Όλες οι διαστάσεις του και πώς αντιμετωπίζεται σήμερα
Αποτελεί μια κοινή διαταραχή, η οποία συνδέεται με σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα, και για τον λόγο αυτό συνήθως χρήζει μακροχρόνιας θεραπείας


Το Υπνοαπνοϊκό Σύνδρομο είναι μια χρόνια διαταραχή της αναπνοής, η οποία χαρακτηρίζεται από υποτροπιάζοντα επεισόδια μερικής ή πλήρους απόφραξης των ανώτερων αεραγωγών κατά τον ύπνο. Αποτελεί μια κοινή διαταραχή, η οποία συνδέεται με σημαντική νοσηρότητα και θνησιμότητα, και για τον λόγο αυτό συνήθως χρήζει μακροχρόνιας θεραπείας. Η θεραπεία του συνδρόμου έχει σαν στόχο την άρση της απόφραξης, και εξατομικεύεται για τον κάθε ασθενή σύμφωνα με τα αποτελέσματα της πολυκαταγραφικής μελέτης ύπνου, με την οποία εκτιμάται η βαρύτητα της διαταραχής. Απαραίτητη η συνεκτίμηση τυχόν επιβαρυντικών παραγόντων, όπως για παράδειγμα αρτηριακή υπέρταση, στεφανιαία νόσος, παχυσαρκία.

Ορθή ενημέρωση και εκπαίδευση
Ανεξαρτήτως της βαρύτητας του συνδρόμου, πρωταρχική σημασία έχει η ορθή ενημέρωση και εκπαίδευση των ασθενών, με σκοπό την εφαρμογή των γενικών συμπεριφοριολογικών μέτρων και της «Υγιεινής» του ύπνου. Τα μέτρα αυτά αφορούν σταθερό ωράριο ύπνου, αποφυγή αλκοόλ και κατασταλτικών φαρμάκων (υπναγωγά) προ της κατάκλισης, αποφυγή καπνίσματος, κατάλληλη θέση σώματος (όταν οι άπνοιες παρατηρούνται στην ύπτια θέση) και ελαφρύ δείπνο. Το πλέον σημαντικότερο μέτρο είναι η απώλεια βάρους στα υπέρβαρα ή παχύσαρκα άτομα, καθώς έχει αποδειχθεί άμεση συσχέτιση του υπνοαπνοϊκού συνδρόμου με την παχυσαρκία. Τελευταία διαπιστώθηκε ότι η άσκηση βελτιώνει τον δείκτη απνοιών-υποπνοιών, ακόμα και αν δεν συνοδεύεται από σημαντική μείωση του βάρους σώματος.

Η θεραπεία
Αξίζει να σημειωθεί ότι διάφορα φάρμακα που έχουν δοκιμαστεί στο παρελθόν (π.χ. διεγερτικά αερισμού και κεντρικού νευρικού συστήματος) δεν αποδείχθηκαν αποτελεσματικά και έτσι δεν συστήνονται ως θεραπεία. Την πλέον ενδεδειγμένη θεραπεία του Υπνοαπνοϊκού Συνδρόμου αποτελούν οι συσκευές χορήγησης αέρα θετικής πίεσης. Πρόκειται για τις συσκευές CPAP (Continuous Positive Airway Pressure), με τις οποίες μεταβιβάζεται θετική πίεση στο φάρυγγα για να παραμείνει ανοικτός. Έχουν ένδειξη σε μετρίου και σοβαρού βαθμού σύνδρομο, όπως επίσης και σε ήπιου βαθμού εάν συνοδεύεται από έντονη συμπτωματολογία ή σημαντικές συννοσηρότητες. Απαραίτητη προϋπόθεση για την ορθή λειτουργία τους, είναι η εφαρμογή κατάλληλης μάσκας στον ασθενή. Η CPAP συσκευή χορηγεί αέρα με μια σταθερή πίεση και χρειάζεται τιτλοποίηση κατά τη μελέτη ύπνου με σκοπό την εξεύρεση της βέλτιστης πίεσης για τον κάθε ασθενή, της πίεσης δηλαδή που εξαλείφει όλα τα αποφρακτικά φαινόμενα. Υπάρχει και η auto-CPAP συσκευή, η οποία αυξομειώνει αυτόματα την πίεση κατά τη διάρκεια του ύπνου, ανάλογα με τον βαθμό απόφραξης του φάρυγγα. Προτιμάται σε ασθενείς με άπνοια θέσης, όπου δηλαδή υπάρχει διαφορά στην απαιτούμενη πίεση κατά την ύπτια θέση.

Άλλες συσκευές
Εκτός από τις CPAP συσκευές, οι οποίες χορηγούν μια συνεχή πίεση, υπάρχουν και οι διφασικές συσκευές, οι οποίες χορηγούν δύο πιέσεις, μία μικρότερη κατά την εκπνοή και μια μεγαλύτερη κατά την εισπνοή. Πρόκειται για τις BPAP (Bilevel Positive Airway Pressure) και ASV (Adaptive Servo Ventilator) συσκευές. Η BPAP συσκευή ενδείκνυται σε ασθενείς που δεν ανέχονται τη CPAP λόγω ανάγκης πολύ υψηλών πιέσεων, και σε ασθενείς που παρουσιάζουν υπερκαπνική αναπνευστική ανεπάρκεια κατά την εγρήγορση (PCO2>55mmHg). Συνήθως πρόκειται για παχύσαρκους ασθενείς με Σύνδρομο Παχυσαρκίας Υποαερισμού, ασθενείς με Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ) ή ασθενείς με Νευρομυικές διαταραχές. Η ASV συσκευή, η οποία χορηγείται σε περιπτώσεις Κεντρικών Aπνοιών (αναπνοή Cheyne Stokes), παρέχει μια σταθερή εκπνευστική πίεση πάνω στην οποία προστίθεται μια εισπνευστική πίεση που μεταβάλλεται αναλόγως, με στόχο τη διατήρηση του αερισμού στο 90%.

Εναλλακτικές μέθοδοι
Εναλλακτικά ως συντηρητική θεραπεία δύναται να εφαρμοστούν ενδοστοματικές συσκευές κατά τον ύπνο, με τις οποίες προωθείται η κάτω γνάθος προς τα έξω βελτιώνοντας με τον τρόπο αυτό τη βατότητα των ανώτερων αεραγωγών. Οι συσκευές αυτές έχουν ένδειξη σε απλό ροχαλητό, σε ήπιου βαθμού σύνδρομο, ή σε μετρίου βαθμού όταν υπάρχει αδυναμία συνεργασίας με τη CPAP. Οι συσκευές αυτές εφαρμόζονται από εξειδικευμένους ορθοδοντικούς. Η χειρουργική αντιμετώπιση του Υπνοαπνοϊκού Συνδρόμου τα τελευταία χρόνια έχει αλλάξει. Στο παρελθόν ήταν ευρέως διαδεδομένη η φαρυγγο-υπερωιο-πλαστική, κατά την οποία γινόταν επέμβαση στην είσοδο του φάρυγγα, επέμβαση η οποία όπως έχει αποδειχτεί έχει χαμηλή αποτελεσματικότητα (<40%).

Ρινικές επεμβάσεις δύναται να βοηθήσουν στην ορθή εφαρμογή της μάσκας, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θεραπεύουν τις άπνοιες. Η μόνη χειρουργική επέμβαση που κερδίζει έδαφος τα τελευταία χρόνια, είναι η προώθηση της άνω και κάτω γνάθου, μια δύσκολη επέμβαση με επιτυχή όμως αποτελέσματα -90% και η οποία γίνεται από εξειδικευμένους γναθοχειρουργούς. Το Υπνοαπνοϊκό Σύνδρομο, το οποίο αποτελεί μια συχνή και σημαντική διαταραχή, δεν πρέπει να ανησυχεί τον ασθενή, καθώς υπάρχουν πλέον εξειδικευμένοι ιατροί και Κέντρα Διαταραχών του Ύπνου, που μπορούν να βοηθήσουν στην πλήρη επίλυσή του και κατ’ επέκτασιν την αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεών του στην υγεία.

ΜΗΝΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΟΥ
Πνευμονολόγος