Κανένα άλλο θηλαστικό δεν αρέσκεται στο να μετακινείται τόσο συχνά όσο ο άνθρωπος
Κάποιοι επιστήμονες αποδίδουν αυτήν την ανάγκη στην ύπαρξη ενός ιδιαίτερου γονιδίου, που εντοπίζεται σε κάποιους ανθρώπους, ενώ άλλοι επιμένουν πως οι παράγοντες που ωθούν κάποιους από εμάς πιο συχνά στο να γεμίζουμε τους σάκους, είναι ψυχολογικοί


Ανάμεσά μας υπάρχουν άνθρωποι, που δεν χορταίνουν να ταξιδεύουν. Κάποιοι επιστήμονες αποδίδουν αυτήν την ανάγκη στην ύπαρξη του ιδιαίτερου γονιδίου DRD4, που εντοπίζεται σε κάποιους ανθρώπους, ενώ κάποιοι άλλοι επιμένουν πως οι παράγοντες που ωθούν κάποιους από εμάς πιο συχνά στο να γεμίζουμε τους σάκους, είναι ψυχολογικοί.
Ανάμεσά μας υπάρχουν, ωστόσο, άνθρωποι που δεν νιώθουν κάποια ιδιαίτερη ανάγκη να επισκεφθούν έναν διαφορετικό πολιτισμό ή να ταξιδέψουν λίγα χιλιόμετρα έξω από τη βάση τους, για να πάρουν λίγο πιο διαφορετικές ανάσες από εκείνες που έχουν συνηθίσει. Και είναι απολύτως κατανοητό εάν σκεφτούμε πως η αντίθετη πλευρά αποτελείται από ανθρώπους που διψούν για νέες κουλτούρες και λατρεύουν να βαφτίζονται ως "πολίτες του κόσμου".

Γενετική εμμονή
Αυτή η εμμονή με τα ταξίδια ανά την υφήλιο, καταλήγουν οι επιστήμονες, είναι γενετική την ίδια στιγμή που κάποιοι ειδικοί τείνουν να ελέγξουν προσεκτικότερα τα συμπεράσματα. Η παράθεση μιας μελέτης του 1999 όπως κυκλοφορεί τελευταία στο διαδίκτυο παρουσιάζει, για την ακρίβεια, τον ρόλο που παίζει η ποικιλία ενός γονιδίου όταν συναντάται στον άνθρωπο. Το γονίδιο DRD4 αντιστοιχεί, όπως εξηγείται, σε έναν “υποδοχέα της ντοπαμίνης”, μια δομή που υπάρχει στην επιφάνεια ορισμένων κυττάρων του εγκεφάλου και μεσολαβεί στη μεταξύ τους επικοινωνία. Το σύστημα της ντοπαμίνης στον εγκέφαλο σχετίζεται, μεταξύ άλλων, με την επιθυμία για δραστηριότητες που προκαλούν ευχαρίστηση ή επιβράβευση.

Οι άνθρωποι που φέρουν το αλληλόμορφο DRD4 φαίνεται πως ζουν πιο δραστήρια ζωή, επιδιώκουν νέες εμπειρίες και έχουν περισσότερες πιθανότητες για μακροζωία, πέρα από την έντονη σύνδεσή τους με την εικόνα του κοσμογυρισμένου. Όπως αποκαλύπτεται λοιπόν από την παλιά αυτή έρευνα, οι άνθρωποι με αυτό το γονίδιο, κοιτάζοντας πίσω στην ιστορία, έχουν την τάση να γίνονται μετανάστες. Όπως φαίνεται, οι ρίζες των “αιώνιων ταξιδευτών” είναι μακρινές ως προς την καταγωγή τους.

Μοναδική ροπή
“Κανένα άλλο θηλαστικό δεν αρέσκεται στο να μετακινείται τόσο συχνά όσο ο άνθρωπος”, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Γερμανός ανθρωπολόγος, Svante Paabo. “Περνάμε τα σύνορα, ελκόμαστε από εδάφη ξένα από τα δικά μας. Κανένα ζώο δεν υιοθετεί τέτοιες συμπεριφορές, αλλά όπως παρατηρείται, ούτε και όλοι οι άνθρωποι. Οι Νεάντερταλ, για παράδειγμα, ποτέ δεν είχαν ροπή για εξάπλωση. Από την άλλη, ωστόσο, από το να επιχειρούμε τα πρώτα θαλάσσια ταξίδια βρεθήκαμε να πηγαίνουμε στον Άρη. Η ανθρώπινη περιέργεια για την εξερεύνηση του κόσμου δεν εξαντλείται ποτέ. Γιατί;”.

Αυτοί οι “μανιακοί ταξιδευτές”, κάνοντας μια σύντομη ανασκόπηση της ιστορίας, ήταν εκείνοι που ξεκίνησαν τη μετανάστευση από τη Μεσοποταμία, αλλά και όλοι εκείνοι από τους οποίους δημιουργήθηκαν ολόκληρες κοινωνίες στην Ευρώπη, στην Ασία, στην Αφρική και στην Αμερική. Όλα τα στοιχεία, σύμφωνα με κάποιους ερευνητές γι' αυτήν την ταξιδιωτική διάθεση, δείχνουν προς την κατεύθυνση που εντοπίζεται το γονίδιο DRD4. Κατά πόσον μπορεί να ισχύει στην πράξη κάτι τέτοιο;

Επιθυμία για εξερεύνηση
Πολλές μελέτες συνδέουν την παρουσία του συγκεκριμένου γονιδίου σε κάποιους ανθρώπους με την αυξημένη επιθυμία για εξερεύνηση νέων τόπων, αλλά και τη γενικότερη τάση που παρατηρείται επάνω τους, για φυγή, αλλαγή, περιπέτεια. Πάνω σε όλα αυτά επιχειρεί να απαντήσει διαφορετικά, μια άλλη ομάδα επιστημόνων. Η θεωρία ότι κάποιοι άνθρωποι γεννιούνται για να ταξιδεύουν δεν βρίσκει σύμφωνους αυτούς τους ερευνητές και το “γονίδιο του μανιακού ταξιδευτή” είναι κάτι το οποίο μάλλον δεν υφίσταται.

“Όλοι θα έπρεπε να συνειδητοποιήσουμε ότι δεν υπάρχει γονίδιο που να ευθύνεται αποκλειστικά για το ότι στη ζωή μας είμαστε περιπετειώδεις ή προσκολλημένοι μέσα στο σπίτι”, σημειώνει ο ψυχολόγος από το Εθνικό Πανεπιστήμιο της Σιγκαπούρης, Richard P. Ebstein, του οποίου οι έρευνες επικεντρώνονται στην ανθρώπινη συμπεριφορά και τη γενετική. “Τα γονίδια είναι μόνο ένα μέρος της εξίσωσης, ο ρόλος τους δεν είναι καθοριστικός επάνω μας. Με τον ίδιο τρόπο που δεν θα μπορούσαμε να ρίξουμε τα βάρη σε ένα γονίδιο για τον αλκοολισμό, έτσι κι εδώ δεν μπορούμε να συνδέουμε το ότι βαφτιζόμαστε κοσμογυρισμένοι, από την παρουσία μόνο ενός γονιδίου. Οι ωθήσεις προέρχονται από αλλού”, προσθέτει ο βιολόγος, John McGeary.

Ψυχολογική δομή
ΣΥΜΦΩΝΑ με τον McGeary, παρόλο που η παραπάνω θεωρία καταρρίπτεται τουλάχιστον στα δικά του μάτια, το “40%- 60% του πληθυσμού των ΗΠΑ θεωρεί πως έχει αυτό το γονίδιο που εξηγεί την όρεξη για περισσότερα ταξίδια”. Ο ψυχολόγος Chuansheng Chen παρατηρεί, καταλήγοντας: “Η όλη μελέτη γεννάει μια κυρίαρχη ιδέα που κινείται γύρω από την αλήθεια. Εξηγεί στην ουσία πως αυτό το γονίδιο επιλέχθηκε και μελετήθηκε ακριβώς επειδή έχει παρατηρηθεί πως οι άνθρωποι έχουν την τάση να ταξιδεύουν ή ακόμη και να μεταναστεύουν και όχι γιατί αυτό έσπρωξε τους ανθρώπους στο να το κάνουν”.

“Μια περιπετειώδης ανθρώπινη φύση ή, τουλάχιστον, η επιθυμία για νέες περιπέτειες και ταξίδια είναι αποτέλεσμα μιας ψυχολογικής δομής”, συμπεραίνει ο Ebstein. Το να θέλουμε να βρεθούμε στα Ιμαλάια είναι περισσότερο μια απόφαση που σχετίζεται με τη σκέψη, με τα συναισθήματα και την ψυχολογική διάθεση παρά ένα προϊόν γενετικής φύσεως. Και το μόνο σίγουρο είναι πως και φέτος, κάποιοι θα κυριευτούμε από την έντονη ανάγκη να δραπετεύσουμε, να κλείσουμε την πόρτα πίσω μας ανεξαρτήτως γενετικών, ή μη, λόγων.
Πηγή: Pathfinder.gr