Λόγω μειωμένων επενδύσεων και εξαγωγών

Το γερμανικό μοντέλο που βασίζεται στην ύπαρξη υψηλών επενδύσεων σε άλλα μέρη του κόσμου, και ειδικά στη Ρωσία και την Κίνα, προβληματίζει.

ΤΟ ΜΟΝΤΕΛΟ ανάπτυξης της Γερμανίας οδήγησε σε μειωμένη ζήτηση από την υπόλοιπη Ευρωζώνη και στέρησε τους Γερμανούς εργαζόμενους και τα νοικοκυριά από ένα πιο υψηλό βιοτικό επίπεδο


Η γερμανική κυβέρνηση μείωσε την πρόβλεψή της για ανάπτυξη της οικονομίας στο 1,2% για το 2014 και 1,3% για το 2015 σε σχέση με 1,8% και 2% αντίστοιχα πριν από έξι μήνες.

Η απόφαση για τη μείωση των προβλέψεων για την εν λόγω ανάπτυξη βασίστηκε στο γεγονός ότι η γερμανική οικονομία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στις εξαγωγές - και οι εξελίξεις διεθνώς οδηγούν στην πρόβλεψη ότι η οικονομία θα επηρεαστεί από την κρίση στη Ρωσία-Ουκρανία, την κρίση στη Μέση Ανατολή και στην επιβράδυνση της ανάπτυξης των αναδυόμενων οικονομιών, κυρίως της Κίνας. Κατά τα τελευταία χρόνια, η γερμανική οικονομία αποτελούσε μια εξαίρεση από τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι περισσότερες χώρες της Ε.Ε., κυρίως της περιφέρειας.

Πρόσφατα, όμως, η γερμανική οικονομία αντιμετωπίζει πρoκλήσεις, αφού κατά το δεύτερο τρίμηνο σημειώθηκε πτώση του ΑΕΠ και ακόμη πιο πρόσφατες πληροφορίες καθιστούν την οικονομική κατάσταση στην Γερμανία πιο απαισιόδοξη. Η επενδυτική εμπιστοσύνη μειώθηκε στο πιο χαμηλό σημείο από δύο χρόνια και η πρόβλεψη είναι ότι η γερμανική οικονομία μπορεί να αντιμετωπίσει οικονομική ύφεση.

Η κα Άγκελα Μέρκελ, όμως, υποβαθμίζει την απόφαση για πρόβλεψη μειωμένου ρυθμού ανάπτυξης και επιμένει ότι δεν υπάρχει ανάγκη να δοθεί δημοσιονομική τόνωση στην ανάπτυξη, πράγμα που μπορεί να διακινδυνεύσει την επίτευξη του στόχου του ισοζυγισμένου προϋπολογισμού για το 2015.

Από πρόσφατη όμως δημοσκόπηση του Bloomberg η δημοτικότητα της κας Μέρκελ, όσον αφορά την πολιτική της, έχει επηρεαστεί αρνητικά. Ακόμη και ο αναπληρωτής καγκελάριος της Γερμανίας, κ. Sigmar Gabriel, υποστηρίζει τις απόψεις της κας Μέρκελ και δηλώνει ότι παρόλο που η Γερμανία αντιμετωπίζει εξωγενή προβλήματα, η εγχώρια οικονομία είναι βασικά, όπως πάντα, πολύ καλή.

Όσον αφορά τις επικρίσεις ότι το ποσοστό επενδύσεων στη Γερμανία είναι χαμηλό, ο κ. Gabriel υποσχέθηκε ότι η κυβέρνηση θα πάρει μέτρα για να βελτιώσει το κλίμα με τις ιδιωτικές επενδύσεις σε έργα υποδομής, ειδικά στον τομέα της ενέργειας και τόνισε ότι η αύξηση του δημόσιου χρέους της Γερμανίας δεν είναι απάντηση στα οικονομικά προβλήματα της Ε.Ε. Αντί αυτού, ο κ. Gabriel παροτρύνει τις κυβερνήσεις των κρατών-μελών της Ε.Ε. να προωθήσουν διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις και υποστήριξε τις προτάσεις του νέου προέδρου της Κομισιόν, κ. Ζαν Κλοντ Γιούνγκερ, για ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα επενδύσεων.

Η δημοσιονομική προσαρμογή στη Γερμανία φαίνεται ότι πολιτικά είναι ευπρόσδεκτη, λόγω φοβίας που υπάρχει στη χώρα για τον κίνδυνο υψηλού ρυθμού πληθωρισμού. Αναφέρεται όμως ότι ορισμένα κέντρα μελετών στη Γερμανία υποστηρίζουν ότι η κυβέρνηση έχει την ευχέρεια να αυξήσει τις επενδύσεις της σε έργα υποδομής, όπως δρόμους, γεφύρια και σιδηροδρόμους και παράλληλα να επιτευχθεί και ο στόχος του ισοσκελισμένου προϋπολογισμού.

Βέβαια, υπάρχει και μια ελπίδα ότι με την αποδυνάμωση της γερμανικής οικονομίας η κα. Μέρκελ και η κυβέρνησή της θα ήταν δυνατόν να αποδεχθούν την υιοθέτηση από την ΕΚΤ της ποσοτικής χαλάρωσης, δηλαδή την αγορά ομολόγων από την κυβέρνηση.

Μια δημοσιονομική τόνωση, που βασίζεται στην κατασκευή έργων υποδομής, θα βοηθήσει βραχυπρόθεσμα στην ανάκαμψη της οικονομίας, ενώ μακροπρόθεσμα θα αυξήσει την ανταγωνιστικότητα και τη δυναμικότητα της οικονομίας. Είναι σκόπιμο να αναφέρουμε ότι η αυστηρή δημοσιονομική πολιτική της τελευταίας δεκαετίας έχει αποστερήσει τη χώρα από αναγκαίες και επείγουσες επενδύσεις, κυρίως σε έργα υποδομής, πράγμα που επηρεάζει την παραγωγικότητά της.

Τονίζεται ότι η αύξηση στις εξαγωγές κατά τα τελευταία χρόνια δεν βασιζόταν αποκλειστικά στην υψηλή παραγωγικότητα, αλλά περισσότερο στην καθήλωση των ημερομισθίων στα πραγματικά επίπεδα (δηλαδή αφαιρουμένου του πληθωρισμού) που επικρατούσαν το 2000. Αυτό επηρέαζε την εσωτερική ζήτηση και κατά συνέπεια και έμμεσα τις οικονομίες της Ε.Ε., κυρίως της περιφέρειας.

Γενικά, υπήρχε η πεποίθηση ότι η Γερμανία ήταν μια από τις πιο ανταγωνιστικές οικονομίες στην Ευρωζώνη, και συνεπώς οι πρόσφατες οικονομικές εκτιμήσεις και τα στατιστικά στοιχεία ήλθαν ως μεγάλη έκπληξη. Η βιομηχανική παραγωγή της χώρας μειώθηκε κατά 4% τον Αύγουστο, που ήταν η μεγαλύτερη μηνιαία πτώση από τότε που άρχισε η διεθνής οικονομική κρίση.

Το γερμανικό μοντέλο, που βασίζεται στην ύπαρξη υψηλών επενδύσεων σε άλλα μέρη του κόσμου, και ειδικά στη Ρωσία και την Κίνα, προβληματίζει. Το μοντέλο αυτό οδήγησε σε μειωμένη ζήτηση από την υπόλοιπη Ευρωζώνη, στέρησε τους Γερμανούς εργαζόμενους και τα νοικοκυριά ένα πιο υψηλό βιοτικό επίπεδο και άφησε την οικονομία τρωτή στις εξωτερικές εξελίξεις.

Οι επενδύσεις στη Γερμανία μειώθηκαν κατά πέντε ποσοστιαίες μονάδες σαν ποσοστό του ΑΕΠ από το 2000 και η παραγωγικότητα των εργαζομένων αυξήθηκε κατά λιγότερο από 1% τον χρόνο από το 2005. Αναφέρεται ότι πρόσφατα το ΔΝΤ έχει εισηγηθεί σε κυβερνήσεις με πλεονάσματα να επωφεληθούν από τα χαμηλά επιτόκια και να δανειστούν, για να επενδύσουν στα δημόσια έργα υποδομής.

Η εισήγηση αυτή του ΔΝΤ ισχύει περισσότερο για την Γερμανία με τα μεγάλα πλεονάσματα και οι επενδύσεις αυτές δεν θα αυξήσουν μόνο την εσωτερική ζήτηση, αλλά και θα βελτιώσουν την παραγωγική δυναμικότητα και την ανταγωνιστικότητά της. Αναφέρεται δε ότι το πλεόνασμα ισοζυγίου πληρωμών της Γερμανίας προβλέπεται να υπερβεί το 7% του ΑΕΠ κατά το 2014. Η Γερμανία πρέπει να αναγνωρίσει τον σημαντικό ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η οικονομία της όχι μόνο στην ευρωζώνη, αλλά και στον παγκόσμιο ρυθμό ανάπτυξης και να δώσει έμφαση στις επενδύσεις και στην αύξηση της εσωτερικής ζήτησης.

Το «θαύμα» στην απασχόληση

Ο κ. Marcel Fratzscher, επικεφαλής του Γερμανικού Ινστιτούτου για Οικονομικές Έρευνες, στο νέο του βιβλίο αναφέρει ότι το «θαύμα» της αύξησης στην απασχόληση στη Γερμανία έχει επιτευχθεί, σε μεγάλο βαθμό, με τη δημιουργία πολλών θέσεων εργασίας μερικής απασχόλησης και ότι η επιτυχία στην αύξηση των εξαγωγών δεν προήλθε από αυξημένη παραγωγικότητα, αλλά από την καθήλωση των ημερομισθίων σε πραγματικούς όρους του 2000.

Σαν αποτέλεσμα, ο κ. Fratzscher πιστεύει ότι οι Γερμανοί διακατέχονται από τρεις ψευδαισθήσεις. Πρώτον, ότι η Γερμανία θα παραμείνει ισχυρή με το να συνεχίσει με την ίδια πολιτική και ότι δεν χρειάζεται την Ευρωζώνη - η τρίτη ψευδαίσθηση είναι ότι οι εταίροι της Γερμανίας στην Ευρωζώνη ενδιαφέρονται μόνο για τα χρήματά της και ότι οι Γερμανοί φορολογούμενοι είναι τα πραγματικά θύματα σε όλες τις προσπάθειες διάσωσης του ευρώ.

Όπως πιστεύει και ο κ. Fratzscher, οι μειωμένες εγχώριες επενδύσεις οδηγούν σε χαμηλή αύξηση της παραγωγικότητας και ότι σε πολλές βιομηχανίες ο κεφαλαιουχικός εξοπλισμός βρίσκεται σε χαμηλότερα επίπεδα από το επίπεδο του 2000. Αυτό σημαίνει ότι η γερμανική οικονομία θα είναι μελλοντικά λιγότερο ισχυρή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΔΡΕΟΥ
[email protected]
Διοικητικός Σύμβουλος
KPMG, Λογιστικές, Ελεγκτικές, Φορολογικές και Συμβουλευτικές Υπηρεσίες

Υ.Γ. Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις και γνώμες της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG.