Η αυτοσυγκράτηση του Ομπάμα στη Μέση Ανατολή τελικά δεν απέδωσε
Ανάλυση της Liberation αναφέρει ότι οι τζιχαντιστές έχουν καταστήσει τη Δύση εχθρό τους και θα προσπαθήσουν να την πολεμήσουν με όλα τα μέσα που διαθέτουν


Από τότε που ανέλαβε την εξουσία, το 2009, ο Μπαράκ Ομπάμα έκανε τα πάντα για να αποφύγει τα λάθη του προκατόχου του στη Μέση Ανατολή. Απέσυρε τα στρατεύματά του από το Ιράκ και έκλεισε τα μάτια στις ωμότητες που διέπρατταν ο Άσαντ και οι τζιχαντιστές στη Συρία. Η προέλαση όμως των ανδρών του Ισλαμικού Κράτους στο Ιράκ, και η απειλή που δέχονται οι Χριστιανοί, οι Γεζίντι και η κουρδική οντότητα, τον υποχρέωσαν να αναθεωρήσει τη στάση του και να επέμβει ξανά στην περιοχή με αεροπορικές επιδρομές.

Τον φοβούνται
Η φρικτή εκτέλεση του δημοσιογράφου Τζέιμς Φόλεϊ, γράφει σε κύριο άρθρο της η Liberation, δείχνει ότι οι επιδρομές αυτές φέρνουν αποτέλεσμα και ότι οι τζιχαντιστές φοβούνται πως θα χάσουν έδαφος. Το μήνυμά τους προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους δείχνει ότι η στρατηγική τους έχει αλλάξει: Η Δύση έγινε ο εχθρός. Και θα καταπολεμηθεί με όλα τα μέσα, και πρώτα απ' όλα με τον τρόμο. Αυτό μπορεί να οδηγήσει μάλιστα και στην εκ νέου προσέγγιση του Ισλαμικού Κράτους με την Αλ Κάιντα.

Οι δυτικοί ηγέτες έχουν επίγνωση του κινδύνου που αντιπροσωπεύουν αυτοί οι βάρβαροι μιας άλλης εποχής. «Η διεθνής κατάσταση είναι η πιο σοβαρή που έχουμε γνωρίσει μετά το 2001», είπε ο Φρανσουά Ολάντ στη Monde. «Το Ισλαμικό Κράτος δεν έχει θέση στον 21ο αιώνα, δεν μιλά στο όνομα καμιάς θρησκείας», τονίζει από την πλευρά του ο Μπαράκ Ομπάμα.

Εκτελέσεις Αμερικανών
Τουλάχιστον έξι Αμερικανοί έχουν εκτελεστεί από το 2002 με αποκεφαλισμό από οργανώσεις που κηρύσσουν την τζιχάντ. Πολλοί άλλοι Αμερικανοί όμηροι έχουν σκοτωθεί με άλλους τρόπους, αλλά οι περιπτώσεις τους είναι λιγότερο γνωστές. Η Ουάσινγκτον, που έχει ως αρχή να μη διαπραγματεύεται με τους απαγωγείς, προτιμά συχνά να τηρεί σιωπή για τις απαγωγές Αμερικανών πολιτών.

«Από την εποχή της κυβέρνησης Μπους, που βρέθηκε αντιμέτωπη με τους περισσότερους από αυτούς τους αποκεφαλισμούς, η αντίδραση της Ουάσιγκτον ήταν πάντα διπλή», λέει ο Αμερικανός ιστορικός Τίμοθι Φέρνις. «Πρώτα η αμερικανική κυβέρνηση καταδικάζει δημοσίως και κατηγορηματικά αυτές τις εκτελέσεις κι ύστερα πολλαπλασιάζει τις παρασκηνιακές προσπάθειες για την εξεύρεση των ενόχων. Η δολοφονία του Ντάνιελ Περλ οδήγησε στην κλιμάκωση της εκστρατείας για τον εντοπισμό του Οσάμα μπιν Λάντεν και του Χάλιντ Σέιχ Μοχάμεντ», του γνωστού προπαγανδιστή της Αλ Κάιντα που, αφού συνελήφθη και βασανίστηκε από τη CIA, ομολόγησε ότι έκοψε ο ίδιος τον λαιμό του Περλ. «Η αντίδραση δεν μπορεί τώρα παρά να είναι η ίδια».

«9/11 με ανθρώπινο πρόσωπο»
Ο καθένας από αυτούς τους αποκεφαλισμούς είναι ένα είδος «11ης Σεπτεμβρίου με ανθρώπινο πρόσωπο», σημειώνει ο δημοσιογράφος Τζον Γκίζι, ανταποκριτής του Newsmax στην Ουάσιγκτον. «Η αντίδραση των Αμερικανών είναι πάντα η οργή και η ανάγκη για απάντηση, όπως συμβαίνει στην Παλαιά Διαθήκη. Δεν γνωρίζουμε πάντα τα ονόματα των θυμάτων και δεν μπορούμε πάντα να προφέρουμε τα ονόματα των δημίων τους, αλλά αυτό δεν μειώνει ούτε κατ' ελάχιστον την ανάγκη μιας γρήγορης και ισχυρής απάντησης».

Η εκτέλεση του Ντάνιελ Περλ συνέβαλε αποφασιστικά στο να πειστεί η κοινή γνώμη ότι πρέπει η Αμερική να εμπλακεί περισσότερο στη Μέση Ανατολή, υπενθυμίζει ο Γκίζι. «Οι άνθρωποι αυτοί είναι ιδεολόγοι του μίσους», είχε δηλώσει ο Τζορτζ Μπους μετά τους αποκεφαλισμούς του Τζακ Χένσλι και του Γιουτζίν Άρμστρονγκ. «Θα συνεχίσουμε την επίθεση εναντίον τους».

Αποφυγή κινδύνου
Πέρα από τη ρητορική αυτή, όμως, οι Αμερικανοί ηγέτες, και ιδιαίτερα ο Ομπάμα, προσπαθούσαν πάντα να εμποδίσουν τη στοχοποίηση της χώρας τους. Ο κίνδυνος να ξεκινήσουν επιθέσεις στο αμερικανικό έδαφος ή να αρχίσουν να «τιμωρούνται» Αμερικανοί πολίτες για τις ενέργειες της κυβέρνησής τους αναφέρεται συχνά off the record από ορισμένους αξιωματούχους για να εξηγήσουν την αυτοσυγκράτηση της κυβέρνησης Ομπάμα. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που επικαλέστηκε η Ουάσιγκτον για να μην εμπλακεί περισσότερο στη Συρία μετά το 2011 ή στο Μαλί το 2013. «Δεν είμαστε ο στόχος αυτήν τη στιγμή και δεν θέλουμε να ξαναγίνουμε», έλεγαν τις τελευταίες εβδομάδες στην Ουάσιγκτον. Τελικά, ο κίνδυνος αυτός δεν αποτράπηκε.