Ο Καναδάς διευρύνει τις αεροπορικές του επιδρομές κατά του Ισλαμικού Κράτους
Οι Υπουργοί Εξωτερικών της Συρίας και του Ιράκ συζήτησαν χθες τρόπους για την αντιμετώπιση των εξτρεμιστικών οργανώσεων που δρουν στη χώρα τους, και ζήτησαν να υπάρξει μεγαλύτερη διεθνής συνεργασία για την καταπολέμηση της βίας


Ο Καναδάς θα διευρύνει τη στρατιωτική του αποστολή εναντίον της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος, εξαπολύοντας αεροπορικά πλήγματα εναντίον θέσεων και στη Συρία, όπως πράττει ήδη στο Ιράκ, ανακοίνωσε χθες ο Πρωθυπουργός της χώρας Στίβεν Χάρπερ. Με την απόφαση αυτή ο Καναδάς γίνεται το δεύτερο κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ μετά τις ΗΠΑ που θα επιχειρεί εναντίον θέσεων του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία, όπου επίσης προχωρούν σε αεροπορικά πλήγματα μαχητικά της Ιορδανίας και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Ο Χάρπερ γνωστοποίησε, επίσης, ότι η πρόταση που κατέθεσε η κυβέρνηση στο Κοινοβούλιο προς ψήφιση περιλαμβάνει τον σχεδιασμό να παραταθεί η αποστολή διάρκειας 6 μηνών για έναν χρόνο, έως τα τέλη Μαρτίου του 2016. Ο Καναδάς έχει αναπτύξει περίπου 70 στρατιώτες των ειδικών δυνάμεων στο βόρειο Ιράκ, ενώ 6 καναδικά αεροσκάφη συμμετέχουν ήδη στους βομβαρδισμούς των ΗΠΑ στο Ιράκ εναντίον του Ισλαμικού Κράτους.

Και εσωτερικά κίνητρα
Ο Πρωθυπουργός, που αντιμετωπίζει τη δύσκολη πρόκληση να παραμείνει στην εξουσία στις βουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου, κατηγορεί τα αντίπαλα πολιτικά κόμματα ότι επιδεικνύουν αδυναμία μπροστά στην τρομοκρατία και υποστηρίζει ότι μόνο το Συντηρητικό Κόμμα κατανοεί την απειλή που αντιπροσωπεύει το Ισλαμικό Κράτος.

Επισήμανε σε βουλευτές ότι ο Καναδάς πρέπει να εξαπολύσει πλήγματα εναντίον των προπυργίων του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία. «Οι μαχητές του Ισλαμικού Κράτους μαζί με τον βαρύτερο οπλισμό του μετακινούνται ελεύθερα κατά μήκος της ιρακινής μεθορίου προς τη Συρία, εν μέρει διότι θεωρούν ότι θα έχουν καλύτερη προστασία από τις αεροπορικές μας επιδρομές. Κατά τη δική μας άποψη, το Ισλαμικό Κράτος πρέπει να απολέσει οποιοδήποτε ασφαλές καταφύγιο στη Συρία», τόνισε ο ίδιος.

Η διεύρυνση της αποστολής στη Συρία μπορεί να προκαλέσει πολιτικές έριδες, καθώς οι επικριτές υπογραμμίζουν ότι αυτό θα σημαίνει ότι οι επιδρομές θα χρειαστούν την έγκριση του Σύρου Προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ. Από την πλευρά του ο Χάρπερ σημείωσε ότι «δεν θα ζητήσει τη ρητή συγκατάθεση της συριακής κυβέρνησης» για να γίνουν επιδρομές. Ο Καναδός Πρωθυπουργός ισχυρίστηκε επίσης, απευθυνόμενος στους βουλευτές, ότι ο Καναδάς και άλλες χώρες «πρέπει να αποφύγουν, εφόσον μπορούμε, να αναλάβουμε στο έδαφος ευθύνες σε χερσαίες επιχειρήσεις» στο Ιράκ, τονίζοντας ότι αυτό αποτελεί έργο των ιρακινών δυνάμεων.

Η πρόταση ψηφίσματος που κατέθεσε η κυβέρνηση αναμένεται να εγκριθεί από τους βουλευτές, καθώς οι Συντηρητικοί του Χάρπερ συγκεντρώνουν την πλειοψηφία στη Βουλή των Αντιπροσώπων. Οι αριστεροί Νέοι Δημοκράτες, το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης, δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν κατά της πρότασης, με το επιχείρημα ότι ο Καναδάς σύρεται σε έναν πόλεμο που δεν είναι δικός του. Οι κεντρώοι Φιλελεύθεροι, οι οποίοι σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις έχουν πολλές πιθανότητες να επικρατήσουν στις εκλογές του Οκτωβρίου, δεν έχουν ξεκαθαρίσει τη θέση τους.

Ζήτησαν μεγαλύτερη συνεργασία
Την ίδια στιγμή, οι Υπουργοί Εξωτερικών της Συρίας και του Ιράκ συζήτησαν χθες τρόπους για την αντιμετώπιση των εξτρεμιστικών οργανώσεων που δρουν στη χώρα τους, κατά τη διάρκεια μιας συνάντησης που είχαν στη Δαμασκό και ζήτησαν να υπάρξει μεγαλύτερη διεθνής συνεργασία για την καταπολέμηση της βίας. Η υπό σιιτική ηγεσία ιρακινή κυβέρνηση, καθώς επίσης το Ιράν κι η οργάνωση Χεζμπολάχ του Λιβάνου, θεωρούνται οι σημαντικότεροι σύμμαχοι του Σύρου Προέδρου Μπασάρ αλ Άσαντ στην περιοχή. Σιιτικές ιρακινές παραστρατιωτικές ομάδες έχουν συμμετάσχει στον πόλεμο στο πλευρό των δυνάμεων του Άσαντ, εναντίον των κυρίως σουνιτών αντικαθεστωτικών ανταρτών.

Οι ιρακινές ένοπλες δυνάμεις αποτελούν ταυτόχρονα τον βασικό εταίρο επί του πεδίου του διεθνούς συνασπισμού υπό την ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, ο οποίος διεξάγει αεροπορική εκστρατεία στο Ιράκ και στη Συρία εναντίον της οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος. Ωστόσο η Ουάσιγκτον, όπως και πολλές ακόμη κυβερνήσεις δυτικών χωρών, απορρίπτουν κατηγορηματικά την ιδέα της άμεσης συνεργασίας με τη Συρία στον πόλεμο εναντίον του ΙΚ.

Κοινοί κίνδυνοι
Οι υψηλού επιπέδου σημερινές συνομιλίες επικεντρώθηκαν «στον αγώνα εναντίον της τρομοκρατίας και τους κοινούς κινδύνους οι οποίοι απειλούν τις χώρες μας», σύμφωνα με απόσπασμα που μετέδωσε η συριακή κρατική τηλεόραση, από την κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησαν οι δύο Υπουργοί Εξωτερικών στο αεροδρόμιο της Δαμασκού. Το Ιράκ έχει αναλάβει ρόλο ενδιάμεσου, μεταφέροντας πληροφορίες στη Δαμασκό από τις ΗΠΑ -κι αντιστρόφως- σχετικά με τις αεροπορικές επιδρομές εναντίον του ΙΚ.

Ο ΥΠΕΞ του Ιράκ Ιμπραχίμ αλ Τζααφάρι πρόκειται επίσης να συναντηθεί με τον πρόεδρο Άσαντ, σύμφωνα με μιαν ανακοίνωση την οποία δημοσιοποίησε το γραφείο. Η επίσκεψή του στη Δαμασκό σημειώνεται πριν από τη σύνοδο του Αραβικού Συνδέσμου στο Κάιρο το σαββατοκύριακο. Η έδρα της Συρίας στον Αραβικό Σύνδεσμο είναι κενή, αφότου η συμμετοχή της ανεστάλη τον Νοέμβριο του 2011, λόγω της αιματηρής καταστολής των αντικυβερνητικών κινητοποιήσεων στην οποία προχωρούσαν οι δυνάμεις ασφαλείας της Δαμασκού. «Η τρομοκρατία δεν αποτελεί απλώς έναν κίνδυνο τον οποίο αντιμετωπίζουν και οι δύο χώρες, αλλά έναν (κίνδυνο) ο οποίος θα πλήξει όλες τις χώρες, εάν δεν υπάρξει συνεργασία», ανέφερε ο Τζααφάρι, όπως μετέδωσε το κρατικό τηλεοπτικό δίκτυο της Συρίας. Ο Σύρος ομόλογός του Ουαλίντ αλ Μουάλεμ, από την πλευρά του, τόνισε ότι οι δύο χώρες «βρίσκονται στο ίδιο χαράκωμα πολεμώντας την τρομοκρατία», όπως μετέδωσε το συριακό κρατικό πρακτορείο ειδήσεων SANA.

Αμετακίνητες οι ΗΠΑ
Η σύμβουλος του Λευκού Οίκου για ζητήματα εθνικής Ασφαλείας Σούζαν Ράις συναντήθηκε, στο μεταξύ, στην Ουάσιγκτον με τον Μόαζ Αλχάτιμπ, τον πρώην ηγέτη του κυριότερου συνασπισμού της συριακής αντιπολίτευσης, και επανέλαβε ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ παραμένει προσηλωμένη σε μια πολιτική μετάβαση στη Συρία, που θα επιτευχθεί μέσω διαπραγματεύσεων. «Η Ράις τόνισε ότι ο Μπασάρ αλ Άσαντ έχει χάσει κάθε νομιμοποίηση (...) και πρέπει να αποχωρήσει» από την εξουσία, αναφέρει ανακοίνωση που έδωσε στη δημοσιότητα η αμερικανική προεδρία.