Σήμερα στη βάση πρότασης για ειρηνευτική συνομιλία

Συνεχίζονται και εντείνονται οι προσπάθειες για εξεύρεσης λύσης στο ουκρανικό ζήτημα

ΜΑΙΝΟΝΤΑΙ οι μάχες, που στοίχισαν τη ζωή σε δέκα, τουλάχιστον, άτομα στο Ντεμπαλτσέβε


Μικρή πρόοδος σημειώθηκε στις συνομιλίες ανάμεσα στη Γερμανίδα Καγκελάριο Άγκελα Μέρκελ, τον Γάλλο Πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ και τον Ρώσο ομόλογό του Βλαντιμίρ Πούτιν. Οι ηγέτες συμφώνησαν να συνομιλήσουν τηλεφωνικά ξανά την Κυριακή -με τη συμμετοχή και του Ουκρανού Προέδρου- στη βάση μιας πρότασης ειρηνευτικού σχεδίου, λεπτομέρειες της οποίας δεν έγιναν γνωστές. Πηγή της γαλλικής προεδρίας έκανε λόγο για «ουσιαστικές και εποικοδομητικές» συνομιλίες, ωστόσο Ολάντ και Μέρκελ έφυγαν από το Κρεμλίνο δύο ώρες μετά την έναρξη της συνάντησης, χωρίς να προχωρήσουν σε δηλώσεις.

Σύμφωνα με τον Guardian, ο Βλαντιμίρ Πούτιν ήθελε μία επαναφορά της συμφωνίας του Μινσκ -που δεν εφαρμόστηκε ποτέ-, αλλά με διαφορετικές γραμμές κατάπαυσης του πυρός από εκείνες που αναγνώριζε η συμφωνία του Μινσκ, καθώς δήλωνε ότι θα πρέπει να αναγνωριστούν οι εδαφικές κτήσεις των φιλορώσων αυτονομιστών στην ανατολική Ουκρανία - όπως είπε. Την πρόταση αυτή απορρίπτει το Κίεβο. Εκπρόσωπος της γερμανικής κυβέρνησης δήλωσε ότι υπήρξε συμφωνία των τριών ηγετών να εργαστούν προς ένα κοινό έγγραφο κατάπαυσης του πυρός, βασισμένο πάνω στη συμφωνία του Μινσκ.

Αισιόδοξος ο Ποροσένκο

Πριν από τη συνάντηση με τον Πούτιν, η Μέρκελ και ο Ολάντ συναντήθηκαν με τον Πρόεδρο της Ουκρανίας Πέτρο Ποροσένκο στο Κίεβο, στον οποίο υποσχέθηκαν ότι οποιαδήποτε νέα συμφωνία θα εξασφαλίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας. Ο Ποροσένκο, ο οποίος βρίσκεται στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια, όταν ρωτήθηκε εάν η γαλλογερμανική πρωτοβουλία θα μπορούσε να φέρει αποτελέσματα, απάντησε: «Ναι». Και πρόσθεσε ότι ελπίζει πως θα βοηθήσει να εξασφαλιστεί «περισσότερη ασφάλεια στην Ευρώπη».

Να μην αποκλειστεί η στρατιωτική επέμβαση

Σε μιαν άλλη εξέλιξη, την εκτίμησή του ότι η Δύση δεν θα πρέπει να αποκλείει μία στρατιωτική επιλογή για την Ουκρανία εξέφρασε ο επικεφαλής των στρατιωτικών δυνάμεων του NATO, ο Αμερικανός πτέραρχος Φίλιπ Μπρίντλαβ, τονίζοντας ότι αναφέρεται στην αποστολή όπλων και εξοπλισμού και όχι στην ανάπτυξη στρατιωτών σε ουκρανικό έδαφος.

«Δεν νομίζω ότι θα έπρεπε να αποκλείουμε εξ αρχής την πιθανότητα μιας στρατιωτικής επιλογής», δήλωσε ο Φίλιπ Μπριντλάβ σε δημοσιογράφους από τη Διάσκεψη της Ασφάλειας του Μονάχου, όταν ρωτήθηκε εάν στηρίζει την αποστολή αμυντικού εξοπλισμού στον ουκρανικό στρατό που βρίσκεται σε συγκρούσεις με φιλορώσους αυτονομιστές στην ανατολική Ουκρανία. Ξεκαθάρισε, πάντως, ότι αναφέρεται στην παροχή όπλων ή άλλης βοήθειας και όχι στην ανάπτυξη στρατιωτών. «Δεν υπάρχει συζήτηση για μπότες στο έδαφος», τόνισε.

Απαράδεκτες οι προτάσεις Πούτιν

Ο Μπριντλάβ χαρακτήρισε «απαράδεκτες» τις προτάσεις του Ρώσου Προέδρου Βλαντιμίρ Πούτιν για να μπει τέλος στις μάχες στην ανατολική Ουκρανία. Η Γερμανίδα Καγκελάριος δήλωσε το Σάββατο πως η αποστολή όπλων προκειμένου να βοηθηθεί η ουκρανική κυβέρνηση να πολεμήσει τους φιλορώσους αυτονομιστές δεν θα βοηθήσει να εξευρεθεί μία λύση στην κρίση. «Καταλαβαίνω τη δημόσια συζήτηση αλλά πιστεύω πως περισσότερα όπλα δεν θα οδηγήσουν στην πρόοδο που χρειάζεται η Ουκρανία.

Στ' αλήθεια αμφιβάλλω γι' αυτό», δήλωσε στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια που διεξάγεται στο Μόναχο. «Αν είναι αλήθεια ότι δεν μπορεί να επιλυθεί στρατιωτικά, τότε νομίζω ότι θα πρέπει να εστιάσουμε τις προσπάθειές μας στα άλλα πράγματα. Υπάρχει ήδη ένας μεγάλος αριθμός όπλων στην περιοχή και δεν νομίζω ότι αυτό έχει κάνει μια στρατιωτική λύση πιο πιθανή», τόνισε.

Κι άλλοι νεκροί στα μέτωπα…

Κι ενώ εντείνονται οι προσπάθειες για μια οριστική συμφωνία και επίλυση του ουκρανικού ζητήματος, τουλάχιστον πέντε Ουκρανοί στρατιώτες και πέντε άμαχοι σκοτώθηκαν στην ανατολική Ουκρανία τις τελευταίες 24 ώρες καθώς οι βομβαρδισμοί επαναλήφθηκαν χθες στο Ντεμπαλτσέβε, ένα από τα θερμά σημεία της σύγκρουσης, έπειτα από μία σύντομη εκεχειρία.

«Οι αντάρτες εκτοξεύουν ρουκέτες Γκραντ από τις 6.00 το πρωί στα βόρεια προάστια του Ντεμπαλτσέβε», έγραψε χθες στη σελίδα του στο Facebook ο επικεφαλής της περιφερειακής Αστυνομίας που παραμένει πιστή στο Κίεβο, Βιατσεσλάβ Αμπρόσκιν. Το Ντεμπαλτσέβε, στρατηγικής σημασίας σιδηροδρομικός κόμβος που συνδέει τις πόλεις Ντόνετσκ και Λουχάνσκ, οι οποίες τελούν υπό τον έλεγχο των ανταρτών, είναι το θέατρο εδώ και εβδομάδες των μαχών ανάμεσα σε φιλορώσους αυτονομιστές και στις ουκρανικές δυνάμεις που ελέγχουν ακόμη την πόλη αλλά είναι σχεδόν περικυκλωμένες.

«Η πίεση του εχθρού είναι η πιο ισχυρή γύρω από το Ντεμπαλτσέβε», ανέφερε σε ανακοίνωσή του ο ουκρανικός στρατός. «Πέντε Ουκρανοί στρατιωτικοί σκοτώθηκαν και 26 τραυματίστηκαν στη διάρκεια των τελευταίων 24 ωρών στο ανατολικό τμήμα της χώρας», ανακοίνωσε εκπρόσωπος του ουκρανικού στρατού, ο Βολοντίμιρ Πολιόβι, στη διάρκεια μιας συνέντευξης Τύπου.

Άλλα μέτωπα

Στο Ντόνετσκ, προπύργιο των φιλορώσων αυτονομιστών, και στην περιοχή, πέντε άμαχοι έχασαν τη ζωή τους τις τελευταίες 24 ώρες, σύμφωνα με τους απολογισμούς που έδωσαν οι αυτονομιστές και οι Αρχές του Κιέβου. Η νύχτα της Παρασκευής σημαδεύτηκε από τη ρίψη σποραδικών πυρών πυροβολικού, αλλά και ρίψεων από θέσεις των ανταρτών, σύμφωνα με δημοσιογράφο του Γαλλικού Πρακτορείου που βρίσκεται επί τόπου. Ισχυρές εκρήξεις ακούγονταν χθες το πρωί σε μόνιμη βάση στο κέντρο της πόλης, σύμφωνα με τους ίδιους δημοσιογράφους.

Οι αντάρτες βομβάρδισαν επίσης τις περιοχές Νοβοτοτσκίβσκε και Τσάστια στη γειτονική αυτόνομη περιοχή του Λουχάνσκ και το χωριό Τσερνένκο, 10 χλμ. βορειοανατολικά του στρατηγικού λιμανιού της Μαριούπολης στα παράλια της Αζοφικής Θάλασσας, σύμφωνα με τον ουκρανικό στρατό.

Συνεχίζεται η απομάκρυνση πληθυσμού

Εξάλλου, την Παρασκευή, 753 άμαχοι, ανάμεσά τους και 81 παιδιά, απομακρύνθηκαν από το Ντεμπαλτσέβε και τις γύρω περιοχές στη διάρκεια μιας σύντομης εκεχειρίας που επιτεύχθηκε ανάμεσα στις Αρχές του Κιέβου και στους αυτονομιστές, σύμφωνα με την ουκρανική υπηρεσία Εκτάκτων Καταστάσεων. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, η πλειονότητα των 25.000 κατοίκων του Ντεμπαλτσέβε έχουν ήδη εγκαταλείψει την πόλη, στην οποία παραμένουν μόνο 7.000 κάτοικοι.