ΠΑΡΑ ΤΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΠΟΣΟΤΙΚΗ ΧΑΛΑΡΩΣΗ 1,5 ΤΡΙΣ ΕΥΡΩ
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η ευρωοικονομία δεν ανακάμπτει αν δεν γίνουν μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της τόνωσης της κατανάλωσης και της ενίσχυσης της αγοράς εργασίας
Από την αρχή του έτους ο Πρόεδρος της Ευρωτράπεζας, διά της μεθόδου της περίφημης ποσοτικής χαλάρωσης, έχει αυξήσει κατά 1,5 τρισεκατομμύρια ευρώ τη ρευστότητα στις 19 χώρες της Ευρώπης που μοιράζονται το κοινό νόμισμα
Η νέα αναπτυξιακή παρέμβαση που έκανε την περασμένη Πέμπτη ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) Μάριο Ντράγκι στην Ευρωζώνη δεν ικανοποίησε τις αγορές, που την περίμεναν ακόμη πιο «γενναία και δυναμική». Και όμως! Από την αρχή του έτους ο Πρόεδρος της Ευρωτράπεζας, διά της μεθόδου της περίφημης ποσοτικής χαλάρωσης, έχει αυξήσει κατά 1,5 τρισεκατομμύρια ευρώ τη ρευστότητα στις 19 χώρες της Ευρώπης που μοιράζονται το κοινό νόμισμα.
Όμως όλοι συμφωνούν ότι το αναπτυξιακό αντίκρισμα δεν ήταν το αναμενόμενο. Τι, αλήθεια, να φταίει; Μια απάντηση επιχειρεί να δώσει η «Figaro», χρησιμοποιώντας στοιχεία και επεξηγήσεις από την ίδια την ΕΚΤ. Ρωτά όμως η συντηρητική γαλλική εφημερίδα και διάφορους παράγοντες της αγοράς (τραπεζικά στελέχη ως επί το πλείστον) για να εξηγήσει το φαινόμενο, γιατί σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από μια πρωτοφανή ρευστότητα και ένα απίστευτα χαμηλό κόστος δανεισμού η ευρωπαϊκή οικονομία αντί να ανακάμψει, ουσιαστικά ακροβατεί στο χείλος του αποπληθωρισμού.
Η ενίσχυση και το αποτέλεσμα
Τον Ιανουάριο του 2015 η ΕΚΤ ενίσχυσε μέσω των ευρωπαϊκών τραπεζών με 1,1 τρις ευρώ τις οικονομίες του ευρώ. Στόχος ήταν να τονωθεί η ευρωπαϊκή ανάπτυξη και να ενισχυθούν οι τιμές. Τον περασμένο Οκτώβριο, διαπιστώνοντας ότι ο πληθωρισμός παρέμενε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, η Ευρωτράπεζα ζήτησε από τις τράπεζες να της αναφέρουν πώς διαχειρίστηκαν τα κεφάλαια που τους χορήγησε η ΕΚΤ. Τους ζήτησε, δηλαδή, να αναφέρουν πόσα εξ αυτών είχαν μεταφέρει το δεκάμηνο Ιανουαρίου - Οκτωβρίου στην πραγματική οικονομία, διοχετεύοντάς τα στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά. «Η απάντηση ήταν αποκαλυπτική», αναφέρει η «Figaro». Διότι φάνηκε ότι το 90% των πιστώσεων που προορίζονταν για στεγαστικά δάνεια παρέμεναν ακόμη, δέκα μήνες μετά την αρχική εκταμίευση από την ΕΚΤ, υπό την κατοχή τους!
Φάνηκε επίσης ότι το 80% των πιστώσεων που προβλέπονταν για τη χορήγηση επιχειρηματικών δανείων δεν είχαν φθάσει στον προορισμό τους! «Πολλοί αναγνώστες μάς έγραφαν τον Ιανουάριο ότι το 1,1 τρις ευρώ του Ντράγκι θα το δουν μόνο οι τράπεζες, όχι ο υπόλοιπος κόσμος. Και αποδεικνύεται ότι είχαν δίκιο», γράφει ο συντάκτης της γαλλικής εφημερίδας Γκιγιόμ Εράρ.
Αποφεύγουν τον δανεισμό
Στις εκθέσεις που απέστειλαν οι εμπορικές τράπεζες προς την ΕΚΤ υπήρχε, ασφαλώς, και η εξήγηση του φαινομένου: απουσία ζήτησης! Δανειακά κεφάλαια εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ παρέμεναν στα αζήτητα, επειδή ουδείς τα ζήτησε για να τα πάρει! Και δεν τα ζήτησαν ούτε τα νοικοκυριά ούτε οι επιχειρήσεις, επειδή δεν είχαν εμπιστοσύνη στην οικονομική κατάσταση των χωρών-μελών και της ευρωπαϊκής οικονομίας εν γένει.
Σε ό,τι αφορά τις επιχειρήσεις, όπως εξηγούν οι ειδικοί, οι υγιείς εξ αυτών έχουν περάσει στη φάση του περιορισμού του δανεισμού τους. Επιχειρούν να λειτουργούν χρησιμοποιώντας περισσότερα ίδια κεφάλαια, ενώ αναβάλλουν για κάποιες άλλες, καλύτερες εποχές, τις σκοπούμενες επενδύσεις τους. Οι τράπεζες είναι πρόθυμες, λοιπόν, να δανείσουν τις υγιείς επιχειρήσεις με ασυνήθιστα ευνοϊκούς όρους, αλλά εκείνες αυτό που επιθυμούν είναι να ξεπληρώσουν τα παλαιά τους δάνεια. Δεν συμβαίνει ασφαλώς το ίδιο με τις επιχειρήσεις που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Αυτές διψούν για δανειακά κεφάλαια για να ανακάμψουν, αλλά οι τράπεζες, έχοντας καεί στον χυλό της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, διστάζουν να τους χορηγήσουν.
Σε ό,τι αφορά τα νοικοκυριά ισχύουν περίπου τα ίδια. Υπερχρεωμένα, ως επί το πλείστον, από τα χρόνια της χρηματοπιστωτικής φούσκας, και διαβιούντα υπό καθεστώς εργασιακής και εν γένει εισοδηματικής ανασφάλειας, βλέπουν τις γενικότερες τάσεις συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους και έχουν τρομοκρατηθεί για το οικονομικό τους μέλλον. Εισήλθαν έτσι σε μια περίοδο παρατεταμένης εσωστρέφειας εν αναμονή... καλύτερων ημερών. Η συμπεριφορά αυτή ιδιωτών καταναλωτών και επιχειρήσεων τροφοδοτεί, όπως είναι φυσικό, και τον φαύλο κύκλο του αποπληθωρισμού. Τον Νοέμβριο ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη ήταν μόλις 0,1%, ενώ στόχος της ΕΚΤ είναι, ως γνωστόν, να πλησιάσει το 2% ώστε να υπάρχει κίνητρο για οικονομική δραστηριότητα.
Οι ευθύνες των πολιτικών
Είναι αλήθεια ότι δεν είναι αμελητέα η πίεση του Ντράγκι προς τις τράπεζες για να βρουν τρόπους, ώστε να «πακετάρουν» τα έξτρα κεφάλαια που διαθέτουν και να τα προωθήσουν στην πραγματική οικονομία. Μόλις την περασμένη Παρασκευή αποφάσισε να μειώσει το επιτόκιο που προσφέρει η ΕΚΤ στις τράπεζες που καταθέτουν σε αυτήν τα κεφάλαιά τους κατά 10 μονάδες βάσης, ώστε να φθάσει στο -0,3%. Οι εμπορικές τράπεζες, δηλαδή, θα πρέπει πλέον να πληρώνουν φύλακτρα στην ΕΚΤ για τα κεφάλαια που αποθέτουν σε αυτήν.
Μήπως, όμως, δεν πρέπει να τα περιμένουμε όλα από τον Ιταλό ευρωτραπεζίτη και τους συνεργάτες τους; Το ρητορικό αυτό ερώτημα θέτουν ειδικοί που συμμετείχαν σε συναφές ρεπορτάζ της «Figaro», για να απαντήσουν ότι ασφαλώς και δεν μπορεί να κάνει τα πάντα ο Ντράγκι, έστω κι αν έχει ήδη κερδίσει το προσωνύμιο «Σούπερ Μάριο». Είναι χαρακτηριστική η τοποθέτηση του Κρίστοφερ Ντέμπικ, στελέχους της δανέζικης επενδυτικής τράπεζας Saxo Bank.
«Η ζώνη του ευρώ βρίσκεται μπροστά σε ένα παράδοξο: η νομισματική της πολιτική ουδέποτε ήταν τόσο ευνοϊκή για την ανάπτυξη, αλλά η οικονομία δεν απογειώνεται. Ήρθε η ώρα να αναγνωρίσουν όλοι ότι η νομισματική πολιτική είναι αναγκαία, αλλά όχι και ικανή συνθήκη για την ανάπτυξη. Και ο ίδιος ο Ντράγκι το παραδέχθηκε, έστω και με μισόλογα, στα τέλη Νοεμβρίου, σημειώνοντας ότι και μόνο μια επιτάχυνση της αύξησης των ονομαστικών μισθών στον τομέα των υπηρεσιών θα επιτρέψει την αύξηση του πληθωρισμού. Αποδέκτης του μηνύματος αυτού ήταν κυρίως η Γερμανία. Αλλά πιθανότατα η χώρα αυτή εκώφευε...», σημείωσε ο Ντέμπικ.
Επιβάλλονται μεταρρυθμίσεις
Οι ειδικοί συμφωνούν ότι η ευρωοικονομία δεν ανακάμπτει αν δεν γίνουν μεταρρυθμίσεις προς την κατεύθυνση της τόνωσης της κατανάλωσης και της ενίσχυσης της αγοράς εργασίας. «Προαπαιτούμενο», όμως, για να τονωθεί η κατανάλωση είναι να αυξηθεί το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Και το διαθέσιμο εισόδημα αυξάνεται με δύο τρόπους, με μισθολογικές αυξήσεις στις χώρες με χαμηλά ποσοστά ανεργίας και με νέες θέσεις εργασίας στις χώρες με υψηλή ανεργία. «Μόνο έτσι θα κλονιστεί ο φαύλος κύκλος αποπληθωρισμού και αποθάρρυνσης της οικονομικής δραστηριότητας», απεφάνθη στη «Figaro» η Ανιές Μπενασί-Κερέ, καθηγήτρια της Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού Paris 1 Panth?on-Sorbonne.




