Αναπτυξιακός ο πρώτος προϋπολογισμός του Προέδρου Ναρέντρα Μόντι

Στην πραγματικότητα ο προϋπολογισμός προβλέπει μια ισορροπία μεταξύ της δημοσιονομικής προσαρμογής και των δαπανών για έργα υποδομής με στόχο την ανάπτυξη

Η ΧΑΜΗΛΗ συμμετοχή των γυναικών στο ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί μια χαμένη ευκαιρία για πιο υψηλό ρυθμό ανάπτυξης


Όπως ανακοίνωσε η στατιστική υπηρεσία της Ινδίας, μετά από αναθεώρηση των στατιστικών στοιχείων φάνηκε ότι κατά το τελευταίο τρίμηνο του 2014 το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε με ρυθμό 7,5% και αναμένεται ότι θα επιτύχει ρυθμό 7,4% μέχρι το τέλος του δημοσιονομικού έτους, που έληξε στο τέλος του Μαρτίου. Ο ρυθμός αυτός συγκρίνεται ευνοϊκά με τον ρυθμό ανάπτυξης της Κίνας του 7,4% κατά το 2014, που ήταν όμως ο πιο χαμηλός ρυθμός των τελευταίων 24 χρόνων.

Η πιο βασική αλλαγή αφορούσε στη βάση του χρόνου από το 2004-2005 στο 2011-2012. Οι αλλαγές αυτές αύξησαν τον ρυθμό ανάπτυξης για το 2013-2014 από 4,7% στο 6,9%, ενώ ο ρυθμός ανάπτυξης για το 2014 αναθεωρήθηκε από 4,5% στο 5,1%. Εντούτοις, ο ρυθμός ανάπτυξης κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2014 μειώθηκε στο 7,5% σε σχέση με 8,2% κατά το προηγούμενο τρίμηνο.

Ο Πρόεδρος Ναρέντρα Μόντι, 63 χρονών, ηγέτης του ινδουιστικού κόμματος Μπαρατίγια Τζανάτα (BJP), ήλθε στην εξουσία τον περασμένο Μάιο, εν μέρει και σαν αποτέλεσμα της επιτυχημένης διακυβέρνησης της πολιτείας Γκουτζαράτ, όπου ήταν πρωθυπουργός. Ο κ. Μόντι, όμως, αντιμετωπίζει τώρα ένα πιο δύσκολο έργο να κυβερνήσει την Ινδία, μια oμοσπονδιακή χώρα με 1,25 δις πρόσωπα, με στόχο την οικονομική ανάπτυξη, την ευημερία και την απασχόληση για το αυξανόμενο ανθρώπινο δυναμικό.

Βέβαια, οι περισσότεροι Ινδοί συνεχίζουν να έχουν ένα χαμηλό βιοτικό επίπεδο στην επαρχία και πολλοί που έρχονται να εργαστούν στις αστικές περιοχές δεν εξασφαλίζουν υψηλά αμειβόμενες εργασίες, αλλά εργασίες στις υπηρεσίες ή στις μικρές βιομηχανίες με χαμηλούς μισθούς, όπου η παραγωγικότητα και οι μισθοί είναι χαμηλοί. Παράλληλα, οι μεγάλες επιτυχημένες εταιρείες αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα λόγω της γραφειοκρατίας, ενώ η παροχή ηλεκτρικής ενεργείας είναι ασταθής. Επίσης, τα έργα υποδομής από τους δρόμους στα λιμάνια και στους ηλεκτροπαραγωγούς σταθμούς είναι ανεπαρκή.

Κάτω από την ηγεσία του ικανού διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Ινδίας Raghuram Rajan, η Ινδία κατόρθωσε να επιτύχει τον στόχο της μείωσης του πληθωρισμού από το 10% στο 5%, επίτευγμα που έχει βοηθήσει να ηρεμήσει τις αγορές και να σταθεροποιήσει το ρούπι. Βέβαια, η Κεντρική Τράπεζα έχει να αντιμετωπίσει σοβαρές προκλήσεις. Οι πιο μεγάλες κρατικές τράπεζες που έχουν παραχωρήσει υψηλά δάνεια κατά τη διάρκεια της τελευταίας αύξησης των επενδύσεων αντιμετωπίζουν τώρα δυσχέρειες να χρηματοδοτήσουν περαιτέρω επενδύσεις.

Παράλληλα, οι κρατικές τράπεζες χρειάζονται $85 δις για να συμμορφωθούν με τους διεθνείς κανόνες σχετικά με τα κεφάλαια και αντιμετωπίζουν ζημιές από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Ο Υπουργός Οικονομικών της χώρας Arun Jaitley δήλωσε ότι θα επιτρέψει στους ιδιώτες επενδυτές να κατέχουν μέχρι και 48% των μετοχών των κρατικών τραπεζών.

Βέβαια, χρειάζονται περισσότερα μέτρα για να απολαύσουν οι Ινδοί ένα πιο υψηλό βιοτικό επίπεδο. Αλλά η κατάρτιση του ανθρώπινου δυναμικού βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Σχεδόν το 70% του ανθρώπινου δυναμικού δεν έχουν πιο υψηλή εκπαίδευση από εκείνην του δημοτικού.

Έτσι, η καλύτερή τους ελπίδα για να ξεφύγουν από τα χαμηλά ημερομίσθια που επικρατούν στην επαρχία είναι να αποδεχθούν εργασία σε χαμηλόμισθες θέσεις στα εργοστάσια, τα καταστήματα, τα ξενοδοχεία και τα εστιατόρια. Αναφέρεται, όμως, ότι τα 4/5 των εργασιών στη βιομηχανία της Ινδίας είναι σε επιχειρήσεις που εργοδοτούν όχι πάνω από 50 εργαζομένους. Και τούτο γιατί, αν αυξήσουν το προσωπικό πάνω από 50 πρόσωπα, θα πρέπει να συμμορφωθούν με αυστηρούς κανονισμούς, κυρίως στην εργασιακή αγορά, και δυσχέρειες στο να εξασφαλίσουν ηλεκτρική ενέργεια.

Έτσι, ο πρώτος προϋπολογισμός της χώρας από τον Υπουργό Οικονομικών Jaitley, από τότε που ήρθε στην εξουσία η κυβέρνηση του Μόντι, στόχο έχει να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη. Και τούτο για να εφαρμόσει τις υποσχέσεις που έδωσε για οικονομική μεταρρύθμιση. Ο Jaitley, με την κατάθεση του προϋπολογισμού, παρουσίασε προγράμματα για μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος, τη μεταρρύθμιση της φορολογίας, τον εκσυγχρονισμό της γραφειοκρατίας και τη βελτίωση των έργων υποδομής.

Παράλληλα, υπάρχει εισήγηση να αντικατασταθεί η παροχή επιδοτήσεων για τα καύσιμα για το μαγείρεμα, τα βασικά τρόφιμα και τα λιπάσματα, με την καταβολή χρηματικών χορηγημάτων στους πτωχούς. Αναφέρεται, επίσης, ότι έχουν εισαχθεί ειδικά κίνητρα προς τις επιχειρήσεις, όπως είναι η ευκολία για τη διάνοιξη και κλείσιμο μιας επιχείρησης, τη μείωση του εταιρικού φόρου από το 30% στο 25%, σε αντάλλαγμα της μείωσης ορισμένων φορολογικών κινήτρων.

Παράλληλα, εισάγεται ένας θεσμός που αντικαθιστά τις δεκατέσσερεις διαδικασίες να αρχίσει εργασίες μια επιχείρηση με μια (one stop shop). Παράλληλα, οι κρατικές τράπεζες θα διοικούνται χωρίς επέμβαση από την κυβέρνηση. Το δημοσιονομικό έλλειμμα για τον επόμενο χρόνο, που αρχίζει από τον Απρίλιο, προβλέπεται να είναι της τάξης του 3,9% σε σχέση με τον στόχο που υπήρχε του 3,6% και 4,1% για τον φετινό χρόνο. Και τούτο, για να διατεθούν περισσότερα χρήματα για έργα υποδομής.

Έμμεσες φορολογίες

Ο κ. Jaitley σκοπεύει να αντικαταστήσει τον μεγάλο αριθμό έμμεσων φορολογιών που επιβάλλουν οι πολιτείες με έναν έμμεσο φόρο στα προϊόντα και στις υπηρεσίες, αρχίζοντας από το 2016, φόρος που για πρώτη φορά θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας πραγματικής ενιαίας αγοράς στην Ινδία. Επίσης, η κυβέρνηση θα καταργήσει ένα φόρο με χαμηλή απόδοση «επί του πλούτου» της τάξης του 1% σε περιουσιακά στοιχεία πάνω από $48.700 και να αυξήσει τον υφιστάμενο πρόσθετο φόρο 10% του φόρου εισοδήματος για τους πολύ πλούσιους, που κερδίζουν πάνω από $60.000 τον χρόνο κατά 2% στα 12%.

Παράλληλα, ο φόρος υπηρεσιών θα αυξηθεί από 12% στο 14%, φόρος που αναμένεται να επηρεάσει τη μεσαία τάξη, αφού θα επιβάλλεται στα εστιατόρια, τα ταξίδια και τη διασκέδαση. Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε, όμως, ότι, όπως αναφέρει η διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΝΤ Κριστίν Λαγκάρντ σε επίσκεψή της στην Ινδία, η χαμηλή συμμετοχή των γυναικών στο ανθρώπινο δυναμικό αποτελεί μια χαμένη ευκαιρία για πιο υψηλό ρυθμό ανάπτυξης.

Η Κ. Λαγκάρντ ανάφερε ότι το ΔΝΤ υπολογίζει ότι η συμμετοχή των γυναικών στο ανθρώπινο δυναμικό στην Ινδία είναι 33%, σε σχέση με τον παγκόσμιο μέσο όρο 50% και 63% για τις χώρες τις ανατολικής Ασίας. Αναφέρεται, όμως, ότι τα κυβερνητικά στοιχεία της Ινδίας υπολογίζουν τη συμμετοχή των γυναικών στο ανθρώπινο δυναμικό στο 27%. Στην περίπτωση της Κύπρου, το ποσοστό των γυναικών στο ανθρώπινο δυναμικό είναι 58%.

ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΡΚΙΔΗΣ
Διοικητικός Σύμβουλος KPMG Limited,
Λογιστικές, Ελεγκτικές, Φορολογικές και Συμβουλευτικές Υπηρεσίες
(Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα,
και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις και γνώμες της
KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG).