ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ Η ΑΝΑΚΑΜΨΗ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΑΝΑΠΤΥΓΜΕΝΕΣ ΧΩΡΕΣ

Ο ΟΟΣΑ προειδοποίησε ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να δράσουν γρήγορα και συλλογικά για να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες

· Η Ιαπωνία πρόσφατα έχει εκδώσει δεκαετή ομόλογα με αρνητικό επιτόκιο

· Η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν μπορεί να επιτύχει ισορροπημένη ανάπτυξη


Στην πρόσφατη έκθεσή του ο ΟΟΣΑ προβλέπει ότι η παγκόσμια οικονομία κατά το 2016 θα σημειώσει ρυθμό ανάπτυξης 3% σε σχέση με 3,3%, που ήταν η προηγουμένη πρόβλεψη πριν από τρεις μήνες. Ο ρυθμός αυτός παραμένει στα ίδια επίπεδα με εκείνον του 2015, που είναι ο πιο βραδύς κατά τα τελευταία πέντε χρόνια και κατά πολύ πιο κάτω από τον μακροπρόθεσμο μέσο όρο. Ο ΟΟΣΑ προειδοποιεί ότι οι κυβερνήσεις θα πρέπει να δράσουν γρήγορα και συλλογικά για να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες και να καταπολεμήσουν τον χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης στις αναπτυγμένες οικονομίες. Ο ρυθμός ανάπτυξης όμως, παρόλο που επιβραδύνεται η ανάκαμψη, συνεχίζεται στις περισσότερες αναπτυγμένες οικονομίες.

Η επικεφαλής οικονομολόγος του ΟΟΣΑ κ. Catherine Mann, δήλωσε ότι υπάρχει ένδειξη για πιο χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης σε όλες τις μεγάλες οικονομίες, παρά την πτώση των τιμών του πετρελαίου και παρά τα χαμηλά επιτόκια. Κατά συνέπεια, χρειάζεται σε μεγαλύτερο βαθμό χρήση της δημοσιονομικής πολιτικής και των αναπτυξιακών διαθρωτικών πολιτικών, με στόχο την ενδυνάμωση του ρυθμού ανάπτυξης.

Επίσης, το ΔΝΤ σε ανακοίνωσή του πριν από τη διάσκεψη των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών της Ομάδας 20 (G20) των αναπτυγμένων και αναπτυσσομένων χωρών, στη Σαγκάη στην Κίνα, παροτρύνει τις ηγετικές οικονομίες να πάρουν συλλογικές αποφάσεις, σε μια προσπάθεια να δώσουν ώθηση στον ρυθμό ανάπτυξης και προειδοποίησε για τις αυξανόμενες εντάσεις στις αναδυόμενες οικονομίες και τα αυξανόμενα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι πετρελαιοπαραγωγοί και άλλων βασικών πρώτων υλών στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Οι εξελίξεις αυτές χρειάζονται συλλογικές δράσεις για να δώσουν ώθηση στην ανάπτυξη και να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους, τονίζει το ΔΝΤ.

Οι ασκούντες πολιτικοί, με εξαίρεση την Κεντρική Τράπεζα της Αμερικής (FED), παίρνουν εκείνες τις πολιτικές για χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής, τόσο με ποσοτική χαλάρωση όσο και με αρνητικά επιτόκια.

Αλλά τα αρνητικά επιτόκια, τα οποία έχουν εισαχθεί στην Ευρωζώνη, στην Ελβετία, στη Δανία, στη Σουηδία και πρόσφατα στην Ιαπωνία, έκτος από τον στόχο αύξησης της ζήτησης και της ανάπτυξης και της καταπολέμησης του αρνητικού πληθωρισμού, οδηγούν και σε πτώση των συναλλαγματικών ισοτιμιών, πράγμα που αποτελεί προσπάθεια να αποσπάσουν μεγαλύτερη ζήτηση από την παγκόσμια οικονομία. Οι οικονομολόγοι από την Τράπεζα Διεθνών Διευθετήσεων (Bank for International Settlements) που θεωρείται η Κεντρική Τράπεζα των Κεντρικών Τραπεζών, σε ανακοίνωσή της, αναφέρει ότι υπάρχει κίνδυνος τα αρνητικά επιτόκια να οδηγήσουν σε αντίθετα αποτελέσματα.

Η στρατηγική των αρνητικών επιτοκίων έχει επίσης τύχει επίκρισης από άλλες Κεντρικές Τράπεζες ότι στόχος των αρνητικών επιτοκίων είναι να υποτιμήσουν τα νομίσματά τους. Μέχρι τώρα οι τράπεζες έχουν απορροφήσει το κόστος των αρνητικών επιτοκίων και δεν το έχουν μεταφέρει στους πελάτες τους. Κάτι τέτοιο όμως θα επηρεάσει δυσμενώς τις Τράπεζες. Τα αρνητικά επιτόκια, δηλαδή οι τράπεζες να χρεώνονται για τις καταθέσεις στην Κεντρική Τράπεζα, οδηγούν σε πρόσθετο κόστος για τις εμπορικές τράπεζες, οι οποίες θα πρέπει να αποφασίσουν κατά πόσο θα χρεώσουν τους καταθέτες τους. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, όμως, θα υπάρχει κίνητρο για τους καταθέτες να αποσύρουν τα χρήματά τους και να τα φυλάξουν σε χρηματοκιβώτια στο σπίτι ή στο γραφείο.

Αν οι τράπεζες δεν αποφασίσουν να χρεώσουν τους καταθέτες, τα κέρδη τους θα μειωθούν, και κατά συνέπεια θα μειωθούν και οι αξίες των μετοχών των τραπεζών, αλλά και θα χρειάζονται αύξηση των κεφαλαίων. Όμως υπάρχει και η επιλογή αγοράς κυβερνητικών ομολόγων που θα έχουν κάποιο θετικό επιτόκιο. Η Ιαπωνία όμως πρόσφατα έχει εκδώσει δεκαετή ομόλογα με αρνητικό επιτόκιο. Η πρώτη χώρα που εισήγαγε αρνητικά επιτόκια για τα ομόλογα ήταν η Ελβετία τον περασμένο Απρίλιο.

Αναφέρεται ότι από τότε που άρχισε η οικονομική κρίση το 2008, οι προσπάθειες για να δοθεί ώθηση στη ζήτηση επικεντρώθηκαν στις Κεντρικές Τράπεζες. Αλλά τα καλά αποτελέσματα ήταν προσωρινά. Παρά τις προσπάθειες των Κεντρικών Τραπεζών για πιο χαλαρή νομισματική πολιτική, η ανάκαμψη συνεχίζει να είναι πιο χαμηλή όπως και ο πληθωρισμός, που σε ορισμένες περιπτώσεις φθάνει σε αρνητικό επίπεδο. Κατά συνέπεια, θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί και η δημοσιονομική πολιτική.

Αυτό όμως μπορεί να γίνει από χώρες με χαμηλό δημόσιο χρέος όπως είναι η Γερμανία. Αλλά οπωσδήποτε δεν μπορεί να γίνει από την Κύπρο, με δημόσιο χρέος που φθάνει το 108% του ΑΕΠ και ιδιωτικό χρέος που φθάνει το 300% του ΑΕΠ. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται σε μεγαλύτερο βαθμό η χρησιμοποίηση των διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων.

Όσον αφορά όμως τη δημοσιονομική τόνωση, υπάρχουν ενστάσεις από τη Γερμανία. Ο Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας κ. Wolfgang Schauble, στο περιθώριο της συνόδου της Σαγκάης, δήλωσε ότι η χρηματοδότηση της ανάπτυξης με δάνεια έχει φθάσει στα όριά της και κατά συνέπεια η Γερμανία δεν συμφωνεί για δημοσιονομική τόνωση. Παράλληλα και ο Υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας κ. Michel Sapin δήλωσε ότι τουλάχιστον η Γαλλία δεν είναι σε θέση να προβεί σε δημοσιονομική τόνωση, αν και άλλες χώρες μπορούν να το πράξουν και είναι κάτι που θα βοηθούσε στην παγκόσμια οικονομία. Σαν τέτοιες χώρες ανέφερε τη Γερμανία και την Κίνα, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη δημοσιονομική τόνωση για να αυξήσουν την εγχώρια ζήτηση, πράγμα που θα οδηγούσε σε αύξηση στις εισαγωγές και θα βοηθούσε χώρες όπως είναι αυτές της Νότιας Ευρώπης.

Στο ανακοινωθέν των Υπουργών Οικονομικών και των Διοικητών των Κεντρικών Τραπεζών της Ομάδας της G20, που συνήλθαν στο τέλος Φεβρουαρίου στη Σαγκάη της Κίνας, αναφέρεται ότι η παγκόσμια ανάπτυξη συνεχίζει αλλά παραμένει ανομοιογενής, και είναι υποβαθμισμένη σε σχέση με τον στόχο της Ομάδας G20 για ισχυρή, βιώσιμη και ισορροπημένη ανάπτυξη, και ότι θα χρησιμοποιηθούν τόσο η νομισματική όσο και η δημοσιονομική πολιτική, αλλά και οι διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις ξεχωριστά η κάθε χώρα αλλά και συλλογικά για να επιτευχθεί ο στόχος αυτός.

Οι νομισματικές πολιτικές θα συνεχίσουν να στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα και να εξασφαλίζουν τη σταθερότητα τιμών. Αλλά η νομισματική πολιτική από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει σε ισορροπημένη ανάπτυξη. Η δε δημοσιονομική πολιτική θα χρησιμοποιηθεί ευέλικτα για να ενδυναμώσει τον ρυθμό ανάπτυξης, να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας και την επιχειρηματική εμπιστοσύνη, ενώ παράλληλα θα αυξήσει την ελαστικότητα και θα εξασφαλίσει ότι το δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ βρίσκεται σε βιώσιμη πορεία.

Παράλληλα, η φορολογική πολιτική και οι δημόσιες δαπάνες θα καταστούν όσον το δυνατόν πιο φιλικές προς την ανάπτυξη, συμπεριλαμβανομένης της προτεραιότητας δαπανών προς όφελος της υψηλής ποιότητας επένδυσης. Στο ανακοινωθέν της G20 επαναβεβαιώνονται οι προηγούμενες δεσμεύσεις όσον αφορά τη συναλλαγματική πολιτική, συμπεριλαμβανομένης της αποφυγής ανταγωνιστικής πολιτικής συναλλαγματικών υποτιμήσεων και ότι δεν θα στοχεύονται οι συναλλαγματικές ισοτιμίες για σκοπούς ανταγωνιστικούς διεθνώς.

ΖΑΚΗΣ ΧΑΤΖΗΖΑΧΑΡΙΑΣ
[email protected]
Διοικητικός Σύμβουλος,
KPMG,
Λογιστικές, Ελεγκτικές, Φορολογικές και Συμβουλευτικές Υπηρεσίες
(Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα,
και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις και γνώμες της
KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG)