ΣΤΙΣ Ηνωμένες Πολιτείες επικρατεί η εντύπωση πως η Μεγάλη Βρετανία γνωρίζει τα πάντα, έτσι στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ερμηνεύτηκε πως ο βρετανικός λαός έκανε την επιλογή του με γνώμονα το συμφέρον του. Την ίδια ώρα, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες, ως η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο, ζυγίζουν με μεγάλη προσοχή τον ηγετικό ρόλο που έπαιζε το Ηνωμένο Βασίλειο μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση και πέρα από αυτήν.
Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι η αρχή μιας μακράς μεταβατικής περιόδου, καθώς η Βρετανία αναπροσαρμόζει τον περιφερειακό και τον παγκόσμιο ρόλο της. Παραβλέποντας τους ισχυρισμούς αυτών που στήριξαν την Έξοδο, ότι οι Γιάνκηδες δεν έχουν να κάνουν το παραμικρό με το δημοψήφισμα, οι Αμερικανοί τονίζουν πως έχουν τεράστιο ενδιαφέρον για το τι θα συμβεί από εδώ και πέρα, με δεδομένη τη μεγάλη σημασία που έχει η συμμαχία των δύο χωρών.
Έτσι λοιπόν, αναρωτιέται κανείς για το πώς το Brexit θα επηρεάσει αυτή την ειδική σχέση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Βρετανία συνδέονται ιστορικά, πολιτιστικά, εμπορικά, με τις ίδιες δημοκρατικές αξίες και τα ίδια ενδιαφέροντα. Δεν υπάρχει λοιπόν περίπτωση να σκεφτεί κανείς ότι οι δύο χώρες δεν θα συνεργαστούν εντατικά πάνω σε διμερή θέματα που θα προκύψουν, περιλαμβανομένων νέων εμπορικών συνεργασιών.
Οι προειδοποιήσεις Ομπάμα
Προκαλώντας αρκετά σχόλια τον Απρίλιο, ο Αμερικανός Πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα προειδοποίησε πως στην περίπτωση που επικρατούσε η πλευρά που ήθελε την Έξοδο, η Βρετανία θα διακινδύνευε να βρεθεί στην ουρά, σχετικά με την προοπτική της υπογραφής μιας νέας εμπορικής συμφωνίας. Η κυβέρνηση Ομπάμα είχε στο μυαλό της την επικύρωση του Παν-Ειρηνικού Συνεταιρισμού, μια Συνθήκη που έχει επικριθεί δριμύτατα κυρίως από αριστερούς στην Ευρώπη και αλλαχού.
Γιατί αυτός ο Συνεταιρισμός δεν κάνει τίποτε άλλο από το να υποδουλώσει τους λαούς στα αμερικανικά συμφέροντα. Καθώς ο Ντέιβιντ Κάμερον δήλωσε πως θα χρειαστεί λίγος καιρός μέχρις ότου το Λονδίνο επικαλεσθεί το Άρθρο 50 για να ανακοινώσει το διαζύγιο, μια νέα συμφωνία θα πέσει στις πλάτες δύο νέων κυβερνήσεων και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Θα χρειαστούν ισχυρά επιχειρήματα και από τις δύο πλευρές για να πεισθούν οι σκεπτικοί ψηφοφόροι, πως το τελικό αποτέλεσμα είναι ικανοποιητικό για την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο. Λιγότερο ξεκάθαρο είναι το τι θα συμβεί στη Βρετανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση στη διάρκεια της διαδικασίας του διαζυγίου. Πώς θα ερμηνεύσουν το Λονδίνο και οι Βρυξέλλες τη σημασία του διαζυγίου; Θα υπάρχει άραγε επιθυμία για στενή σχέση και αγαστή συνεργασία, όταν καταλαγιάσει ο θόρυβος;
Στοπ στην άκρη του… νερού
Στις Ηνωμένες Πολιτείες επικρατεί η άποψη πως η πολιτική πρέπει να σταματά στην άκρη του νερού. Αλλά στην περίπτωση του Brexit, αυτό δείχνει μάλλον ανεφάρμοστο, αφού αλλάζουν η βρετανική εξωτερική πολιτική και η διεθνής δυτική δομή, η οποία επηρεάζει επίσης την αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μιλάμε για πολιτικό σεισμό, τον οποίο θα μπορούσε να ακολουθήσουν πολλές μετασεισμικές δονήσεις.
Η Αγγλία και η Ουαλία ψήφισαν υπέρ της Εξόδου, ενώ η Σκοτία και η βόρεια Ιρλανδία ψήφισαν υπέρ της παραμονής. Η διάσπαση στη βρετανική κοινωνία, μετά τη δεδηλωμένη πρόθεση της Σκοτίας για ανεξαρτησία, θα βαθύνει το ρήγμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, που δεν είναι πλέον ενωμένο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δίνουν μεγάλη αξία στη Βρετανία, αλλά η σύνθεσή της θα είναι σοβαρό ζήτημα συζήτησης.
Η Βρετανία αναμένεται πως θα εισέλθει σε περίοδο πολιτικής αναταραχής, καθώς θα διαπραγματεύεται το χωρίς προηγούμενο διαζύγιό της από την ΕΕ, ενώ παράλληλα θα προσπαθεί να διατηρήσει τον γάμο της με δύο περιοχές, που πιστεύουν ότι θα έχουν καλύτερο μέλλον αν μείνουν μέσα στην ευρωπαϊκή οντότητα.
Δεν ξέρουν πώς να συνεννοηθούν
Όταν η Ευρώπη ξεκίνησε το φιλόδοξο σχέδιο για την ολοκλήρωσή της, ο Χένρι Κίσινγκερ, πολυσυζητημένος πρώην υπουργός εξωτερικών και σύμβουλος εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ, είχε αμφισβητήσει αυτό το εγχείρημα, λέγοντας πως η Ουάσιγκτον δεν θα γνώριζε με ποιον να συνεννοηθεί.
Ενώ οι Βρυξέλλες έχουν μεταβληθεί σε βασικό κέντρο της αμερικανικής διπλωματίας, ιδιαίτερα με τον νέο αναβαθμισμένο ρόλο του ΝΑΤΟ (ύστερα μάλιστα από την κρίση στην Ουκρανία), και τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας, η Ουάσιγκτον συνεργαζόταν πάντα με το Λονδίνο, το Παρίσι και το Βερολίνο. Το Brexit δεν αλλάζει σημαντικά τη σημασία της αμερικανικής συνεργασίας με βασικούς Ευρωπαίους συμμάχους, σίγουρα όμως η ενιαία γραμμή τώρα έχει διαταραχθεί.
Οι 28 έχουν γίνει 27 και ποιος ξέρει αν δεν γίνουν ακόμα λιγότεροι. Η απόφαση για Brexit, επισημαίνουν αναλυτές στην Ουάσιγκτον και τις Βρυξέλλες, θα αυξήσει τα συναισθήματα εναντίον των μεταναστών και του κατεστημένου σε ολόκληρη την Γηραιά Ήπειρο.
Ο μεγάλος κίνδυνος τώρα έγκειται στο γεγονός πώς η Ευρώπη, απασχολημένη με τον επαναπροσδιορισμό των εσωτερικών και των εξωτερικών της σχέσεων, ίσως να είναι λιγότερο ικανή να αντιμετωπίσει τη συνεχιζόμενη κρίση με το μεταναστευτικό, την υποστήριξή της προς την Ουκρανία και τη συνέχιση των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας. Βασικοί Ευρωπαίοι σύμμαχοι θα χρειαστεί να βάλουν το χέρι βαθύτερα στην τσέπη τους για να καλύψουν κενά στην Άμυνα.
Το ΝΑΤΟ έχει ενθαρρύνει τα μέλη του να δώσουν το 2% του ακαθάριστου προϊόντος τους για την άμυνα. Αλλά τα περισσότερα δεν το έχουν κάνει. Το Brexit θα έχει επίσης σοβαρές επιπτώσεις στην οικονομία, ιδιαίτερα της Βρετανίας, καθώς θα πασχίζει να ισορροπήσει τις μακροπρόθεσμες αλλά και τις μικροπρόθεσμες ανάγκες της.
Αρκετοί πιστεύουν πως είναι προς το συμφέρον της Βρετανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης να συμφωνήσουν σε ομαλή πορεία. Αλλά η ερώτηση, που ακόμα δεν μπορεί να απαντηθεί στην Ουάσιγκτον, είναι ποιες προκλήσεις θα δημιουργηθούν και με ποιον τρόπο θα αντιμετωπισθούν. Η ειδική σχέση ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Βρετανία θα αντέξει, αλλά αυτό που δεν μπορεί να απαντηθεί είναι αν αυτή η σχέση θα είναι πιο αποτελεσματική.
Γ.Σ.




