Ο παραιτημένος επικεφαλής του SNP επανέφερε τη Σκοτία στον χάρτη
Ο Άλεξ Σάλμοντ παρέλαβε το Εθνικό Κόμμα της Σκοτίας (SNP) ως έναν εσμό μη εκλέξιμων εκκεντρικών και παραλίγο να παραδώσει τη Σκοτία ως ανεξάρτητο κράτος


«Όλος ο κόσμος έχει τα μάτια στραμμένα στη Σκοτία διότι γράφουμε Ιστορία», δήλωνε ο Άλεξ Σάλμοντ τις ημέρες πριν από το δημοψήφισμα της Πέμπτης, που έφερνε το «Ναι» στην ανεξαρτησία της Σκοτίας να παλεύει ψήφο-ψήφο με το «Όχι». Τελικά ο Σάλμοντ δεν κατάφερε να γράψει Ιστορία διασπώντας το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά το επίτευγμά του δεν είναι και μικρό. Παρέλαβε το Εθνικό Κόμμα της Σκοτίας (SNP) ως έναν εσμό μη εκλέξιμων εκκεντρικών και παραλίγο να παραδώσει τη Σκοτία ως ανεξάρτητο κράτος. Στην πορεία κατόρθωσε να εξασφαλίσει ένα δημοψήφισμα, το οποίο πριν από μερικά χρόνια κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα γινόταν πραγματικότητα, και να παρακάμψει τους πολλούς πολιτικούς εχθρούς του στο Λονδίνο, οι οποίοι έκαναν επανειλημμένως το λάθος να τον υποτιμήσουν.

Η ιδέα που έγινε πολιτική πρόταση
Ο Σάλμοντ, που την Πέμπτη ηττήθηκε στις κάλπες και την Παρασκευή ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί από την πρωθυπουργία της Σκοτίας και την ηγεσία του SNP, έχει ταυτιστεί με το κόμμα και με τον αγώνα για την ανεξαρτησία της Σκοτίας. «Πήρε μια ιδέα σχεδόν εξωφρενική, την οποία υπερασπίζονταν μια χούφτα ποιητές και ακτιβιστές στη δεκαετία του '30, και την μετέτρεψε σε αξιόπιστη πολιτική πρόταση», έγραψε η γαλλική «Monde». Ασχέτως του αρνητικού αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, ο Σάλμοντ έδωσε αυτοπεποίθηση στη Σκοτία, η οποία εθεωρείτο πάντα ο φτωχός συγγενής της Αγγλίας. Τα χρόνια της Θάτσερ, το 1988, όταν ο Σάλμοντ πρωτοεξελέγη βουλευτής στο Ουεστμίνστερ, παραμέρισε την παλαιά φρουρά του SNP και σχηματοποίησε τη ρητορική του περί ανεξαρτησίας: «Οι Σκοτσέζοι έχουν επιλογή μεταξύ τού να συνεχίσουν να παίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε μια Μεγάλη Βρετανία που παρακμάζει και τού να βρουν έναν νέο ρόλο εντός της ΕΟΚ», δήλωνε υπερήφανος.

Ιδιαιτερότητα
Κανείς δεν έχει αμφισβητήσει τη δέσμευσή του στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Σκοτίας. Πολλοί προσπάθησαν να βρουν από πού πηγάζει. Μερικοί την εξηγούν ταξικά: ο 59χρονος Σάλμοντ παραμένει πάντα το αγόρι της εργατικής τάξης, που κατάφερε να γίνει δεκτός στο υψηλού κύρους πανεπιστήμιο του Σεντ Άντριους και είναι αποφασισμένος να δείξει ότι είναι πιο έξυπνος από τους άλλους. Άλλοι δίνουν ψυχολογική εξήγηση: με την κατά 17 χρόνια μεγαλύτερη σύζυγό του Μόιρα, την οποία παντρεύτηκε όταν εκείνος ήταν 27 ετών και εκείνη 44, δεν απέκτησε παιδιά και αυτό τον έκανε πιο αποφασισμένο να αφήσει πίσω του κάτι που θα διαρκέσει.

Ποδόσφαιρο, γκολφ, ιπποδρομίες
Ο Σάλμοντ γεννήθηκε στο Λίνλιθγκοου, κωμόπολη της κεντρικής Σκοτίας. Από μικρό τον ενθουσίαζε το ποδόσφαιρο, το γκολφ, παίζει συχνά με τον φίλο του Σον Κόνερι, και οι ιπποδρομίες. Αρχικά ήταν Εργατικός αλλά εντάχθηκε επισήμως στο SNP όταν μπήκε στο πανεπιστήμιο του Σεντ Άντριους, όπου σπούδασε μεσαιωνική Ιστορία και οικονομικά. Όταν αποφοίτησε, πέρασε τις εξετάσεις για να γίνει δημόσιος υπάλληλος και προσελήφθη στην Υπηρεσία Γεωργίας και Αλιείας της Σκοτίας, όπου γνώρισε τη Μόιρα. Σύντομα παραιτήθηκε από το Δημόσιο και έπιασε δουλειά ως οικονομολόγος στη Royal Bank of Scotland με ειδίκευση στην πετρελαϊκή αγορά.

Όπως δήλωσε στον «Guardian», η δουλειά του αυτή ενίσχυσε την υποστήριξή του προς την ανεξαρτησία γιατί «ανέτρεψε τον μύθο με τον οποίο είχα μεγαλώσει ότι η Σκοτία ήταν μια μικρή, φτωχή, εξαρτημένη χώρα που βασιζόταν στη γενναιοδωρία των τρίτων». Το BBC τονίζει ότι οποτεδήποτε ερωτάται ο Σάλμοντ για τις ρίζες του εθνικισμού του, απαντάει ότι πηγάζει από την πεποίθηση που του δημιουργήθηκε ότι η Σκοτία έχει ό,τι χρειάζεται για να γίνει μια ανεξάρτητη χώρα «που θα κρατάει το κεφάλι ψηλά».

Από την ανυπαρξία στο δημοψήφισμα
ΑΛΛΑ το SNP στη δεκαετία του '80 ήταν αξιοθρήνητο. Το 1990 ο Σάλμοντ εξελέγη στην ηγεσία του κόμματος και άρχισε να το οδηγεί σε μια πιο πραγματιστική κατεύθυνση. Στις πρώτες εκλογές, όμως, για το κοινοβούλιο της Σκωτίας το 1999, το SNP έγινε αντιπολίτευση. Το 2000 ο Σάλμοντ παραιτήθηκε από την ηγεσία του SNP ύστερα από διαμάχες για τα οικονομικά και το «δικτατορικό» του στυλ ως ηγέτη αλλά ύστερα από τέσσερα χρόνια τον παρακάλεσαν να επιστρέψει. Στις εκλογές του 2007 αύξησε το ποσοστό του SNP αλλά σε εκείνες του 2011 πραγματικά σάρωσε.

Το δημοψήφισμα ήταν πλέον στο τραπέζι. Ο Πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον, ένας από τους πολλούς που υποτίμησαν τον Σάλμοντ, συμφώνησε βέβαιος ότι η πλευρά του «Όχι» θα έκανε περίπατο. Τελικά, ο Σάλμοντ έφθασε πολύ κοντά στο να πετύχει την ανεξαρτησία την οποία κανείς δεν θεωρούσε πιθανή όταν αποφασίστηκε το δημοψήφισμα. Τόσο κοντά, σύμφωνα με το BBC, που ανάγκασε τη βρετανική κυβέρνηση και τα τρία μεγάλα κόμματα, Συντηρητικούς, Εργατικούς και Φιλελεύθερους Δημοκράτες, να δεσμευτούν για διευρυμένη αποκέντρωση της Σκοτίας και για τη μεταφορά πολλών εξουσιών στο σκοτσέζικο κοινοβούλιο προτού ακόμη ανοίξουν οι κάλπες.

Κέρδισαν οι μπούκμεικερς
Με το αίτημα για την ανεξαρτητοποίηση της Σκοτίας στο δημοψήφισμα της Πέμπτης να απορρίπτεται με 55% έναντι 45%, η όλη διαδικασία αποδείχτηκε, σύμφωνα με τους New York Times, μια πανωλεθρία για τους δημοσκόπους και ένας θρίαμβος για τους απανταχού μπουκμέικερς και τα γραφεία στοιχημάτων. «Για να είμαι δίκαιος πρέπει να αναγνωρίσω πως οι περισσότεροι δημοσκόποι προέβλεψαν μεν πως το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα ήταν στο «όχι» [της απόσχισης], αλλά όλοι τους υποτίμησαν την τελική διαφορά. Επιπροσθέτως, οι δημοσκοπήσεις εμφανίζονταν εξαιρετικά ρευστές κι έδιναν αντιφατικά μηνύματα», σημειώνει ο αρθρογράφος της αμερικανικής εφημερίδας Τζάστιν Γούλφερς. Και προσθέτει: «απ' την άλλη πλευρά, τα γραφεία στοιχημάτων έδωσαν πολύ πιο αξιόπιστες προβλέψεις.

Σύμφωνα με την Betfair, υπήρχαν 80% πιθανότητες να απορριφθεί το αίτημα για ανεξαρτητοποίηση της Σκοτίας στο δημοψήφισμα της Πέμπτης, ένα ποσοστό που έμεινε αξιοθαύμαστα σταθερό όλη την περασμένη εβδομάδα». Πολύ κοντά έπεσε το Ipsos Mori, καθώς η προ ημερών δημοσκόπηση του ινστιτούτου έδειξε πως η υποστήριξη της παραμονής της Σκοτίας στο Ηνωμένο Βασίλειο κυμαινόταν στο 53% και η υποστήριξη της ανεξαρτησίας στο 47%, μόλις δυο μονάδες διαφορά δηλαδή από το τελικό αποτέλεσμα. «Το μάθημα που διδαχθήκαμε από την παραπάνω δημοσκόπηση είναι πως το ίδιο το εκλογικό σώμα γνώριζε καλά από πριν ποια πλευρά θα επικρατούσε, γι' αυτό και όσοι έπαιξαν στα γραφεία στοιχημάτων ήξεραν τι έκαναν», επισημαίνει ο Γούλφερς.

ΠΗΓΗ: «Το Βήμα»