Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ μίλησε για την επόμενη ημέρα μετά την ήττα στις εκλογές
Ο Μπαράκ Ομπάμα υπεραμύνθηκε των οικονομικών επιτευγμάτων της κυβέρνησής του, λέγοντας ότι ακόμα πρέπει να γίνουν πολλά, που απαιτούν τη συνεργασία του Κογκρέσου
«Θα συνεχίσω να κάνω τη δουλειά μου τα επόμενα δύο χρόνια με τον καλύτερο τρόπο για την ευημερία των Αμερικανών», δήλωσε ο Μπαράκ Ομπάμα στην πρώτη του συνέντευξη Τύπου μετά το καταστροφικό για τους Δημοκρατικούς αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών. Ο πρόεδρος υπεραμύνθηκε των οικονομικών επιτευγμάτων της κυβέρνησής του, ιδίως στον τομέα της δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, λέγοντας ότι ακόμα πρέπει να γίνουν πολλά, που απαιτούν τη συνεργασία του Κογκρέσου.
Αναγνώρισε ότι σε πολλά ζητήματα υπάρχουν θεμελιώδεις διαφορές με τους Ρεπουμπλικάνους, αλλά στάθηκε στους τομείς στους οποίους μπορεί να υπάρξει συνεργασία και σύγκλιση θέσεων. «Περιμένω συγκεκριμένη ατζέντα από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Υπάρχουν ζητήματα, για τα οποία η χώρα δεν μπορεί να περιμένει ούτε δύο χρόνια ούτε τέσσερα. Πιστεύω σε μια παραγωγική συνεργασία με τον Μιτς ΜακΚόνελ», είπε, αναφερόμενος στον γερουσιαστή που θα αναλάβει (όπως όλα δείχνουν) επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας στη Γερουσία.
Το Οbamacare
«Εξακολουθώ να πιστεύω σε αυτό που είχα πει πριν από 6 χρόνια -σαν σήμερα- όταν εξελέγην πρόεδρος: ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πραγματικά ενωμένες και όχι ένα σύνολο μπλε και κόκκινων πολιτειών», υπογράμμισε. Έριξε, πάντως, το γάντι στη νέα πλειοψηφία και στα σχόλια που έκανε ο ΜακΚόνελ σχετικά με το Obamacare. «Το συγκεκριμένο πρόγραμμα μπορεί να χρειάζεται βελτιώσεις, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να υπογράψω την ανάκληση του νόμου», ξεκαθάρισε. Λίγο νωρίτερα, ο ΜακΚόνελ είχε χαρακτηρίσει «τεράστιο λάθος» το Obamacare, λέγοντας ότι «θα εξεταστεί» στο Κογκρέσο.
Πρώτη κίνηση συνεργασίας
Σε μια πρώτη κίνηση συνεργασίας με το νέο Κογκρέσο, ο πρόεδρος ανακοίνωσε ότι θα ζητήσει από το Σώμα να εγκρίνει ποσό 6 δις δολαρίων για την αντιμετώπιση του Έμπολα. Σε ερώτηση δημοσιογράφων για την πορεία των επιχειρήσεων κατά του Ισλαμικού Κράτους, ο πρόεδρος εκτίμησε ότι οι επιδρομές έχουν αποδυναμώσει το χαλιφάτο και ότι αυτό που πρέπει τώρα να γίνει είναι να πληγεί η γραμμή ανεφοδιασμού των τζιχαντιστών. Διαχώρισε πάντως τη συγκεκριμένη επιχείρηση από το γενικότερο ζήτημα του Εμφυλίου στη Συρία. «Στόχος μας δεν είναι να λύσουμε συνολικά το ζήτημα της Συρίας, αλλά να απομονώσουμε τις περιοχές που δρα το Ισλαμικό Κράτος», διευκρίνισε. Επίσης, χαρακτήρισε κρίσιμες τις επόμενες εβδομάδες για την υπόθεση της συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Καταμέτρηση αποτελεσμάτων
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, στη Γερουσία οι Ρεπουμπλικάνοι αποκτούν πλειοψηφία 52 εδρών σε σύνολο 100. Οι έδρες των Δημοκρατικών είναι τουλάχιστον 45, ενώ οι έδρες που υπολείπονται δεν θα αλλάξουν σε καμία περίπτωση τους πολιτικούς συσχετισμούς. Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η οποία και πριν βρισκόταν υπό τον έλεγχο των Ρεπουμπλικάνων, η εικόνα είναι ανάλογη: ενισχύουν την πλειοψηφία τους σε 244 έδρες σε σύνολο 435 και οι μειοψηφούντες Δημοκρατικοί υποχωρούν στις 157 έδρες.
«New York Times»: Το αμερικανικό πολιτικό σύστημα απέτυχε
«Ας το παραδεχθούμε: το αμερικανικό πολιτικό σύστημα απέτυχε. Οι ενδιάμεσες εκλογές αποτέλεσαν μια αποδοκιμασία για τον πρόεδρο Ομπάμα, αλλά και οι Ρεπουμπλικάνοι πρέπει να θυμούνται ότι, όπως έδειξε περσινή δημοσκόπηση, το Κογκρέσο είναι σήμερα λιγότερο δημοφιλές από τις κατσαρίδες. Κι αυτό είναι δυσάρεστο, γιατί οι κατσαρίδες δεν κάνουν καν προεκλογική εκστρατεία». Αυτά έγραψε χθες στους «New York Times» ο Νίκολας Κριστόφ, υπενθυμίζοντας κάτι που είχε πει ο πρόεδρος Αϊζενχάουερ πριν από 60 χρόνια: «Η πολιτική είναι το ευγενέστερο επάγγελμα».
Στο παρελθόν, η πολιτική ήταν πράγματι ένα μέσο για τη βελτίωση του κόσμου. Ο Μπιλ Κλίντον εκπροσωπούσε μια γενιά που έβλεπε ακριβώς έτσι την πολιτική και ο Μπαράκ Ομπάμα κινητοποίησε τους νέους ψηφοφόρους με ένα μήνυμα ελπίδας. Ο σημερινός πρόεδρος υποσχέθηκε να σπάσει τα στεγανά της Ουάσινγκτον και να εξασφαλίσει την εκπλήρωση ορισμένων στόχων. Να όμως πού κατέληξε. Ο Κριστόφ περιοδεύει αυτόν τον καιρό στην Αμερική για να προωθήσει το βιβλίο του και συναντά φοιτητές που θέλουν να δουλέψουν για έναν καλύτερο κόσμο.
Δεν στρέφονται όμως στην πολιτική, παρά σε μη κερδοσκοπικές οργανώσεις και σε κοινωνικές εκστρατείες. Η Ουέντι Κοπ, για παράδειγμα, που ίδρυσε το Teach for America στο δωμάτιό της στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον, έχει συμβάλει κατά τη γνώμη τους πολύ περισσότερο στη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος από οποιοδήποτε γερουσιαστή. Ένα έξιτ πολ σε εθνική κλίμακα που έγινε από το ίδρυμα Edison Research διαπίστωσε ότι οι περισσότεροι ψηφοφόροι απορρίπτουν τόσο τους Δημοκρατικούς όσο και τους Ρεπουμπλικάνους, και μόλις το 20% πιστεύει ότι η Ουάσινγκτον μπορεί να κάνει αυτά που χρειάζονται. Ο Ομπάμα θεωρεί ότι οι εκλογές αυτές δεν αποτέλεσαν μια ετυμηγορία για την προεδρία του. Όταν όμως οι Δημοκρατικοί χάνουν στο Κολοράντο και αγωνίζονται στη Βιρτζίνια, πρέπει ο πρόεδρος να αναθεωρήσει ορισμένα πράγματα και να αναδιαρθρώσει το επιτελείο του.
Ο διάλογος με τους Ρεπουμπλικάνους δεν θα είναι εύκολος. Στο κάτω-κάτω, το ένα τρίτο των ψηφοφόρων αυτού του κόμματος θεωρούν ότι ο Ομπάμα γεννήθηκε στο εξωτερικό και το ένα πέμπτο υποπτεύεται ότι είναι αντίχριστος. Πρόβλημα όμως δεν έχει μόνο ο Ομπάμα, σημειώνει ο Αμερικανός αρθρογράφος. Οι πολιτικοί επιστήμονες Νόλαν ΜακΚάρτι, Κιθ Πουλ και Χάουαρντ Ρόζενταλ μελέτησαν τη στάση των πολιτικών κομμάτων από το 1879 μέχρι σήμερα και διαπίστωσαν ότι η πόλωση τα τελευταία χρόνια είναι μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη περίοδο.
Αυτό οφείλεται στο ότι οι Δημοκρατικοί έχουν γίνει πιο φιλελεύθεροι, κυρίως όμως στο ότι οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν γίνει πιο συντηρητικοί. Μετά την εκλογή του Ομπάμα, οι Ρεπουμπλικάνοι προσπάθησαν συστηματικά να εμποδίσουν κάθε του κίνηση, μη διστάζοντας να «κλείσουν» ολόκληρη την κυβέρνηση. Οι Ρεπουμπλικάνοι κυβερνήτες εμπόδισαν τους πολίτες να αποκτήσουν ασφάλιση υγείας μέσω του Medicaid. Όλα αυτά είναι δυσάρεστα - αλλά έφεραν αποτέλεσμα στις ενδιάμεσες εκλογές. Το σημερινό Κογκρέσο ίσως να αποδειχθεί το λιγότερο παραγωγικό της μεταπολεμικής περιόδου.
ΠΗΓΗ: New York Times




