Το συριακό καθεστώς προσπαθεί να πολεμήσει τους εχθρούς του με βοήθεια από το εξωτερικό
Την περασμένη εβδομάδα, η συριακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι προσβλέπει σε δάνειο ύψους ενός δισ. δολαρίων από την Τεχεράνη, προκειμένου να συνεχίσει τον αγώνα της κατά του Ισλαμικού Κράτους
ΑΝΑΦΟΡΕΣ ότι Ιρανοί διοικητές χρησιμοποιούν ως επί το πλείστον στη μάχη εγκληματίες σιίτες Αφγανούς, πληρώνοντάς τους ευτελή ποσά
Το συριακό καθεστώς εντατικοποιεί τις επιθέσεις ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος, με την υποστήριξη χρημάτων από το Ιράν και σιιτών μαχητών από το εξωτερικό, όπως χώρες της Κεντρικής Ασίας, αναφέρεται σε ρεπορτάζ του αμερικανικού περιοδικού «Foreign Policy». Με τις δυνάμεις των ανταρτών και του Ισλαμικού Κράτους να προελαύνουν στη Συρία και τις οργανώσεις της αντιπολίτευσης να προωθούνται στο νότιο και στο βόρειο τμήμα της χώρας, το καθεστώς του Μπασάρ αλ Άσαντ βρίσκεται σε ασφυκτικό κλοιό.
Αποτρέπουν την πτώση
Μπορεί ο Άσαντ και οι Ιρανοί σύμμαχοί του να δυσκολεύονται όλο και πιο πολύ να συγκεντρώσουν αρκετές δυνάμεις για την προστασία στρατηγικά σημαντικών περιοχών, παρ' όλα αυτά, σύμφωνα με το δημοσίευμα του «FP», έχουν καταφέρει να αποτρέψουν την πτώση του καθεστώτος. Με χρήματα αλλά και καταναγκασμό, ο Άσαντ έχει εξαπολύσει μία εκστρατεία ενίσχυσης των στρατιωτικών δυνάμεων αλλά και της αφοσίωσής τους στο καθεστώς. Την περασμένη εβδομάδα, η συριακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι προσβλέπει σε δάνειο ύψους ενός δισ. δολαρίων από τη Τεχεράνη, προκειμένου να συνεχίσει τον αγώνα της κατά του Ισλαμικού Κράτους. Επιπροσθέτως, η στρατολόγηση ξένων μαχητών με την υποστήριξη του Ιράν έχει αυξηθεί δραματικά.
Δρομολογούνται εξελίξεις
Όπως αναφέρεται στο άρθρο, έχουν δρομολογηθεί εξελίξεις που θα επιτρέψουν στο καθεστώς όχι μόνο να αποτρέψει την περαιτέρω προώθηση ανταρτών, αλλά και να τους οδηγήσει σε οπισθοχώρηση, αναφέρει το «FP». Στις αρχές του 2014, η ανάπτυξη φιλοκαθεστωτικών ξένων μαχητών στη Συρία περιορίστηκε, όταν χιλιάδες Ιρακινοί σιίτες πολιτοφύλακες επέστρεψαν στο Ιράκ, μετά την προώθηση του Ισλαμικού Κράτους εκεί. Ωστόσο, η ναυαρχίδα του ιρακινού «proxy» δικτύου, η λιβανέζικη παραστρατιωτική οργάνωση Χεζμπολάχ, σύντομα έλαβε δράση. Η στρατολόγηση της οργάνωσης αυξήθηκε, τόσο μέσα στον Λίβανο αλλά και σε γειτονικά κράτη.
Παράλληλα αύξησε την επιρροή της, στρατολογώντας όχι μόνο σιίτες μουσουλμάνους αλλά και άλλες μειονότητες, όπως δρούζους και χριστιανούς, σχηματίζοντας παραστρατιωτικές οργανώσεις.
Συμβουλευτικός ρόλος
Οι στρατιωτικές ενέργειες της οργάνωσης στο εσωτερικό της Συρίας επεκτείνονται όσο αυξάνεται ο αριθμός των μελών της. Διατηρεί συμβουλευτικό ρόλο στις φιλοκαθεστωτικές πολιτοφυλακές της Συρίας, αλλά έχει και σημαντική στρατιωτική παρουσία σε στρατηγικές περιοχές. Πρωταγωνίστησε στην εκστρατεία στη νότια Συρία, κοντά στην πόλη Νταραά και σε περιοχές στα Υψώματα του Γκολάν, ενώ υπάρχουν αναφορές ότι υπέστη και απώλειες στη Λατάκια.
Πιο ενεργή η Χεζμπολάχ
Ωστόσο, η Χεζμπολάχ φέρεται να είναι πιο ενεργή στην ορεινή και στρατηγικά νευραλγική περιοχή Καλαμούν στα σύνορα Λιβάνου-Συρίας. Την ίδια στιγμή, η Τεχεράνη στρέφεται σε πολλές άλλες κοινότητες ξένων μαχητών, όπως στον πληθυσμό των Αφγανών Χαζάρα στο Ιράν, προκειμένου να ενισχύσει το καθεστώς Άσαντ.
Υπάρχουν αναφορές ότι Ιρανοί διοικητές χρησιμοποιούν ως επί το πλείστον στη μάχη εγκληματίες σιίτες Αφγανούς, πληρώνοντάς τους ευτελή ποσά. Αυτοί δραστηριοποιούνται κυρίως στην οροσειρά Καλαμούν, στη Δαμασκό, στη Λατάκια, στην Νταραά και στο Χαλέπι. Επιπλέον, πιστεύεται ότι στη Συρία δραστηριοποιούνται και Πακιστανοί σιίτες, ήδη από το 2013, ενώ ιρακινές σιιτικές οργανώσεις κλιμακώνουν τη στρατολόγηση Πακιστανών σιιτών.
Τους χρησιμοποιεί η Τεχεράνη
Αυτοί οι σιίτες δεν είναι απλά αναλώσιμοι μαχητές που το Ιράν χρησιμοποιεί για να υποστηρίξει το καθεστώς Άσαντ: η Τεχεράνη τους χρησιμοποιεί για να αυξήσει την περιφερειακή επιρροή της. Η παρουσία τους εκεί υπογραμμίζει την επιθυμία του Ιράν να διατηρήσει την επιρροή του στις κοινότητες της Κεντρικής Ασίας και ειδικά την επιρροή του στο Πακιστάν, στενού συμμάχου της χώρας. Το καθεστώς Άσαντ προσπαθεί επίσης να ενισχύσει τις δυνάμεις που έχει στον άμεσο έλεγχό του, μέσω μίας σειράς κινήτρων και τιμωριών.
Στα τέλη του 2014, η συριακή κυβέρνηση ξεκίνησε διώξεις κατά των ανυπότακτων, ενώ οργανώσεις των ανταρτών υποστήριζαν ότι ο Άσαντ εξαπατά νέους άνδρες, προκειμένου να ενταχθούν στις ένοπλες δυνάμεις. Αυτές οι ενέργειες απαιτούν χρήματα, και το Ιράν, εκτός από το ότι πληρώνει και στέλνει στη Συρία χιλιάδες μαχητές, προσφέρει και δισεκατομμύρια δολάρια στο καθεστώς Άσαντ. Από την πλευρά του ο Άσαντ φροντίζει να εξασφαλίζει προνόμια μόνο σε εκείνους που προστατεύουν ενεργά το καθεστώς.
Η Τουρκία ενισχύει τους αντάρτες
Η τουρκική εφημερίδα «Cumhuriyet» δημοσίευσε χθες φωτογραφίες και βίντεο που επιβεβαιώνουν την υπόθεση, την οποία μέχρι χθες διέψευδε κατηγορηματικά η ισλαμο-συντηρητική κυβέρνηση της Άγκυρας, για παραδόσεις όπλων στους Σύρους εξτρεμιστές αντάρτες στις αρχές του 2014. Στην έντυπη και στην ηλεκτρονική της έκδοση, η αντιπολιτευόμενη εφημερίδα δημοσιεύει φωτογραφίες με οβίδες κρυμμένες κάτω από φάρμακα μέσα σε φορτηγά, που επισήμως είχαν ναυλωθεί από ανθρωπιστική οργάνωση και τα οποία η τουρκική αστυνομία είχε σταματήσει Ιανουάριο του 2014 κοντά στα συριακά σύνορα.
Η επιχείρηση αυτή προκάλεσε πολιτικό σκάνδαλο, όταν επίσημα έγγραφα που αναρτήθηκαν στο διαδίκτυο βεβαίωναν ότι τα φορτηγά αυτά ανήκαν στις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες και μετέφεραν όπλα και πολεμοφόδια, τα οποία προορίζονταν για τους Σύρους ισλαμιστές αντάρτες που πολεμούν τον Πρόεδρο Μπασάρ-αλ Άσαντ. Η κυβέρνηση της Άγκυρας, για την οποία οι δυτικοί σύμμαχοί της είχαν υποψίες ότι στηρίζει τους μαχητές αυτούς, μεταξύ τους η τζιχαντιστική οργάνωση Ισλαμικό Κράτος, απέρριπτε πάντα τις κατηγορίες.
Οβίδες, σφαίρες και εκτοξευτήρες
Σύμφωνα με την «Cumhuriyet», τα φορτηγά που είχαν ακινητοποιηθεί από την αστυνομία κοντά στα σύνορα μετέφεραν χίλιες οβίδες, 80.000 σφαίρες για όπλα μικρού και μεγάλου διαμετρήματος, και εκατοντάδες εκτοξευτήρες ρουκετών. Η προμήθεια αυτού του ρωσικής κατασκευής υλικού είχε γίνει από χώρες του πρώην σοβιετικού μπλοκ, προσθέτει η εφημερίδα. Η κυβέρνηση επέβαλε μπλακ-άουτ στα μέσα ενημέρωσης, συμπεριλαμβανομένων των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, για την υπόθεση αυτή και άρχισε τη διενέργεια έρευνας, η οποία ήδη κατέληξε στην προφυλάκιση πενήντα προσώπων - αστυνομικών, στρατιωτικών, εισαγγελέων.
Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν απέδωσε την ευθύνη για το σκάνδαλο αυτό στην οργάνωση του ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν, ενός πρώην συμμάχου του, τον οποίο κατηγορεί από το φθινόπωρο του 2013 για απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης.
Σε μια σπάνια δημόσια αναφορά στην υπόθεση, ο Ερντογάν δήλωσε στα μέσα Μαΐου ότι η έρευνα που έγινε στα φορτηγά συνιστούσε «προδοσία». Οι αποκαλύψεις της «Cumhuriyet» γίνονται παραμονές των βουλευτικών εκλογών της 7ης Ιουνίου.
Αποσύρονται από την Αριά
Ο στρατός της Συρίας έχει αποσυρθεί από τη βορειοδυτική πόλη της Αριά, αφότου ένας συνασπισμός αντικαθεστωτικών ομάδων κατέλαβε και την τελευταία πόλη στο κυβερνείο του Ιντλίμπ, στη βορειοδυτική Συρία, κοντά στα σύνορα με την Τουρκία, που είχε μείνει υπό κυβερνητικό έλεγχο. Ο συνασπισμός αντικαθεστικών με την επονομασία Τζαΐς αλ Φατέχ, ή Στρατός Κατάκτησης, είπε ότι είχε καταλάβει την πόλη. Το μεγαλύτερο τμήμα του συνασπισμού αποτελείται από το συριακό τμήμα της Αλ Κάιντα, το Μέτωπο Νούσρα.
Ο συνασπισμός είπε ότι είχε καταλάβει αρκετά σημεία ελέγχου που υπερασπίζονταν την πόλη, ενώ ο συριακός στρατός είπε ότι συνέχιζε σφοδρό πόλεμο με δυνάμεις της Νούσρα που είχαν καταφέρει να μπουν στη πόλη Αριά. Αργότερα, ο στρατός παραδέχθηκε ότι είχε αποσυρθεί, συνεχίζοντας μια σειρά από ήττες.
Η εξέλιξη αποτελεί και ένα μεγάλο πλήγμα στο ηθικό των κυβερνητικών δυνάμεων του Προέδρου Άσαντ. Πηγή από τους αντικαθεσττικούς που επικαλείται το Reuteres ανέφερε ότι οι μάχες γίνονταν στους δρόμους της Αριά. «Υπάρχουν πολλά πτώματα στους δρόμους», είπε, προσθέτοντας ότι οι ισλαμιστές έψαχναν την πόλη για στρατιώτες του Άσαντ. Πολλοί από τους αμάχους έχουν κρυφτεί σε καταφύγια. Η Αριά, που κάποτε είχε 80.000 κατοίκους, βρίσκεται στην κύρια αρτηρία εφοδιασμού του στρατού που ενώνει τις περιοχές Ιντλίμπ και Λατάκια.
ΠΗΓΕΣ: Foreign Policy, in.gr, AΠΕ




