Όλα όσα πρέπει να γνωρίζουμε για αυτή την επικίνδυνη ασθένεια
Υπάρχουν περίπου 64 είδη λεγιονέλλας και περισσότερα από τα μισά μπορούν να προκαλέσουν νόσο στον άνθρωπο, με το είδος Λεγιονέλλα pneumofila να ευθύνεται για το 90% των λοιμώξεων στον άνθρωπο
Η νόσος των λεγεωναρίων ήλθε στο φως της δημοσιότητας το 1976, όταν ξέσπασε επιδημία (οξύ εμπύρετο νόσημα του αναπνευστικού) σε αμερικανική λεγεώνα στη Φιλαδέλφεια των Ηνωμένων Πολιτειών. Συνολικά προσβλήθηκαν 221 άτομα από πνευμονία, 34 εκ των οποίων κατέληξαν σε θάνατο. Ερευνώντας για τον αιτιολογικό παράγοντα αυτής της επιδημίας, απομονώθηκε και ταυτοποιήθηκε ο υπεύθυνος μικροοργανισμός, το οποίο ονομάσθηκε Λεγιονέλλα.
Υπάρχουν περίπου 64 είδη λεγιονέλλας και περισσότερα από τα μισά μπορούν να προκαλέσουν νόσο στον άνθρωπο. Το είδος Λεγιονέλλα pneumofila ευθύνεται για το 90% των λοιμώξεων στον άνθρωπο. Ιδανικό περιβάλλον για την ανάπτυξή του είναι το υδάτινο (λίμνες, ποτάμια, δεξαμενές, πισίνες, συστήματα ύδρευσης μεγάλων κτηριακών μονάδων, θερμές & ιαματικές πηγές).
Είναι αρκετά ανθεκτικό και μπορεί να επιζήσει σε ποικίλες συνθήκες του περιβάλλοντος. Η καλύτερη θερμοκρασία ανάπτυξης του μικροβίου είναι 28-40°C. Το μικρόβιο είναι αδρανές κάτω από 20°C και χάνει τη ζωή του σε θερμοκρασίες άνω των 60°C. Τα συστήματα κλιματισμού (air-condition) δεν θεωρούνται πλέον πηγές μετάδοσης του βακτηριδίου, όπως πιστευόταν παλαιότερα.
Πώς μεταδίδεται
Ο άνθρωπος προσβάλλεται μέσω εισπνοής ή εισρόφησης μικροσταγονιδίων που περιέχουν τον μικροοργανισμό. Τα ακόλουθα συστήματα συνδέονται με τη μεταφορά της λεγιονέλλας, όπως είναι τα συστήματα ψύξης, υγραντήρες, θεραπεία αναπνευστικού εξοπλισμού κ.ά. Παράγοντες που διευκολύνουν την ανάπτυξη νόσου στον άνθρωπο είναι το κάπνισμα και η κατάχρηση αλκοόλ.
Επίσης περισσότερο ευάλωτα είναι τα ανοσοκατασταλμένα άτομα και εκείνα που πάσχουν από χρόνια νοσήματα των πνευμόνων. Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι η λεγιονέλλα δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο. Μπορεί να προσβάλει οποιαδήποτε ηλικία. Η περίοδος επώασης (ο χρόνος που χρειάζεται για την εμφάνιση των συμπτωμάτων από την ώρα που το μικρόβιο μπαίνει στον ανθρώπινο οργανισμό) κυμαίνεται από 2 μέχρι 10 ημέρες.
Tα συμπτώματά της
Ο ασθενής αισθάνεται για λίγες ημέρες αδυναμία και καταβολή και μπορεί να ακολουθήσει μία περίοδος με συμπτώματα γρίπης. Ο βήχας (αρχικά ξηρός, κατόπιν παραγωγικός) μπορεί να είναι το πρώτο σύμπτωμα προσβολής των πνευμόνων. Πολλοί ασθενείς παρουσιάζουν υψηλό πυρετό (περισσότερο από 39°C), συμπτώματα από το γαστρεντερικό σύστημα (διάρροια, ναυτία, εμετό, στομαχικές διαταραχές), από το κεντρικό νευρικό σύστημα (πονοκέφαλος, σύγχυση, λήθαργος, ντελίριουμ), από την καρδιά (βραδυκαρδία) κ.λπ. Ανάλογα δε με την έκταση της πνευμονίας αλλά και τη συνύπαρξη ή όχι άλλων νοσημάτων, μπορεί να υπάρχει δύσπνοια ή και αναπνευστική ανεπάρκεια.
Πώς γίνεται η διάγνωση
Υπάρχουν διάφορες εργαστηριακές δοκιμασίες για τη διάγνωση της λεγιονέλλας, όπως:
-Έμμεση μέθοδος ανοσοφθοριζόντων αντισωμάτων (αύξηση τίτλου αντισωμάτων 1: 128).
-Η απομόνωση του βακτηριδίου από διάφορα υλικά (όπως πτύελα, βρογχικές εκκρίσεις, αίμα, πλευριτικό υγρό, πνευμονικός ιστός κ.λπ.). Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι η λεγιονέλλα δεν ανήκει στη φυσιολογική χλωρίδα του στοματοφάρυγγα και η απομόνωσή της από τα πτύελα ή τις βρογχικές εκκρίσεις θεωρείται διαγνωστική. Επίσης για την καλλιέργειά της απαιτούνται ειδικά θρεπτικά υλικά, γιατί αναστέλλεται η ανάπτυξή της από τη φυσιολογική χλωρίδα, για τον λόγο αυτό θεωρείται προτιμότερη η λήψη υλικού μέσω του ινοβρογχοσκοπίου.
-Εύκολα η διάγνωση μπορεί να τεθεί με την ανίχνευση αντιγονικών ουσιών του μικροοργανισμού στα ούρα.
Η ακτινογραφία θώρακος μπορεί να είναι παθολογική.
Θεραπεία και πρόγνωση
Η θεραπεία της λεγιονέλλας γίνεται με ειδικά αντιβιοτικά που δίνονται ενδοφλέβια, αλλά και με τη στήριξη των ζωτικών οργάνων εκεί και όπου χρειάζεται. Τα ποσοστά θνησιμότητας σε ασθενείς με λεγιονέλλα είναι 5-80%, ανάλογα με ορισμένους παράγοντες κινδύνου. Οι παράγοντες που συνδέονται με υψηλά ποσοστά θνησιμότητας είναι οι ακόλουθοι:
-Ηλικία (ιδίως αυτά που είναι μικρότερα των ενός χρόνου, ηλικιωμένοι και ασθενείς). Μεσήλικες και ηλικιωμένοι έχουν υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης λεγιονέλλας από ό,τι οι νέοι ενήλικες και τα παιδιά. Μεταξύ των παιδιών, περισσότερο από το ένα τρίτο των κρουσμάτων έχουν συμβεί σε βρέφη κάτω του 1 έτους.
-Χρόνια πνευμονοπάθεια.
-Ανοσοανεπάρκεια, κακοήθειες, νεφρική νόσος και σακχαρώδης διαβήτης.
-Η καθυστερημένη έναρξη της ειδικής αντιμικροβιακής θεραπείας.
-Τα αγόρια είναι πιο ευάλωτα από τα κορίτσια.
ΜΑΡΚΟΣ ΚΕΚΚΟΣ
Παιδίατρος
Πηγή: paidiatros.com




