Συντηρητικοί και Εργατικοί κονταροχτυπιούνται σήμερα στις βρετανικές εκλογές
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν και τα δύο μεγάλα κόμματα να εξασφαλίζουν περίπου το ένα τρίτο των ψήφων, κάτι που, εάν επαληθευτεί στην κάλπη, πιθανόν να οδηγήσει στην ανάγκη για κυβέρνηση συνασπισμού


Ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον και ο πολιτικός του αντίπαλος, ηγέτης των Εργατικών, Εντ Μίλιμπαντ, αναμετρώνται σήμερα, στην πιο αμφίρροπη εκλογική διαδικασία των τελευταίων 41 ετών στο Ηνωμένο Βασίλειο. Σύμφωνα με δημοσκόπηση που δημοσιεύεται από την εφημερίδα The Sun, οι Τόρις, όπως και το Εργατικό Κόμμα, εξασφαλίζουν το 33% των ψήφων, αποτέλεσμα που εμφανίζεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων εβδομάδων και είναι προϊόν μίας υποτονικής προεκλογικής εκστρατείας μέσα σε μία ατμόσφαιρα γενικής δυσαρέσκειας απέναντι στους παράγοντες της πολιτικής σκηνής. Δημοσκόπηση του TNS φέρνει το Συντηρητικό Κόμμα να προηγείται, με 33%, κατά μία μονάδα, του Εργατικού Κόμματος (32%).

Προς αναζήτηση συμμαχιών
Χωρίς την εξασφάλιση απόλυτης πλειοψηφίας στο βρετανικό Κοινοβούλιο, την επομένη των εκλογών της 7ης Μαΐου οι ηγέτες των δύο μεγάλων κομμάτων θα είναι υποχρεωμένοι να αναζητήσουν συμμαχίες με τους μικρότερους πολιτικούς σχηματισμούς για να συγκροτήσουν κυβέρνηση. Για την αποφυγή ενός τέτοιου σεναρίου, ή τουλάχιστον για να εμφανισθούν σε θέση ισχύος σε περίπτωση διαπραγματεύσεων για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού, ο Ντέιβιντ Κάμερον και ο Εντ Μίλιμπαντ έχουν οργώσει τη Βρετανία για να πείσουν τους αναποφάσιστους που ανέρχονται στο 20% του εκλογικού σώματος.

"Η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με την προφανή επιλογή: Ανάμεσα σε μία κυβέρνηση του Εργατικού Κόμματος που θα δώσει προτεραιότητα στους εργαζομένους και μία κυβέρνηση του Συντηρητικού Κόμματος, που θα δώσει προτεραιότητα στους προνομιούχους", επέμενε ο Εντ Μίλιμπαντ, επισημαίνοντας και πάλι τις "υποσχέσεις που αθετήθηκαν από τους Τόρις για το τόσο πολύτιμο για τους Βρετανούς Σύστημα Υγείας", που "βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο". Από την πλευρά του ο Ντέιβιντ Κάμερον τόνιζε ότι ο Μίλιμπαντ "είναι μεγάλος πολέμιος της επιχειρηματικότητας και πιστεύω ότι είναι ένας πολύ επικίνδυνος άνθρωπος για τη χώρα μας", προειδοποιώντας για τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ενδεχόμενη συμμαχία ανάμεσα στο Εργατικό Κόμμα και τους εθνικιστές του SNP της Σκοτίας, που αναμένεται να αποσπάσει περί τις 50 έδρες στο βρετανικό Κοινοβούλιο.

Μπορεί και ο δεύτερος
Επειδή το εκλογικό σύστημα της Βρετανίας είναι απολύτως μονοεδρικό, ένα κόμμα μπορεί να χάσει τη λαϊκή ψήφο, αλλά να έχει περισσότερες έδρες. Και είναι επίσης δυνατόν να σχηματίσει κυβέρνηση το κόμμα που ήρθε δεύτερο - με τη βοήθεια άλλων μικρότερων κομμάτων. Αν επιβεβαιωθούν οι προβολές για τις έδρες, κανένας δεν φαίνεται ικανός να συγκεντρώσει μόνος του τις 326 που χρειάζονται (επί συνόλου 650) για αυτοδύναμη κυβέρνηση. Οι επιλογές είναι δύο: κυβέρνηση επίσημου, προγραμματικού συνασπισμού, ή μειοψηφίας, όπου μικρότερα κόμματα θα ψηφίζουν με την κυβέρνηση σε κρίσιμα νομοσχέδια.

Επίσημη προθεσμία για ολοκλήρωση των συνομιλιών υπάρχει. Το 2010 χρειάστηκαν πέντε ημέρες για να σχηματιστεί η απερχόμενη κυβέρνηση. Ένα ορόσημο είναι η Δευτέρα, 18 Μαΐου, όταν θα συνεδριάσει για πρώτη φορά το νέο Κοινοβούλιο. Η ημερομηνία της «ομιλίας της Βασίλισσας», όπου η Ελισάβετ θα αναγνώσει τις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης στη Βουλή, είναι προγραμματισμένη για την Τετάρτη, 27 Μαΐου.

Αξιόπιστοι αλλά φθαρμένοι
Έχοντας τηρήσει αρχικά περισσότερο αόριστη στάση ως προς το ενδεχόμενο συμμαχίας με το SNP, ο Εντ Μίλιμπαντ φάνηκε πιο κατηγορηματικός τις τελευταίες ημέρες της προεκλογικής εκστρατείας, δίνοντας την υπόσχεση ότι δεν θα διαπραγματευθεί με τους εθνικιστές της Σκοτίας, στόχος των οποίων παραμένει η αυτονομία. Οι πιο αξιόπιστοι σύμμαχοι, τόσο για τους Τόρις όσο και για τους Εργατικούς, είναι οι Φιλελεύθεροι του Νικ Κλεγκ, που έχουν κυβερνήσει με το Συντηρητικό Κόμμα από το 2010 και, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, χάνουν το ήμισυ της κοινοβουλευτικής δύναμης, κυρίως εξαιτίας αυτής της φθοράς της εξουσίας.

Ο ίδιος ο Νικ Κλεγκ δήλωσε, έπειτα από επίμονες ερωτήσεις στο ραδιοφωνικό δίκτυο BBC4, ότι θα διαπραγματευθεί κατά προτεραιότητα με το κόμμα που θα έχει την "καλύτερη εντολή" από τις κάλπες, δηλαδή τις περισσότερες έδρες. Ανεξαρτήτως ποιος θα είναι ο νικητής των εκλογών. Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων προειδοποίησε για τους κινδύνους που προέρχονται από το σενάριο σχηματισμού κυβέρνησης μειοψηφίας που δεν θα περιλαμβάνει το κόμμα του. "Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται η Βρετανία είναι μία δεύτερη ψηφοφορία πριν από τα Χριστούγεννα", είπε. Η τελευταία φορά που δύο ψηφοφορίες στις βουλευτικές εκλογές διεξήχθησαν στη Βρετανία ήταν το 1974.

Κρέμεται από μια κλωστή
Ο Πρωθυπουργός της Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον θεωρείται, πάντως, ο δημοφιλέστερος αρχηγός μεγάλου κόμματος στη χώρα και οι Συντηρητικοί παραμένουν το κόμμα που εμπιστεύονται οι περισσότεροι για την οικονομία, καθώς συνέβαλε στην ανάκαμψή της, όπως σχολιάζει το Ρόιτερς. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το πρακτορείο, είτε βγει νικητής είτε ηττημένος από τις αυριανές κρίσιμες βουλευτικές εκλογές, η πολιτική καριέρα του Κάμερον κρέμεται από μία κλωστή. Σε περίπτωση ήττας, αυτό θα γίνει ακαριαία. Αλλά ακόμη κι αν κερδίσει χωρίς να εξασφαλίσει αυτοδυναμία -κάτι που σύμφωνα με όλες τις δημοσκοπήσεις θα συμβεί με όλα τα κόμματα- το πιθανότερο είναι να αντιμετωπίσει σύντομα εσωκομματική αμφισβήτηση.

Απόγονος του βασιλιά Γουλιέλμου του Δ', ο Κάμερον, ο οποίος ανήλθε στην εξουσία το 2010 αναλαμβάνοντας την πρωθυπουργία στην κυβέρνηση συνασπισμού με τους κεντροαεριστερούς Φιλελεύθερους Δημοκράτες, δηλώνει ότι θα ήθελε μία ακόμη πενταετή θητεία "για να ολοκληρώσει το έργο του" της οικονομικής ανάπτυξης. Σκοπεύει ακόμη να διενεργήσει δημοψήφισμα με το ερώτημα της παραμονής ή μη της χώρας στην Ε.Ε. Αν όμως δεν επιτύχει αυτοδυναμία του κόμματός του για πρώτη φορά εδώ και 23 χρόνια, ενδεχομένως να δώσει μάχη για να ολοκληρώσει θητεία.

"Οι Συντηρητικοί είναι σκληροπυρηνικοί", σχολιάζει στο Ρόιτερς ο Γκρεγκ Μπέικερ, που στο παρελθόν εργάστηκε στο επιτελείο των Τόρις και σήμερα διευθύνει τη δική του εταιρεία δημοσίων σχέσεων, την Guide. Ο ίδιος σημειώνει ότι οι ημέρες του Κάμερον είναι μετρημένες: "Ποτέ δεν τον ήθελε το κόμμα". Ο Τιμ Μπέιλ, συγγραφέας της ιστορίας του Συντηρητικού Κόμματος, λέει ότι ο Κάμερον θα δεχτεί εσωκομματικό πόλεμο ακόμη κι αν διατηρήσει τα κλειδιά της Ντάουνινγκ Στριτ 10.

Προνομιακό υπόβαθρο
Ενώ οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι τον συμπαθούν, ο 48χρονος Πρωθυπουργός είναι προϊόν ενός ασυνήθιστα προνομιακού υπόβαθρου: γιος πλούσιου χρηματιστή, φοίτησε στο οικοτροφείο αρρένων της ελίτ Ίτον και στη συνέχεια στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ενώ η σύζυγός του είναι απόγονος ενός άλλου βασιλιά, του Καρόλου του Β' της Αγγλίας.

Σε μία χώρα με εμμονή με την κοινωνική καταγωγή, πολλοί είναι εκείνοι που ενοχλούνται με το προφίλ του Κάμερον. Ένας βουλευτής, εκ των δριμύτερων επικριτών του, χαρακτήρισε κάποτε τον Πρωθυπουργό και τον Υπουργό Οικονομικών "δύο πλουσιόπαιδα που δεν γνωρίζουν πόσο κοστίζει το γάλα". Βουλευτές της αντιπολίτευσης και μερίδα του βρετανικού Τύπου τον έχουν παρομοιάσει με τον "Άνθρωπο-Αστραπή" ("Flashman") , έναν μεγαλοαστό αντιήρωα, πρωταγωνιστή σε λογοτεχνικά βιβλία του 19ου αιώνα.

«Απαίσιο κόμμα»
Η μεγαλύτερη ίσως αδυναμία του Κάμερον είναι ότι απέτυχε να αλλάξει την αντίληψη που μοιράζονται κάποιοι ψηφοφόροι ότι ηγείται ενός "απαίσιου κόμματος", έναν χαρακτηρισμό στον οποίο προσέφυγε μία από τις υπουργούς του, η Τερέζα Μέι, το 2002, καλώντας τους Τόρις να γίνουν ένα κόμμα χωρίς αποκλεισμούς. Όταν ο Τόνι Μπλερ των Εργατικών τούς νίκησε σε τρεις συναπτές εκλογικές αναμετρήσεις, γνωρίζοντες τα εσωτερικά των Τόρις εξέφρασαν ανησυχίες ότι η αποτυχία τους ήταν αποτέλεσμα της φήμης που είχαν αποκτήσει ότι αδιαφορούσαν για τους φτωχούς, είχαν στενούς δεσμούς με τον επιχειρηματικό κόσμο και ήταν αρνητικοί απέναντι στους ομοφυλόφιλους και τις εθνοτικές μειονότητες.

Ο Κάμερον, ο οποίος ανέλαβε την αρχηγία του κόμματος το 2005, επιχείρησε να αλλάξει αυτήν την εικόνα: νομιμοποίησε τους γάμους των ομοφυλοφίλων, αύξησε την εξωτερική βοήθεια και διόρισε την πρώτη γυναίκα μουσουλμάνα υπουργό στην ιστορία της χώρας. Ωστόσο, οι προσπάθειές του να εμφανίσει το κόμμα φιλικότερο, ναυάγησαν εξαιτίας της προσέγγισής του απέναντι στο έλλειμμα του προϋπολογισμού που κληρονόμησε - το μεγαλύτερο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Για τη μείωσή του, ο Κάμερον προέβη σε περιορισμούς στις κοινωνικές δαπάνες, υποχρεώνοντας έτσι -σύμφωνα με τους αντιπολιτευόμενους Εργατικούς- τους πιο ευάλωτους κοινωνικά να "πληρώνουν τα σπασμένα" των πλούσιων τραπεζιτών.

Υπό πίεση από τη δεξιά πτέρυγα του κόμματός του και από την άνοδο του αντι-ευρωπαϊκού Κόμματος Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου, ο Κάμερον μετατόπισε το επίκεντρο του ενδιαφέροντός του προς πιο παραδοσιακά, συντηρητικά θέματα. Όσο αυξανόταν η λαϊκή δυσαρέσκεια για τη μετανάστευση, εκείνος σκλήραινε τη ρητορική του και κατέστησε δυσκολότερη τη μετανάστευση για πολίτες εκτός Ε.Ε. Και παρότι είπε ότι επιθυμεί την παραμονή της χώρας στην Ε.Ε., δεσμεύτηκε για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος το 2017, σε περίπτωση εκλογής του, προκαλώντας ανησυχία σε μερίδα της επιχειρηματικής κοινότητας που παραδοσιακά στήριζε τους Συντηρητικούς, αλλά δεν θέλει να εγκαταλείψει η χώρα την Ε.Ε.

Θα… πυροβολούσε!
Στο μεταξύ, την υποψηφιότητα του Ρόμπερτ Μπλέι στο Χάμπσαϊρ ανέστειλε το ευρωσκεπτικιστικό UKIP λίγες ώρες πριν από τις βρετανικές εκλογές, μετά το σάλο που προκάλεσε βίντεο στο οποίο λέει ότι εάν αντίπαλός του καταλήξει κάποια ημέρα πρωθυπουργός, «θα του φυτέψω σφαίρα εγώ ο ίδιος». Το σχόλιο, που κρίθηκε ότι έχει ρατσιστικό υπόβαθρο επειδή ο στόχος ήταν ασιατικής καταγωγής, είναι μία από τις γκάφες από το UKIP - τις οποίες πάντως το κόμμα κατάφερε σε γενικές γραμμές να... περιορίσει πριν από τις κάλπες. Στο παρελθόν αρκετοί υποψήφιοι του κόμματος είχαν δώσει λαβή εξαιτίας σεξιστικών ή ρατσιστικών σχολίων. «Η οικογένειά του ήρθε στη Βρετανία το '70, δεν είναι αρκετά Βρετανός για να εκπροσωπήσει τους πολίτες», είπε. Η δήλωση καταγράφηκε σε βίντεο που έβγαλε στη δημοσιότητα η Daily Mail. Το κόμμα καταδίκασε ως «ειδεχθή» την αναφορά του Μπλέι και ανέφερε πως ανέστειλε την υποψηφιότητά του μόλις το περιστατικό έπεσε στην αντίληψη της ηγεσίας του. Το UKIP ζήτησε, επίσης, συγγνώμη από τον Τζαγιαουαρντένα.