψευσε μέσω του Twitter το δημοσίευμα, χαρακτηρίζοντάς το «παντελώς κατασκευασμένο». Το επιτελείο του έδωσε στη δημοσιότητα μια επιστολή του δικηγόρου Μαρκ Κάσοβιτς, ο οποίος ζητά εκ μέρους του επιχειρηματία να αποσυρθεί το δημοσίευμα (που το χαρακτηρίζει δυσφημιστικό), απειλώντας με προσφυγή στη δικαιοσύνη.

«Ολόκληρο το άρθρο είναι αποκύημα της φαντασίας και είναι επικίνδυνο μια εφημερίδα σαν τη "New York Times" να προχωρά σε μια εντελώς ψευδή, συντονισμένη επίθεση δυσφήμισης του κ. Τραμπ για ένα τέτοιο θέμα», ανέφερε ο σύμβουλός του για θέματα επικοινωνίας, Τζέισον Μίλερ.

Κι άλλα ρεπορτάζ
Ωστόσο, μέσα σε λίγες ώρες μετά το δημοσίευμα, πολλά άλλα μέσα ενημέρωσης παρουσίασαν παρόμοια ρεπορτάζ. Μάλιστα το περιοδικό «People» δημοσίευσε μια λεπτομερή αφήγηση, σε πρώτο πρόσωπο, της δημοσιογράφου Νατάσα Στόινοφ, η οποία ισχυρίστηκε ότι το 2005 ο Τραμπ τη στρίμωξε σε έναν τοίχο, στο σπίτι του στη Φλόριντα και τη φίλησε, ενώ εκείνη προσπαθούσε να του ξεφύγει.

«Γύρισα απ’ την άλλη και, μέσα σε δευτερόλεπτα, με έσπρωξε στον τοίχο και έβαλε τη γλώσσα του στο στόμα μου», έγραψε η Στόινοφ. Ο 70χρονος Τραμπ διέψευσε και αυτή την καταγγελία, εξαπολύοντας επίθεση στη δημοσιογράφο, επειδή της πήρε δώδεκα χρόνια να αποκαλύψει την περιπέτειά της και δεν είχε κάνει καμία αναφορά στο ρεπορτάζ της, εκείνη την εποχή, επειδή αυτά που ισχυρίζεται «δεν συνέβησαν».

Μια παρόμοια ιστορία δημοσιεύει η εφημερίδα «Palm Beach Post»: η 36χρονη Μίντι ΜακΓκίλιβρι από τη Νότια Φλόριντα υποστηρίζει ότι ο Τραμπ τής έπιασε τα οπίσθια πριν από 13 χρόνια, όταν εκείνη εργαζόταν σε μια επιχείρησή του, στο Μαρ αλ Λάγκο, ως βοηθός φωτογράφου. Η εκπρόσωπος του Τραμπ Χόουπ Χικς διέψευσε και αυτό το ρεπορτάζ.

Διευρύνεται το ρήγμα…
Πάντως, η δημοσιοποίηση του βίντεο της προηγούμενης Παρασκευή, με τους σεξιστικούς χαρακτηρισμούς του Τραμπ για τις γυναίκες, και οι αντιδράσεις που προκάλεσε πυροδότησαν μια σοβαρή πολιτική κρίση στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, ενεργοποιώντας την αρνητική πολιτική δυναμική που είχε συσσωρευτεί από την έναρξη των προκριματικών κύκλων για την τελική επιλογή του προεδρικού υποψηφίου του κόμματος.

Οι ηγετικοί κύκλοι των Ρεπουμπλικανών κατά τις τελευταίες ημέρες έχουν αντιληφθεί ότι οι πιθανότητες εκλογής του Τραμπ στον Λευκό Οίκο έχουν μειωθεί αισθητά, ενώ η Χίλαρι Κλίντον παγώνει τη διαφορά της στις παναμερικανικές δημοσκοπήσεις. Παράλληλα, είναι αρκετοί οι Ρεπουμπλικανοί που, αξιολογώντας την κατάσταση αρνητικής δημοτικότητας που εδραιώνεται γύρω από το κόμμα, πιστεύουν ότι έχει τεθεί επίσης σε μεγάλο κίνδυνο η διατήρηση του πλειοψηφικού ελέγχου του κόμματος στα δύο νομοθετικά σώματα του Κογκρέσου.

Το μέτωπο με Ράιαν
Η κατάσταση επιδεινώνεται απρόβλεπτα από την πολιτική σύγκρουση του Ντόναλντ Τραμπ με ηγετικούς κύκλους του κόμματος, όπως ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Πολ Ράιαν. Ο Ράιαν, παρά το γεγονός ότι για λόγους πολιτικής τακτικής δεν απέσυρε τη δημόσια υποστήριξή του στην προεδρική υποψηφιότητα του Τραμπ, γνωστοποίησε ότι δεν θα συμμετέχει στην προεκλογική του εκστρατεία, ενώ δεν θα υποστηρίζει τις θέσεις του.

Παράλληλα, παρότρυνε όσα από τα μέλη της Βουλής των Αντιπροσώπων ανήκουν στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και δεν επιθυμούν να υποστηρίξουν τον Τραμπ, να μην το κάνουν. Από την άλλη μεριά, ο Ντόναλντ Τραμπ στη διάρκεια προεκλογικής εκδήλωσης στη Φλόριντα τόνισε ότι ο Ράιαν κι άλλες ηγετικές προσωπικότητες του κόμματος δεν του έδωσαν συγχαρητήρια για την παρουσία του στην τηλεοπτική αναμέτρηση της Κυριακής με τη Χίλαρι Κλίντον, προκαλώντας τη συμπάθεια των υποστηρικτών του που τον παρακολουθούσαν.

«Εδώ υπάρχει ολόκληρο ζήτημα. Υπάρχει θέμα και θα το ανακαλύψουμε. Πάντα ανακαλύπτω πράγματα και καταστάσεις. Εδώ εξελίσσεται μια ολέθρια σκευωρία», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Τραμπ.

Υπάρχουν κι οι υποστηρικτές
Ωστόσο, υπάρχουν στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, όπως ο πρώην πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Τζον Μπέινερ, που δηλώνουν ότι παρά την απέχθεια που αισθάνονται για τα σχόλια του Τραμπ τελικά θα τον ψηφίσουν, επειδή επιθυμούν να δουν τον διορισμό συντηρητικών δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.

Η επιλογή του Μπέινερ γνωστοποιήθηκε πριν από τη δημοσίευση της καταγγελίας των δύο γυναικών στην εφημερίδα «The New York Times», ενώ ο ίδιος φέρεται να θεωρεί φυσιολογική τη δημοσίευση αρνητικών δημοσιευμάτων, όσο πλησιάζουμε προς τη διεξαγωγή των προεδρικών εκλογών της 8ης Νοεμβρίου.

«Τι άλλο μπορεί να ειπωθεί στη διάρκεια ενός προεκλογικού αγώνα, κατά τον οποίο έχουν ειπωθεί τα πάντα; Η κατάσταση δεν μπορεί να χειροτερεύσει περισσότερο», δήλωσε χαρακτηριστικά ο Μπέινερ.