ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ «ΧΟΛΑ ΚΟΥΒΑ» ΦΩΝΑΞΑΝ ΟΙ ΡΟΛΙΝΓΚ ΣΕ 500.000 ΘΕΑΤΕΣ

Η Κούβα του Φιντέλ Κάστρο απαγόρευσε τη μουσική των Ρόλινγκ Στόουνς και των Μπιτλς, καθώς και άλλων συγκροτημάτων που έπαιζαν αυτού του είδους τη μουσική, θεωρώντας πως ήταν διεφθαρμένη και οδηγούσε σε αποχαύνωση τους νέους της χώρας

· Στο τεράστιο αθλητικό στάδιο Sports City της Αβάνα, φέτος έγινε πανζουρλισμός παρακολουθώντας τους γερο-Ρόλινγκ Στόουνς να ξεκινούν τη συναυλία τους με το τραγούδι Jumpin’ Jack Flash, ένα τραγούδι που το έγραψαν το 1968, όταν οι νέοι της Κούβας αντάλλασσαν μυστικά δίσκους από βινύλιο και κινδύνευαν, αν τους έπιαναν, να τους στείλουν σε ειδικά κέντρα «αποκατάστασης του φρονήματος»

· Επιτέλους οι Κουβανέζοι, κυρίως οι σημερινοί 60άρηδες, μπόρεσαν να ακούσουν και να γευθούν τον απαγορευμένο καρπό, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα είδος μουσικής που λατρεύεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Και οι Στόουνς έχουν πλέον γεράσει.

· Από το αρχικό συγκρότημα που έγινε διάσημο, έλειπαν ο κιθαρίστας Μπράιαν Τζόουνς, ξανθομάλλης πολυτάλαντος μουσικός που λέγεται ότι αυτοκτόνησε μόλις έμαθε τη σχέση του Τζάγκερ με την αγαπημένη του Φέιθφουλ και ο μπασίστας Μπιλ Γουάιμαν, που απέχει από τις εκδηλώσεις εδώ και πολύ καιρό

· Ήταν περίεργο που είδαμε τον επίσης κιθαρίστα και μονίμως άτακτο Κιθ Ρίτσαρντς να μην έχει βαμμένα τα μαλλιά του, όπως και τον περίφημο ντράμερ Τσάρλι Ουότς. Ασπρομάλληδες ήταν τώρα και οι δύο. Όσον αφορά στον Τζάγκερ, τα είχε μισοβάψει τα μαλλιά, αλλά η ηλικία του εβδομηντάρη και πλέον δεν κρυβόταν.


Χρειάστηκε να περάσουν πολλές δεκαετίες για να μπορέσουν οι Κουβανέζοι, πολλοί από αυτούς πενηντάρηδες και εξηντάρηδες, να απολαύσουν μέσα στην ίδια την Κούβα το διασημότερο ίσως ροκ συγκρότημα στην ιστορία. Τους Ρόλινγκ Στόουνς. Έπεσε κάτω η Αβάνα από τη συναυλία, που ήταν δωρεάν και που για πολλούς σήμανε την απαρχή νέας εποχής για μιαν από τις τελευταίες κομμουνιστικές χώρες στον πλανήτη μας. Η Κούβα του Φιντέλ Κάστρο απαγόρευσε τη μουσική των Ρόλινγκ Στόουνς και των Μπιτλς, καθώς και άλλων συγκροτημάτων που έπαιζαν αυτού του είδους τη μουσική, θεωρώντας πως ήταν διεφθαρμένη και οδηγούσε σε αποχαύνωση τους νέους της χώρας.

Όπως και στην Ελλάδα…

Κάπως έτσι ζήσαμε και εμείς στην Ελλάδα, στα πρώτα χρόνια της επταετίας. Οι Ρόλινγκ Στόουνς ήρθαν στην Αθήνα για μια συναυλία, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο. Κατάμεστο το στάδιο, από νεολαίους, αλλά και από ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις. Όταν ο τραγουδιστής των Στόουνς Μικ Τζάγκερ «τόλμησε» να τραγουδήσει το Lady Jane, αφιερωμένο στην ερωμένη του Μαριάν Φέιθφουλ, δημιουργήθηκε πανικός, γιατί ο Τζάγκερ προσπάθησε παράλληλα να ρίξει μερικά λουλούδια (κρίνους) στο κοινό.

Οι νέοι ενθουσιασμένοι έσπευσαν στα κάγκελα που χώριζαν τις εξέδρες από τον αγωνιστικό χώρο, όπου βρισκόταν η εξέδρα με το διάσημο αγγλικό συγκρότημα. Τότε επενέβησαν με πρωτοφανή μανία οι αστυνομικοί και τσάκισαν στο ξύλο τους νέους θαυμαστές των Στόουνς. Η «Λεωφόρος» βάφτηκε με αίμα και οι Στόουνς, βλέποντας αυτό το «κατόρθωμα» της χουντικής αστυνομίας, διέκοψαν τη συναυλία και αποχώρησαν. Αρνήθηκαν να επιστρέψουν, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του οργανωτή της εκδήλωσης Νίκου Μαστοράκη. Το καθεστώς στέρησε από τους νέους της Ελλάδας τη μοναδική εμπειρία από το να δουν από κοντά τους Στόουνς.

Γι' αυτούς που μας κυβερνούσαν τότε, εμείς ήμασταν «αλήτες», «ταραχοποιοί» και οι Στόουνς ένα μουσικό συγκρότημα, που θα διέφθειρε την ελληνική νεολαία. Το καθεστώς, λίγο καιρό αργότερα, διέκοψε την προβολή της ταινίας «Γούντστοκ» στο κινηματοθέατρο Παλλάς, στο κέντρο της Αθήνας. Το Φεστιβάλ Γούντστοκ ήταν ένα τετραήμερο ροκ μουσικό φεστιβάλ. Ξεκίνησε στις 15 και έληξε στις 18 Αυγούστου του 1969. Διοργανώθηκε σε αγρόκτημα που ανήκε στον Μαξ Γιασγκούρ, στο Μπέθελ της Νέας Υόρκης.

Η προσέλευση των θεατών αναμενόταν στις 60.000, ωστόσο στον χώρο παρευρέθηκαν περίπου 500.000 άνθρωποι, οι περισσότεροι από τους οποίους ανήκαν στο κίνημα των χίπις. Πολλά μουσικά συγκροτήματα δεν κατάφεραν ποτέ να φθάσουν στον χώρο του φεστιβάλ, παραμένοντας στο αεροδρόμιο, λόγω του τεράστιου αριθμού των θεατών. Με τη λήξη του, σχηματίστηκε το μεγαλύτερο μποτιλιάρισμα που είχε ποτέ συμβεί στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής.

Ήταν η μεγαλύτερη συναυλία συγκροτημάτων και τραγουδιστών της μουσικής ροκ (Τζάνις Τζόπλιν, Τζο Κόκερ, Τζοάν Μπαέζ, Μπομπ Ντίλαν κ.ά.) που πραγματοποιήθηκε ποτέ στη μεταπολεμική περίοδο. Ναι, πολλοί από τους εκατοντάδες χιλιάδες που την παρακολούθησαν έκαναν χρήση ναρκωτικών. Παράλληλα όμως τραγούδησαν υπέρ της ειρήνης, της αγάπης και του τερματισμού του πολέμου στο Βιετνάμ. Δεν σημειώθηκε το παραμικρό επεισόδιο και όσοι παρευρέθηκαν διακρίθηκαν για την αλληλεγγύη ανάμεσά τους. Ήταν μια νεολαία που διψούσε για πρόοδο, μουσική, αγάπη, ειρήνη. Τι να φοβήθηκαν άραγε οι Συνταγματάρχες και, με εντολή του Παττακού, έστειλαν την αστυνομία που διέκοψε την προβολή του «Γούντστοκ», και μας πέταξε στον δρόμο σαν να ήμασταν σκυλιά;

Με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, οι Στόουνς επέστρεψαν μερικά χρόνια αργότερα και τους απολαύσαμε στο Ολυμπιακό Στάδιο στο Μαρούσι. Όμως η «χούντα» μας είχε στερήσει τη χαρά του να ζήσουμε μαζί με όλους τους νεολαίους του δυτικού κόσμου μια μεγάλη πολιτιστική επανάσταση.

Ένας φίλος μου είπε πως δεν είναι το ίδιο πράγμα η Επταετία των Συνταγματαρχών με τις δεκαετίες κομμουνισμού του Κάστρο. Για μένα είναι το ίδιο.

Πανζουρλισμός φέτος στην Αβάνα

Στην Αβάνα πολλοί από τους νέους που παρακολούθησαν τους Στόουνς κρατούσαν πανό με τη φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα, όχι όμως και του «πατέρα» της κουβανικής επανάστασης Φιντέλ Κάστρο. Στα πανό ήταν γραμμένα συνθήματα υπέρ της ειρήνης των λαών. Είναι εκπληκτικό φαινόμενο αυτός ο φόβος των απολυταρχικών καθεστώτων ενάντια στις νέες ιδέες, τις πολιτιστικές, τις εκπαιδευτικές και τις τεχνολογικές εξελίξεις. Νομίζουν, οι ανόητοι, πως θα μπορέσουν να σταματήσουν τη ροή του ποταμιού; Στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας επέτρεψαν πριν από καιρό στους Ρόλινγκ Στόουνς να τραγουδήσουν αλλά υπό τον όρο να μην περιλάβουν στο ρεπερτόριό τους μερικά τραγούδια, που οι στίχοι τους υπονοούσαν τη χρήση ναρκωτικών.

Στο τεράστιο αθλητικό στάδιο Sports City της Αβάνα φέτος έγινε πανζουρλισμός, παρακολουθώντας τους γερο-Ρόλινγκ Στόουνς να ξεκινούν τη συναυλία τους με το τραγούδι Jumpin’ Jack Flash, ένα τραγούδι που το έγραψαν το 1968, όταν οι νέοι της Κούβας αντάλλασσαν μυστικά δίσκους από βινύλιο και κινδύνευαν, αν τους έπιαναν, να τους στείλουν σε ειδικά κέντρα «αποκατάστασης του φρονήματος». Επιτέλους οι Κουβανέζοι, κυρίως οι σημερινοί 60άρηδες, μπόρεσαν να ακούσουν και να γευθούν τον απαγορευμένο καρπό, που δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα είδος μουσικής που λατρεύεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Και οι Στόουνς έχουν πλέον γεράσει.

Από το αρχικό συγκρότημα, που έγινε διάσημο, έλειπαν ο κιθαρίστας Μπράιαν Τζόουνς, ξανθομάλλης πολυτάλαντος μουσικός που λέγεται ότι αυτοκτόνησε μόλις έμαθε τη σχέση του Τζάγκερ με την αγαπημένη του Φέιθφουλ και ο μπασίστας Μπιλ Γουάιμαν, που απέχει από τις εκδηλώσεις εδώ και πολύ καιρό. Ήταν περίεργο που είδαμε τον επίσης κιθαρίστα και μονίμως άτακτο Κιθ Ρίτσαρντς να μην έχει βαμμένα τα μαλλιά του, όπως και τον περίφημο ντράμερ Τσάρλι Ουότς. Ασπρομάλληδες ήταν τώρα και οι δύο. Όσον αφορά στον Τζάγκερ, τα είχε μισοβάψει τα μαλλιά, αλλά η ηλικία του εβδομηντάρη και πλέον δεν κρυβόταν. Ο Ρον Γουντς, που αντικατέστησε τον Τζόουνς, είναι σχετικά νεότερους από τους άλλους.

Ο Μικ Τζάγκερ σε όλη της διάρκεια της συναυλίας μιλούσε ισπανικά (επίσημη γλώσσα της Κούβας). «Γνωρίζουμε πως πριν από πολλά χρόνια ήταν δύσκολο να ακουστεί η μουσική μας στην Κούβα. Αλλά νομίζω πως οι καιροί αλλάζουν», είπε ο Τζάγκερ στους παρευρισκομένους, πολλοί από τους οποίους είχαν μείνει έξω από το στάδιο 18 ώρες, προκειμένου να μπορέσουν να βρουν μια καλή θεση. Οι Στόουνς συνολικά τραγούδησαν 18 τραγούδια σε συναυλία που διήρκεσε δύο ώρες. Έκλεισαν το πρόγραμμά τους με το Satisfaction και ενώ στον ουρανό είχε βγει μέσα από τα σύννεφα ένα τεράστιο υπέροχο φεγγάρι.

Και οι Κουβανέζοι θα πρέπει να ευχαριστούν τον Αμερικανό Πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα, που τόλμησε να σπάσει ταμπού δεκαετιών στην εξωτερική πολιτική της χώρας του και να επισκεφθεί την Αβάνα, παρά τις μερικές μικρόψυχες κατηγορίες των πολιτικών αντιπάλων του, ότι στην Κούβα παραβιάζονται ακόμα τα ανθρώπινα δικαιώματα - λες και αυτό συμβαίνει μονάχα εκεί. Και φυσικά στον Ραούλ Κάστρο, σημερινό ηγέτη της Κούβας και αδερφό του Φιντέλ, που κατάλαβε ότι οι καιροί δεν μπορούν πλέον να περιμένουν και πως έφτασε η ώρα για τη μεγάλη αλλαγή και στην Κούβα. Θα καθυστερήσει φυσικά να ολοκληρωθεί, αλλά είναι πλέον είναι ζήτημα χρόνου να σκεφτούν οι κάτοικοι αυτού του νησιού πως: «χούντα ήταν και πέρασε».