Eλπίδες ότι θα επικρατήσει επιτέλους η πολυπόθητη ειρήνη στην Κολομβία
Ο Πρόεδρος της χώρας χαιρέτισε την ανακοίνωση αυτή, αλλά προειδοποίησε ότι η συνέχιση του ειρηνευτικού διαλόγου στην Αβάνα θα εξαρτηθεί από τη στάση των ανταρτών τους επόμενους μήνες


Η κυβέρνηση της Κολομβίας και οι αντάρτες των FARC ανακοίνωσαν ότι επιτεύχθηκε συμφωνία για την αποκλιμάκωση της σύγκρουσης, η οποία προβλέπει ότι οι επιχειρήσεις του στρατού θα μειωθούν για πρώτη φορά αφότου ξεκίνησαν οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στα τέλη του 2012. Σε διάγγελμά του προς το έθνος το βράδυ της Κυριακής (τοπική ώρα), ο Πρόεδρος της Κολομβίας Χουάν Μανουέλ Σάντος χαιρέτισε την ανακοίνωση αυτή, αλλά προειδοποίησε ότι η συνέχιση του ειρηνευτικού διαλόγου στην Αβάνα θα εξαρτηθεί από τη στάση των ανταρτών τους επόμενους μήνες. «Θα είμαστε σε επιφυλακή για ό,τι συμφωνήθηκε σήμερα και σε τέσσερεις μήνες από τώρα, ανάλογα με την τήρηση της συμφωνίας από τις FARC, θα πάρω την απόφαση να πω αν θα συνεχίσουμε τη διαδικασία ή όχι», δήλωσε ο Σάντος.

«Διαδικασία αποκλιμάκωσης»
Η συμφωνία που ανακοινώθηκε στην Αβάνα προβλέπει «μία διαδικασία αποκλιμάκωσης των ενεργειών του στρατού» της Κολομβίας, αρχής γενομένης από τις 20 Ιουλίου, «ως απάντηση στην αναστολή των επιθετικών ενεργειών των FARC», που ανακοινώθηκε νωρίτερα την περασμένη εβδομάδα, σύμφωνα με μίαν ανακοίνωση των αντιπροσωπιών των δύο μερών, που ανέγνωσαν στην Αβάνα ο Νορβηγός διπλωμάτης Νταγκ Ναϊλάντερ και ο Κουβανός Ροδόλφο Μπενίτες, οι χώρες των οποίων συνδράμουν τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Ώθηση στις συνομιλίες
Η διαδικασία αυτή, η οποία έχει σκοπό να δώσει νέα ώθηση στις ειρηνευτικές συνομιλίες σε ένα πλαίσιο αναζωπύρωσης της σύγκρουσης, προβλέπει στο τέλος μία εκεχειρία από την πλευρά του στρατού, μία επιλογή που απέρριπτε μέχρι τώρα ο Πρόεδρος Χουάν Μανουέλ Σάντος, φοβούμενος ότι οι αντάρτες μπορεί να την εκμεταλλευτούν για να ενισχύσουν τις δυνάμεις τους.

Προσπάθειες
Τα μέρη «αποφάσισαν να καταβάλουν κάθε απαραίτητη προσπάθεια, προκειμένου να καταλήξουν χωρίς καθυστέρηση στην υπογραφή μίας τελικής συμφωνίας (ειρήνης)» και να ορίσουν «χωρίς καθυστέρηση τους όρους της διμερούς και οριστικής εκεχειρίας», αναφέρει το κείμενο αυτό, το οποίο υπογράφεται από τις αντιπροσωπίες της κυβέρνησης και των ανταρτών. Ο Σάντος επέμεινε στο γεγονός πως δεν πρόκειται στην παρούσα φάση για μία «διμερή κατάπαυση του πυρός. Αν αναστείλουν την επίθεσή τους εναντίον της χώρας, θα μειώσουμε επίσης τις στρατιωτικές ενέργειες», διευκρίνισε.

Περιθώριο ενός μηνός
Οι αντάρτες είχαν ανοίξει τον δρόμο γι' αυτήν τη συμφωνία στις 8 Ιουλίου, όταν ανακοίνωσαν μία μονομερή κατάπαυση του πυρός για 30 ημέρες, αρχής γενομένης από τις 20 Ιουλίου. Εκπρόσωπός τους δήλωσε στο Γαλλικό Πρακτορείο πως οι FARC έχουν στη διάθεσή τους ένα μήνα για να εξετάσουν μια ενδεχόμενη παράτασή της.
Οι διαπραγματευτές στην Αβάνα συμφώνησαν, επίσης, να ζητήσουν από τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ και την προεδρία της Ένωσης Χωρών της Νότιας Αμερικής (Unasur) μία «συνοδεία» για «την επιτήρηση της επαλήθευσης» αυτής της αποκλιμάκωσης.

«Ενίσχυση εμπιστοσύνης»
Λίγο μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας, ο δεύτερος στην ιεραρχία των FARC και επικεφαλής των διαπραγματευτών των ανταρτών, ο Ιβάν Μάρκες, εκτίμησε, μιλώντας στους δημοσιογράφους, πως πρόκειται για μία ισχυρή, πολλά υποσχόμενη και γεμάτη ελπίδα ορμή» για την ειρηνευτική διαδικασία. Πάντοτε στην Αβάνα, ο ομόλογός του της κολομβιανής κυβέρνησης Ουμπέρτο ντε λα Κάγε υπογράμμισε στη συνέχεια πως η συμφωνία έχει σκοπό να «ενισχύσει την εμπιστοσύνη των Κολομβιανών» προς την ειρηνευτική διαδικασία, διευκρινίζοντας πως ακόμα και αν η κυβέρνηση μειώσει τις επιχειρήσεις της, δεν τίθεται θέμα γι' αυτήν να εγκαταλείψει τον ρόλο της προστασίας του κολομβιανού λαού. «Με αυτές τις νέες εξελίξεις, βλέπω επιτέλους φως στο βάθος του τούνελ, και αυτό με γεμίζει εμπιστοσύνη και ελπίδα. Περιμένουμε αυτήν την ειρήνη που έχει τόσο καθυστερήσει», ανέφερε ο Σάντος στο διάγγελμά του προς τους Κολομβιανούς.

Έσπασε η εκεχειρία
Οι FARC, που είναι η μεγαλύτερη οργάνωση ανταρτών της χώρας με σχεδόν 8.000 μαχητές στις τάξεις της, σύμφωνα με τις Αρχές, είχαν ήδη τηρήσει πεντάμηνη εκεχειρία, από τον Δεκέμβριο μέχρι τον περασμένο Μάιο, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να υπάρξει μία πραγματική ηρεμία επί του εδάφους. Όμως οι αντάρτες επανέλαβαν τις μάχες έπειτα από σειρά επιθέσεων του στρατού, προκαλώντας ανησυχίες στους κόλπους της διεθνούς κοινότητας και αμφιβολίες στην πλευρά της κολομβιανής κοινής γνώμης για τα θεμέλια των διαπραγματεύσεων. Στις 7 Ιουνίου, οι τέσσερεις χώρες που υποστηρίζουν την ειρηνευτική διαδικασία -η Νορβηγία, η Κούβα (χώρες «εγγυητές»), η Χιλή και η Βενεζουέλα (χώρες «συνοδοί»)- κάλεσαν για μία «επείγουσα αποκλιμάκωση» της σύγκρουσης. Οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στην Αβάνα έχουν σκοπό τη διευθέτηση της πιο μακρόχρονης σύγκρουσης στη Λατινική Αμερική, που οδήγησε σε περίπου 220.000 θανάτους μέσα σε πενήντα χρόνια και στον εκτοπισμό έξι εκατομμυρίων ανθρώπων.