Επείγει η αύξηση στη ζήτηση και οι μεταρρυθμίσεις

Ο ρυθμός ανάπτυξης έχει αναθεωρηθεί γύρω στο 3% του ΑΕΠ σε σχέση με 3,7% που είχε προβλεφθεί στις αρχές του χρόνου…

ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ σε διάφορες χώρες θα πρέπει να επωφεληθούν από τα σημερινά εξαιρετικά χαμηλά δανειστικά επιτόκια, για να εκτελέσουν έργα υποδομής


Κατά τη φετινή φθινοπωρινή ετήσια σύνοδο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας στις 10-12 Οκτωβρίου, που πραγματοποιήθηκε στην Ουάσιγκτον, η κ. Κριστίν Λαγκάρτ, Διευθύνουσα Σύμβουλος του ΔΝΤ, δήλωσε ότι χωρίς αποφασιστικές δράσεις η παγκόσμια οικονομία θα περιέλθει σε έναν πολύ μέτριο ρυθμό ανάπτυξης.

Για να υποστηριχθεί η δήλωση αυτή της κ. Λαγκάρτ, δηλώθηκε ότι για το 2014 ο ρυθμός ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας έχει αναθεωρηθεί γύρω στο 3% του ΑΕΠ, σε σχέση με 3,7% που είχε προβλεφθεί στις αρχές του χρόνου, ενώ πολλοί οικονομολόγοι προέβλεπαν ότι η ανάκαμψη θα αποκτούσε μομέντουμ.

Όπως έχει δηλωθεί από το ΔΝΤ, η παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη είναι επισφαλής, αδύναμη και ανισομερής, ενόσω γεωπολιτικές εντάσεις και η προοπτική για πιο περιοριστική νομισματική πολιτική στην Αμερική υποβαθμίζουν τις προοπτικές για την ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας.

Όπως δήλωσε ο κ. Ολιβιέ Μπλανσάρ, επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, δύο σημαντικοί παράγοντες επηρεάζουν τις οικονομικές εξελίξεις σε διάφορες χώρες. Ο πρώτος παράγοντας είναι οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης, όπως για παράδειγμα τα υψηλά δημόσια και ιδιωτικά χρέη, ειδικά στην Ευρωζώνη. Ο δεύτερος παράγοντας είναι ο κίνδυνος που προέρχεται από την προβλεπόμενη μείωση του ρυθμού ανάπτυξης, κάτι που είναι αντικίνητρο για την ανάληψη επενδυτικών δραστηριοτήτων.

Ο κ. Μπλανσάρ δήλωσε, επίσης, ότι το ΔΝΤ υπήρξε υπερβολικά αισιόδοξο για την παγκόσμια οικονομία κατά τα τελευταία τέσσερα χρόνια, κυρίως όσον αφορά τις επενδύσεις στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Κατά συνέπεια, οι χώρες αυτές θα πρέπει τώρα να εισαγάγουν διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις, με στόχο να δοθεί ώθηση στον ρυθμό ανάπτυξης. Μια άλλη λύση για να δοθεί ώθηση στην παγκόσμια οικονομία, η οποία, υποστηρίζει ο κ. Μπλανσάρ, είναι η αύξηση στις δημόσιες επενδύσεις.

Στην πραγματικότητα, στην πρόσφατη έκθεση του ΔΝΤ (World Economic Outlook) το Ταμείο υποστηρίζει ότι οι μεγαλύτερες κεφαλαιουχικές δαπάνες από τις κυβερνήσεις, ειδικά σε έργα υποδομής, θα οδηγούσε τόσο στην αύξηση στη ζήτηση και στην αύξηση των φορολογικών εισπράξεων, πράγμα που θα μείωνε το δημόσιο χρέος σε σχέση προς το ΑΕΠ, ενώ μακροπρόθεσμα θα αύξανε και την παραγωγική δυναμικότητα.

Ο κ. Μπλανσάρ τόνισε ότι οι κυβερνήσεις σε διάφορες χώρες θα πρέπει να επωφεληθούν από τα σημερινά εξαιρετικά χαμηλά δανειστικά επιτόκια, για να εκτελέσουν έργα υποδομής.

Κατά τη διάρκεια της συνόδου του ΔΝΤ και της Διεθνούς Τράπεζας, η κ. Λαγκάρτ επανειλημμένα προειδοποίησε ότι ο παγκόσμιος ρυθμός ανάπτυξης είναι πολύ βραδύς και οι μελλοντικές προοπτικές είναι περιορισμένες. Η εκτίμηση του ΔΝΤ είναι ότι οι χώρες-μέλη του ΔΝΤ καθυστερούν στην εισαγωγή των αναγκαίων διαθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την εκτέλεση έργων υποδομής, με αποτέλεσμα να συνεχίζει η υψηλή ανεργία και η αυξανομένη ανισότητα.

Ορισμένοι Υπουργοί Οικονομικών και Διοικητές Κεντρικών Τραπεζών, όμως, εξέφρασαν την απογοήτευσή τους για τη μεγάλη έμφαση που δόθηκε στην αύξηση των δημοσίων δαπανών και λιγότερη αναφορικά με τις μεταρρυθμίσεις. Τόνισαν δε, με έμφαση, ότι ορισμένες μεταρρυθμίσεις, όπως είναι η μείωση των επιδοτήσεων στα καύσιμα, η μείωση της φορολογίας στην απασχόληση με παράλληλη αύξηση στην κατανάλωση και η ελευθεροποίηση του τομέα των υπηρεσιών οδηγούν στα ίδια αποτελέσματα όσον αφορά την οικονομική ανάπτυξη, όπως είναι η εκτέλεση έργων υποδομής.

Μεταξύ των πιο ισχυρών υποστηρικτών των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων υπήρξε και ο κ. Μάριο Ντράγκι, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), που τόνισε ότι η οικονομία της Ευρωζώνης χρειάζεται πιο ισχυρές μεταρρυθμίσεις.

Σύμφωνα με έκθεση του Brookings Institution, η παγκόσμια οικονομική ανάκαμψη επιβραδύνεται και βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στον ρυθμό ανάπτυξης της αμερικανικής οικονομίας και τονίζει την απώλεια μομέντουμ στην αύξηση της παραγωγής στις περισσότερες αναδυόμενες οικονομίες, αλλά και σε ορισμένες αναπτυγμένες, όπως είναι η Γερμανία, η Ιαπωνία και άλλες. Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι ο κυριότερος λόγος της επιβράδυνσης του ρυθμού ανάπτυξης της παγκόσμιας οικονομίας οφείλεται κυρίως στις αναδυόμενες οικονομίες.

Η Κίνα χρειάζεται ένα νέο οικονομικό μοντέλο, που όμως να μην οδηγεί σε αύξηση του δημοσίου χρέους σε ακόμη πιο υψηλά επίπεδα. Συνεπώς, οι επιλογές για ώθηση στην οικονομία, με εξαίρεση στην αύξηση στην εσωτερική καταναλωτική ζήτηση, είναι περιορισμένες. Αναφέρεται, όμως, ότι η μείωση στην εκτέλεση επενδυτικών έργων στην Κίνα έχει οδηγήσει στην πτώση και τιμών βασικών προϊόντων, πράγμα που επηρέασε τον ρυθμό ανάπτυξης αναδυομένων χωρών, που βασίζονται στις εξαγωγές των προϊόντων αυτών.

Αλλά, αν η Κίνα δεν μπορεί να εκτελέσει περισσότερα έργα υποδομής, άλλες αναδυόμενες οικονομίες όπως είναι η Βραζιλία και η Ινδία θα μπορούσαν να αυξήσουν τον ρυθμό ανάπτυξής τους με την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και την εκτέλεση περισσότερων έργων υποδομής.

Οι χώρες αυτές έχουν και την υποστήριξη του ΔΝΤ, ότι δηλαδή η εκτέλεση αναπτυξιακών έργων θα οδηγήσει στην αύξηση στη ζήτηση με παράλληλη αύξηση των φορολογικών εισπράξεων, ενώ μακροχρόνια θα οδηγήσει και στην αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας.

Βέβαια, οι χώρες αυτές αντιμετωπίζουν προβλήματα από τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που δεν αντιμετωπίζεται στην Κίνα και θα μπορούσε να προωθεί την εκτέλεση έργων υποδομής, άσχετα από ενστάσεις από τις τοπικές Αρχές. Κατά συνέπεια, εκείνο που χρειάζεται τώρα διεθνώς είναι η πολιτική βούληση να προωθηθούν οικονομικές μεταρρυθμίσεις, παράλληλα με την αύξηση στη ζήτηση που θα προέλθει από την εκτέλεση έργων υποδομής.

Επιβραδύνεται ο ρυθμός ανάπτυξης

Ο ΡΥΘΜΟΣ ανάπτυξης στις αναδυόμενες οικονομίες βρίσκεται στο πιο χαμηλό σημείο από τότε που άρχισε η οικονομική κρίση. Και τούτο λόγω του συνδυασμού τις απώλειας μομέντουμ στην οικονομία της Κίνας, της απογοητευτικής οικονομικής επίδοσης στην ανατολική Ευρώπη και της επιβράδυνσης στον ρυθμό ανάπτυξης των χωρών της Λατινικής Αμερικής. Οι εκτιμήσεις για τον ρυθμό ανάπτυξης της Κίνας κατά το τρίτο τρίμηνο είναι ότι μειώθηκε στο 6,8% από 7,5% στο δεύτερο τρίμηνο.

Πιστεύεται ότι οι αναδυόμενες οικονομίες εισέρχονται σε μια νέα περίοδο χαμηλού ρυθμού ανάπτυξης, κάτι που αναμένεται να οδηγήσει σε ανησυχία για την παγκόσμια οικονομία, ενόσω οι δυτικές χώρες συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα, η τιμή του πετρελαίου πλησιάζει στο πιο χαμηλό σημείο από τέσσερα χρόνια και η Γερμανία, που είναι η μεγαλύτερη οικονομική δύναμη της Ε.Ε., αντιμετωπίζει επιβράδυνση στον ρυθμό ανάπτυξης.

Η πιο σημαντική επιβράδυνση έχει σημειωθεί στην Ανατολική Ευρώπη, που επηρεάστηκε από την επιβράδυνση της γερμανικής οικονομίας, πράγμα που οδηγεί σε μείωση στη ζήτηση από τις χώρες αυτές. Όσον αφορά τη Λατινική Αμερική, η παραγωγή μειώθηκε κυρίως ως αποτέλεσμα της μειωμένης ζήτησης για βασικά προϊόντα, λόγω της επιβράδυνσης στον ρυθμό ανάπτυξης της Κίνας, και εν μέρει ως αποτέλεσμα της επιβράδυνσης της καταναλωτικής ζήτησης.

KPMG
Λογιστικές, Ελεγκτικές, Φορολογικές και Συμβουλευτικές Υπηρεσίες
(Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του
συγγραφέα, και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις και γνώμες
της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG)