Τι καταδεικνύουν τα αποτελέσματα μελέτης ερευνητών του ΤΕΠΑΚ
Τα δεδομένα αυτά θα πρέπει να καθησυχάσουν γονείς και παιδίατρους, ότι τα παιδιά μπορούν να ξεκινήσουν όλα τα τρόφιμα μεταξύ τεσσάρων και δώδεκα μηνών


Το 2000, η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής συνέστησε ότι τα βρέφη υψηλού κινδύνου (βρέφη με έκζεμα, τροφική αλλεργία ή οικογενειακό ιστορικό αλλεργιών) θα πρέπει να αποφεύγουν τα γαλακτοκομικά μέχρι την ηλικία ενός έτους, το αβγό μέχρι την ηλικία των δύο και τα φιστίκια, καρύδια, και τα ψάρια μέχρι την ηλικία τριών, για πρόληψη ανάπτυξης αλλεργιών.

Το 2008, αναθεώρησε αυτή την οδηγία δηλώνοντας ότι από νέα στοιχεία προέκυψαν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με το όφελος της καθυστερημένης εισαγωγής στερεών τροφών που πιστεύεται να είναι αλλεργιογόνα, καθώς ο επιπολασμός (ποσοστά) των αλλεργιών σε τρόφιμα και φιστίκια συνέχισε να αυξάνεται.

Μια σύσταση να μην καθυστερεί η εισαγωγή τροφίμων πέραν των τεσσάρων έως έξι μηνών είχε εκδοθεί, αλλά δεν συνοδεύτηκε από οδηγία σχετική με τη βέλτιστη χρονική στιγμή εισαγωγής αυτών των τροφίμων. Τώρα τα διαθέσιμα στοιχεία έχουν επικαιροποιηθεί, υποστηρίζοντας την εισαγωγή των αλλεργιογόνων τροφίμων νωρίτερα στη βρεφική διατροφή.

Οι νέες έρευνες
Η Δρ Δέσπω Ιεροδιακόνου, Κύπρια ερευνήτρια και επιστημονική συνεργάτιδα του Διεθνούς Ινστιτούτου Κύπρου για την Περιβαλλοντική και Δημόσια Υγεία του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου Κύπρου (ΤΕΠΑΚ), παρουσίασε στην Ημερίδα Δημόσιας Υγείας, που διοργανώθηκε στις εγκαταστάσεις του Πανεπιστημίου στις 19 Σεπτεμβρίου, τα αποτελέσματα της μελέτης που διεξήγαγε με ομάδα ερευνητών της Ιατρικής Σχολής του Imperial College London, για να ρίξουν περισσότερο φως στη σχέση ανάμεσα στον χρόνο εισαγωγής τροφίμων στη βρεφική ηλικία και τον κίνδυνο για ανάπτυξη αλλεργικών ή αυτοάνοσων ασθενειών.

Μέσα από τη βιβλιογραφική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση που ολοκλήρωσαν, η σύνθεση των επιστημονικών στοιχείων πέντε τυχαιοποιημένων δοκιμών, στις οποίες έλαβαν μέρος 1.915 συμμετέχοντες (με υψηλό ή κανονικό κίνδυνο για τροφική αλλεργία), υποστηρίζει ότι η εισαγωγή αβγού από νωρίς (από τέσσερεις έως έξι μήνες) μειώνει τον κίνδυνο για αλλεργία στο αβγό (μείωση του απόλυτου κινδύνου σε τέσσερεις περιπτώσεις ανά 1000 παιδιά) σε σχέση με τα παιδιά που λαμβάνουν αβγό για πρώτη φορά μετά τους 4-6 μήνες.

Παρομοίως, από δύο μελέτες στις οποίες συμμετείχαν 1.550 συμμετέχοντες, τα στοιχεία έδειξαν με μέτρια βεβαιότητα ότι η πρώιμη εισαγωγή φιστικιών από τους τέσσερεις και έντεκα μήνες συσχετίζεται με μειωμένο κίνδυνο για αλλεργία στα φιστίκια (μείωση του απόλυτου κινδύνου σε δεκαοκτώ περιπτώσεις ανά 1.000 παιδιά).

Επιπλέον, με μεγάλη βεβαιότητα τα στοιχεία της μελέτης δείχνουν ότι δεν υπάρχει καμία συσχέτιση μεταξύ της χρονικής στιγμής της εισαγωγής γλουτένης με τον κίνδυνο για κοιλιοκάκη. Ανάμεσα στις 146 μελέτες που εξετάστηκαν, φαίνεται ότι η χρονική στιγμή της εισαγωγής άλλων αλλεργιογόνων τροφίμων (π.χ. γάλα, ψάρι, σόγια) τον πρώτο χρόνο ζωής δεν συσχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο για αλλεργικές ή αυτοάνοσες ασθένειες.

Η μετα-ανάλυση
Αυτή η μετα-ανάλυση, που δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο στο επιστημονικό περιοδικό «Journal of American Medical Association» (JAMA), παρέχει περαιτέρω ενδείξεις ότι η πρώιμη εισαγωγή του αβγού και των φιστικιών σε παιδιά υψηλού κινδύνου είναι προστατευτική ενάντια στην ανάπτυξη τροφικής αλλεργίας στα συγκεκριμένα τρόφιμα.

Η Δρ Ιεροδιακόνου ανέφερε ότι εφόσον δεν προϋπάρχει έκζεμα ή τροφική αλλεργία, τότε φαίνεται λογικό να δώσουμε αβγό και φιστίκι (σε μορφή φυστικοβούτυρου για αποφυγή πνιγμού), όταν άλλες συμπληρωματικές (στερεές) τροφές έχουν εισαχθεί στη διατροφή του βρέφους.

Επίσης, σημείωσε ότι αν και αυτό πρέπει να επιβεβαιωθεί και για άλλα τρόφιμα ή σε παιδιά χαμηλού κινδύνου, τα δεδομένα αυτά θα πρέπει να καθησυχάσουν γονείς και παιδίατρους, ότι τα παιδιά μπορούν να ξεκινήσουν όλα τα τρόφιμα μεταξύ των ηλικιών τεσσάρων και δώδεκα μηνών, χωρίς αυξημένο κίνδυνο για ανάπτυξη αλλεργικής ή αυτοάνοσης ασθένειας.