Νέα μηνύματα από τον Βλαντίμιρ Πούτιν προς την τουρκική ηγεσία, στον απόηχο της κατάρριψης
Ο Ρώσος Υπουργός Ενέργειας Αλεξάντερ Νόβακ ανακοίνωσε χθες ότι η Μόσχα και η Άγκυρα «ανέστειλαν» τις διαπραγματεύσεις τους για το έργο του αγωγού αερίου TurkStream, που θα προμήθευε την Τουρκία και στη συνέχεια τη Νότια Ευρώπη


Ο Πρόεδρος της Ρωσίας Βλαντίμιρ Πούτιν επιδόθηκε χθες σε μία νέα, δριμεία επίθεση κατά της Τουρκίας. «Δεν θα ξεχάσουμε ποτέ αυτήν τη συνέργεια με τους τρομοκράτες. Θα θεωρούμε πάντα την προδοτική ενέργεια ως μία από τις πλέον κακόβουλες πράξεις», δήλωσε ο Βλαντίμιρ Πούτιν κατά την ετήσια ομιλία του για την κατάσταση του έθνους προς τους Ρώσους βουλευτές, τους κυβερνήτες των ρωσικών περιφερειών και περιοχών και τα μέλη της ρωσικής κυβέρνησης και στην οποία τα οικονομικά και κοινωνικά θέματα επισκιάσθηκαν από τις αναφορές στην Τουρκία.

«Φαίνεται ότι ο Αλλάχ αποφάσισε να τιμωρήσει την κλίκα που βρίσκεται στην εξουσία στην Τουρκία στερώντας της τη λογική», είπε, προκαλώντας τα γέλια του ακροατηρίου του. Ο Πρόεδρος της Ρωσίας δήλωσε ότι δεν θα προσφύγει στην απειλή ανάληψης στρατιωτικής βίας κατά της Τουρκίας στην κρίση αυτή, δεσμεύθηκε όμως για νέα μέτρα αντιποίνων κατά της Άγκυρας, η οποία βρίσκεται ήδη υπό το κράτος εμπάργκο στα προϊόντα διατροφής και κυρώσεων κατά των ρωσικών επιχειρήσεων και του τουριστικού τομέα.

«Οποιοσδήποτε θεωρεί ότι έχοντας διαπράξει αυτό το φοβερό έγκλημα, τη δολοφονία των ανθρώπων μας, θα γλιτώσει με κάποια μέτρα για τις ντομάτες του ή κάποιους περιορισμούς σε κατασκευαστικά έργα ή άλλους τομείς, πλανάται οικτρά», είπε οργισμένα.

«Δεν είναι η τελευταία φορά που τους υπενθυμίζουμε τι έκαναν, ούτε η τελευταία φορά που θα μετανιώσουν γι' αυτό που έκαναν», συνέχισε, διαχωρίζοντας την τουρκική ηγεσία από τον «καλό, εργατικό και ταλαντούχο» τουρκικό λαό και καταγγέλλοντας την τουρκική πολιτική τάξη που «τα τσεπώνει» προστατεύοντας το εμπόριο πετρελαίου του Ισλαμικού Κράτους.

Ανέστειλαν τις διαπραγματεύσεις
Παράλληλα, ο Ρώσος Υπουργός Ενέργειας Αλεξάντερ Νόβακ ανακοίνωσε χθες ότι η Μόσχα και η Άγκυρα «ανέστειλαν» τις διαπραγματεύσεις τους για το έργο του αγωγού αερίου TurkStream, που θα προμήθευε την Τουρκία και στη συνέχεια τη Νότια Ευρώπη. «Έχουν ανασταλεί επί του παρόντος οι διαπραγματεύσεις», δήλωσε ο Νόβακ σύμφωνα με ρωσικά πρακτορεία που επικαλείται το Γαλλικό Πρακτορείο, επισημαίνοντας ότι οι εργασίες της οικονομικής επιτροπής, που είχε επιφορτισθεί με το έργο αυτό, είχαν παύσει στο πλαίσιο των μέτρων που υιοθέτησε ως αντίποινα η Μόσχα σε βάρος της Άγκυρας. Ο αγωγός TurkStream παρουσιάστηκε στα τέλη του 2014, μετά την αιφνιδιαστική εγκατάλειψη του έργου South Stream, κατά τη διάρκεια της ουκρανικής κρίσης.

Το έργο προέβλεπε αρχικά την έναρξη των εργασιών από τα μέσα του 2015, με τις πρώτες ποσότητες να παραδίδονται στα τέλη του 2016 και τον αγωγό να έχει κάποια στιγμή δυναμικότητα 63 δισεκ. κυβικών μέτρων κατ’ έτος.

Ερωτηθείς νωρίτερα για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων, ο επικεφαλής της Gazprom, Αλεξέι Μίλερ, έριξε το μπαλάκι στην πλευρά της Άγκυρας: «Εάν η Τουρκία εκτιμά ότι χρειάζεται αυτό το έργο, οφείλει να απευθυνθεί σ' εμάς», δήλωσε, διευκρινίζοντας ότι η Άγκυρα δεν είχε υποβάλει «καμία πρόταση». Με τον αγωγό TurkStream, η Gazprom υπολόγιζε να καταστήσει την Τουρκία το νέο διαμετακομιστικό κέντρο του ρωσικού αερίου προς την Ευρώπη στη θέση της Ουκρανίας.

Καθώς το έργο αυτό φαινόταν ήδη να καθυστερεί, η Gazprom ανακοίνωσε ένα άλλον αγωγό, το Nord Stream 2, με στόχο να ενισχύσει τη δυναμικότητα του Nord Stream που ήδη βρίσκεται σε λειτουργία μεταξύ της Ρωσία και της Γερμανίας διά μέσου της Βαλτικής. Η κριτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το σχέδιο επέκτασης του αγωγού Nord Stream είναι πολιτικοποιημένη, φέρεται να δήλωσε ο Νόβακ σύμφωνα με το ρωσικό πρακτορείο RIA που επικαλείται το Reuters. Ο Νόβακ δήλωσε ότι οι αποφάσεις για το έργο του Nord Stream 2 θα πρέπει να ληφθούν βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας, ανέφερε το πρακτορείο.

Ανήθικες οι κατηγορίες;
Την ίδια στιγμή, ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κατήγγειλε ως «ανήθικες» τις κατηγορίες της Ρωσίας κατά της οικογένειάς του, σύμφωνα με τις οποίες στενοί του συγγενείς εμπλέκονται σε εμπόριο πετρελαίου με το Ισλαμικό Κράτος, και προειδοποίησε ότι έχει αποδείξεις για ρωσική εμπλοκή στη διακίνηση του πετρελαίου του ΙΚ. «Έχουμε αποδείξεις. Θα αρχίσουμε να τις αποκαλύπτουμε στον κόσμο», είπε, αναφέροντας συγκεκριμένα το όνομα του Σύρου επιχειρηματία Ζορζ Χασουάνι, «κατόχου ρωσικού διαβατηρίου».

Νωρίτερα, ο Πρωθυπουργός της Τουρκιάς Αχμέτ Νταβούτογλου είχε χαρακτηρίσει «σοβιετική προπαγάνδα» τις ρωσικές κατηγορίες, σύμφωνα με τις οποίες μέλη της τουρκικής ηγεσίας επωφελούνται από τη διακίνηση πετρελαίου από το Ισλαμικό κράτος στο Ιράκ και τη Συρία. «Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου υπήρχε ένας σοβιετικός μηχανισμός προπαγάνδας. Τα αποκαλούσαμε ψέματα τύπου Πράβντα», δήλωσε ο Τούρκος Πρωθυπουργός αναφερόμενος στην εφημερίδα Pravda, όργανο του τότε Κομμουνιστικού Κόμματος. «Νομίζαμε ότι η σοβιετική περίοδος είχε παρέλθει, αλλά επανεμφανίζεται... αυτός ο τρόπος προσφυγής σε μεθόδους προπαγάνδας για να πνίξουμε τα προβλήματα με τους γείτονές μας επανέρχεται σιγά- σιγά», είπε.

Προβληματισμοί από ευρωβουλευτές
Στο μεταξύ, χθες το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο χαιρέτισε το γεγονός ότι η σύνοδος κορυφής Ε.Ε.-Τουρκίας στις 29 Νοεμβρίου έθεσε στόχο την αναθέρμανση της σχέσης και την εξεύρεση κοινών λύσεων στην προσφυγική κρίση και στον πόλεμο στη Συρία, πλην όμως πολλοί ευρωβουλευτές υπογράμμισαν ότι δεδομένου του ιστορικού της Τουρκίας όσον αφορά τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας, η χρηματοδότηση της Ε.Ε. προς τη χώρα αυτή θα πρέπει να εξετάζεται διεξοδικά. Ταυτόχρονα πολλοί ευρωβουλευτές αμφισβήτησαν και την απόφαση για επανέναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.

Οι σχέσεις της Ε.Ε. με την Τουρκία έχουν «ιδιαίτερη σημασία», όχι μόνο λόγω της «επιτακτικής ανάγκης» για την εξεύρεση πολιτικής λύσης στη συριακή σύγκρουση, αλλά και της ανάγκης για αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης και της τρομοκρατίας, δήλωσε κατά τη διάρκεια συζήτησης επί του θέματος στην Ευρωβουλή ο Νικολά Σμιτ, μιλώντας εκ μέρους της λουξεμβουργιανής προεδρίας του Συμβουλίου. Τόνισε ότι τα κράτη μέλη της Ε.Ε. θα πρέπει να ενισχύσουν τους ελέγχους στα εξωτερικά σύνορα της Ε.Ε. και να εφαρμόσουν τις αποφάσεις σχετικά με τη μετεγκατάσταση των αιτούντων άσυλο εντός της Ε.Ε.

Απαντώντας εξάλλου στους ευρωβουλευτές, ο αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Φρανς Τίμερμανς επέμεινε ότι η συμφωνία είχε ως στόχο να βοηθήσει αυτούς που έχουν ανάγκη, επιτρέποντας στους Σύρους να εργάζονται νόμιμα στην Τουρκία και να στέλνουν τα παιδιά τους σε σχολεία εκεί, αλλά και βελτιώνοντας την ιατρική περίθαλψη για τους πρόσφυγες. Η προσφορά βοήθειας στους πρόσφυγες στην Τουρκία είναι η «οικονομικότερη λύση για τους Ευρωπαίους φορολογούμενους» και «βγάζει τους λαθρέμπορους από την όλη εξίσωση», δήλωσε ο ίδιος, τονίζοντας ότι το άνοιγμα των κεφαλαίων 23 και 24 στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις αποτελεί την καλύτερη δυνατή λύση για να βοηθηθούν οι Τούρκοι στη βελτίωση του ιστορικού τους σχετικά με τον σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Δεν είναι λευκή επιταγή
«Η σύνοδος πραγματοποιήθηκε διότι έχουμε ένα μεγάλο πρόβλημα με τους πρόσφυγες κατά μήκος των δυτικών Βαλκανίων. Αλλά πρέπει να παραδεχτούμε ότι η κατάσταση είναι τόσο προβληματική, διότι ένα κράτος-μέλος της Ε.Ε., η Ελλάδα, δεν εφαρμόζει τους κανόνες του Σένγκεν για τα εξωτερικά σύνορα του χώρου Σένγκεν», δήλωσε ο επικεφαλής της ομάδας του ΕΛΚ Μάνφρεντ Βέμπερ (Γερμανία). «Εάν χρησιμοποιούσαμε όλους τους συνοριοφύλακες που εκτελούν επί του παρόντος τα καθήκοντά τους εντός της Ε.Ε. στα μήκους 190 χιλιομέτρων σύνορα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, τότε θα είχαμε μία καλύτερη κατάσταση στην Ευρώπη», προσέθεσε ο ίδιος.

Ο επικεφαλής των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, Τζιάνι Πιτέλα (Ιταλία), δήλωσε τα εξής: «Η συμφωνία με την Τουρκία είναι μια ευκαιρία για όλους, χωρίς να αποτελεί όμως “λευκή” επιταγή. Για την ομάδα των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις πρέπει να ξεκινήσουν εκ νέου. Η Τουρκία χρειάζεται την Ε.Ε., αλλά και εμείς χρειαζόμαστε την Τουρκία γιατί αποτελεί μία δύναμη σταθερότητας. Χωρίς τη συνεργασία με τη χώρα αυτή δεν θα μπορέσουμε να λύσουμε το πρόβλημα των προσφύγων. Υπάρχουν ωστόσο ανησυχητικά ζητήματα όπως η κατάσταση των θεμελιωδών δικαιωμάτων στη χώρα αυτή».