Επείγουν οι μεταρρυθμίσεις και η αύξηση στη ζήτηση
Η ΕΚΤ όμως πιστεύει ότι ακόμη και μια επιθετική νομισματική τόνωση δεν μπορεί να αυξήσει τον ρυθμό ανάπτυξης, αν οι κυβερνήσεις είναι απρόθυμες να εισαγάγουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ οικονομία αναμένεται να εισέλθει σε βιώσιμη ανάπτυξη μετά από έξι χρόνια οικονομικής ύφεσης
Σύμφωνα με τα πρώτα στατιστικά στοιχεία κατά το τρίτο τρίμηνο του έτους στην ευρωζώνη σημειώθηκε οριακή ανάκαμψη της τάξης του 0,2% και 0,3% στην Ε.Ε. Ο οριακός αυτός ρυθμός ανάκαμψης στην ευρωζώνη αφήνει το ΑΕΠ της περιοχής κατά σχεδόν 2,5% πιο κάτω σε σχέση με το 2008, όταν κατέρρευσε η επενδυτική τράπεζα Lehman Brothers. Παράλληλα, η ανεργία στην περιοχή της ευρωζώνης παραμένει στο υψηλό επίπεδο του 11,5% και ο πληθωρισμός στο 0,4%, ρυθμός που είναι αρκετά πιο κάτω από τον στόχο της ΕΚΤ.
Όσον αφορά τη γερμανική οικονομία, η ανάπτυξη ήταν της τάξης του 0,1%, κυρίως σαν αποτέλεσμα της αύξησης της καταναλωτικής ζήτησης αλλά και των εξαγωγών. Κατά το 2014, οι εκτιμήσεις είναι ότι η γερμανική οικονομία θα αυξηθεί με ρυθμό 1,2% σε σχέση με προηγούμενη πρόβλεψη 1,9% και ότι κατά το 2015 η αύξηση δεν θα είναι παρά 1%.
Η Γαλλία πέτυχε ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 0,3% εν μέρει και λόγω των αυξημένων δημόσιων δαπανών, που αυξήθηκαν με ρυθμό 0,8%. Επίσης, η Ισπανία έχει ανακοινώσει ρυθμό ανάπτυξης 0,5%, εξέλιξη που αποδίδεται στις μεταρρυθμίσεις που εισήχθησαν κυρίως όσον αφορά την εργασιακή αγορά.
Οι αδύναμοι αυτοί ρυθμοί ανάπτυξης, που στο παρελθόν περιορίζονταν στις οικονομίες της περιφέρειας, εμφανίζονται πλέον και στις οικονομίες του Βορρά, όπως είναι η Γερμανία, η Γαλλία και η Ολλανδία. Στην περίπτωση της Ιταλίας σημειώθηκε πτώση στο ΑΕΠ της τάξης του 0,1%, που σημαίνει ότι η χώρα εισήλθε σε ύφεση για τρίτη φορά. Η Ελλάδα, όμως, κατά το τρίτο τρίμηνο έχει σημειώσει τον πιο υψηλό ρυθμό ανάπτυξης στην ευρωζώνη της τάξης του 0,7%.
Και τούτο κυρίως σαν αποτέλεσμα της πολύ καλής επίδοσης στον τουριστικό τομέα. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί αισιοδοξία ότι η χώρα θα εισέλθει σε βιώσιμη οικονομική ανάκαμψη μετά από έξι χρόνια οικονομικής ύφεσης. Οικονομικοί αναλυτές προβλέπουν ότι κατά το 2014 η Ελλάδα θα επιτύχει ρυθμό ανάπτυξης 1% σε σχέση με στόχο 0,6%.
Ευνοϊκές εξελίξεις υπήρξαν και για την κυπριακή οικονομία στην οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία της EUROSTAT, κατά το τρίτο τρίμηνο σε ετήσια βάση σημειώθηκε πτώση της τάξης του 2% έναντι πτώσης 2,2% κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2014. Ο ρυθμός αυτός ήταν πιο κάτω από αυτό που ανέμενε η Τρόικα και που εκτιμούσε ότι η ύφεση για το 2014 θα φθάσει το 4,5%, ενώ το Υπουργείο Οικονομικών εκτιμά ότι η ύφεση θα περιοριστεί στο 3% και ότι κατά το 2015 η οικονομία θα επιστρέψει σε θετικό ρυθμό ανάπτυξης.
Τα στατιστικά στοιχεία πιστεύεται ότι θα πείσουν και τον κ. Μάριο Ντράγκι, πρόεδρο της ΕΚΤ, να επεκτείνει την αγορά εταιρικών ομολόγων και στα κυβερνητικά ομόλογα, δηλαδή να εισαχθεί επιτέλους η λεγόμενη «ποσοτική χαλάρωση». Υπάρχουν όμως και ορισμένοι οικονομολόγοι που πιστεύουν ότι η σε μεγάλη κλίμακα αγορά κυβερνητικών ομολόγων δεν θα βελτιώσει την κατάσταση, και ότι χρειάζεται όπως χώρες με πλεονάσματα, ειδικά η Γερμανία, να αυξήσουν τις δημόσιες δαπάνες και όπως εισαχθεί πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων στην Ε.Ε., αλλά και πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων.
Μια ευνοϊκή εξέλιξη είναι ότι ο Μάριο Ντράγκι έχει εξασφαλίσει την ομόφωνη υποστήριξη του συμβουλίου της ΕΚΤ, για να διοχετεύσει στην οικονομία της ευρωζώνης ένα πρόσθετο ποσό ύψους €1 τρις, με στόχο να βγάλει την ευρωζώνη από τη στασιμότητα. Την περασμένη εβδομάδα ο κ. Ντράγκι, σε ομιλία του στο ευρωκοινοβούλιο, δήλωσε ότι η επέκταση του προγράμματος αγοράς εταιρικών ομολόγων θα μπορούσε να περιλάβει και κυβερνητικά ομόλογα, αν ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη δεν αυξηθεί όπως προβλέπεται.
Ενώ αυξάνεται η αξία των ομολόγων, με την αγορά τους αποδυναμώνεται η αξία του ευρώ, πράγμα όμως που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των εξαγωγών. Η ΕΚΤ όμως πιστεύει ότι ακόμη και μια επιθετική νομισματική τόνωση δεν μπορεί να αυξήσει τον ρυθμό ανάπτυξης, αν οι κυβερνήσεις είναι απρόθυμες να εισαγάγουν διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Αξιωματούχοι της Κομισιόν, όμως, επιμένουν ότι ο βραδύς ρυθμός ανάπτυξης της ευρωζώνης δεν είναι αποτέλεσμα της πολιτικής λιτότητας της ευρωζώνης, αφού οι οικονομίες των χωρών που εφάρμοσαν αυστηρά τα μεταρρυθμιστικά προγράμματα ανακάμπτουν με πιο υψηλούς ρυθμούς.
Η Ιρλανδία, η οποία εξήλθε του μνημονίου στο τέλος του 2013, αναμένεται να επιτύχει ρυθμό ανάπτυξης 3,6% το 2015. Παράλληλα η Ελλάδα, που πάντοτε σημείωνε τον πιο χαμηλό ρυθμό ανάπτυξης, αναμένεται να επιτύχει ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 2,9% σε σχέση με 1% της Γερμανίας, και μετά που αναμένεται να σημειώσει τον πιο υψηλό ρυθμό ανάπτυξης στην ευρωζώνη κατά το 2014.
Το ΔΝΤ όμως, παρόλο που προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 0,8% το 2014 και 1,3% το 2015, εντούτοις έχει εκφράσει την ανησυχία του και εκτιμά ότι ο κίνδυνος οικονομικής ύφεσης στην ευρωζώνη έχει διπλασιαστεί από 20% τον Απρίλιο σε σχεδόν 40% τώρα. Κάτι τέτοιο έχει τώρα επισυμβεί και στην Ιαπωνία, όπου κατά το τρίτο τρίμηνο η οικονομία της σημείωσε πτώση της τάξης του 1,6% σε ετήσια βάση, σε σχέση με θετικό ρυθμό ανάπτυξης της τάξης του 2,2% που προβλεπόταν.
Τα προβλήματα των τραπεζών
Τον περασμένο Οκτώβριο, η ΕΚΤ ανακοίνωσε τα αποτελέσματα των στρες τεστ των 130 συστημικών Τραπεζών της ευρωζώνης. Η εξέταση αυτή διήρκεσε αρκετούς μήνες και χρησιμοποιήθηκε ένα προσωπικό έξι χιλιάδων προσώπων. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι 25 από τις 130 τράπεζες σε περιόδους κρίσης θα αντιμετώπιζαν ζημίες, έτσι που τα κεφάλαιά τους να μειώνονταν κατά €25 δις πιο κάτω από το επιτρεπόμενο επίπεδο. Τα στρες τεστ αυτά, όμως, βασίζονταν στα στοιχεία στο τέλος του 2013.
Παρά ταύτα, το 2014 οι περισσότερες τράπεζες κατόρθωσαν να αυξήσουν τα κεφάλαιά τους, όπως ήταν η Τράπεζα Κύπρου και η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, έτσι που τελικά το πρόσθετο ποσό κεφαλαίων που χρειάζεται είναι €9,5 δις σε μόνο 13 τράπεζες.
Τα χειρότερα αποτελέσματα αφορούσαν τις ιταλικές τράπεζες, όπου από τις 13 τράπεζες οι πέντε ήταν ιταλικές και μόνο μια για την Κύπρο, η Ελληνική Τράπεζα, που χρειάζεται ένα ποσό της τάξης των €200 εκ. Τα προβλήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες είναι πρώτα ο αναιμικός ρυθμός ανάπτυξης, έτσι που να μην υπάρχουν εταιρείες και άτομα που επιθυμούν να δανειστούν, αλλά και να είναι σε θέση να αποπληρώσουν. Αναφέρεται ότι πολύ λίγες επιχειρήσεις επιθυμούν να προβούν σε νέο δανεισμό για να επεκταθούν, λόγω ανεπάρκειας ζήτησης.
Το δεύτερο πρόβλημα για τις τράπεζες είναι ο κίνδυνος που προέρχεται από τον αποπληθωρισμό, που οδηγεί στην αύξηση των χρεών σε πραγματικούς όρους.
KPMG
Λογιστικές, Ελεγκτικές, Φορολογικές και Συμβουλευτικές Υπηρεσίες
(Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του
συγγραφέα, και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις και γνώμες
της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG).




