Τι κερδίζουμε τελικά από μια πραγματικά ανόητη σύγκρουση των ΗΠΑ με τη Ρωσία
Αν χαθεί η ρωσική αγορά φέτος, μπορεί να χαθεί και τα επόμενα χρόνια και πολύ δύσκολα μπορεί να επανακτηθεί, αφού θα υπάρξουν χώρες που θα προστρέξουν να καλύψουν το κενό της Ελλάδος, της Κύπρου, αλλά και των υπολοίπων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου…
Η ΑΜΕΡΙΚΗ αποδεικνύεται για μίαν ακόμα φορά αναξιόπιστη και εν πολλοίς ανεύθυνη ηγεσία του πλανήτη
Στις 4 Οκτωβρίου του 1957 οι Σοβιετικοί εκτόξευσαν έναν πύραυλο στο διάστημα, ο οποίος απεδείκνυε την ικανότητα τής τότε υπερδύναμης να πλήξει από τη Μόσχα αμερικανικό έδαφος. Μέχρι τότε, οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούσαν να πλήξουν τη Μόσχα από την Δυτική Γερμανία και τις άλλες δυτικές χώρες του ΝΑΤΟ - συμμαχικές προς τις ΗΠΑ - διατηρώντας την Ουάσιγκτον στο απυρόβλητο. Οι Σοβιετικοί κατάφεραν να αποδείξουν την ικανότητά τους να εμπλέξουν τις ΗΠΑ στον φαύλο κύκλο της πυρηνικής απειλής, ακριβώς με τη δοκιμή του πυραύλου Σπούτνικ, που θα οδηγούσε στον πυρηνικό όλεθρο και στην ισορροπία του τρόμου που ακολούθησε.
Σήμερα βιώνουμε ένα αντίστοιχο σοκ που προκάλεσε η - ούτως ή άλλως - αναμενόμενη απόφαση της ρωσικής ηγεσίας να παγώσει τις εμπορικές σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση και μέρος του δυτικού κόσμου, ως απάντηση των μέτρων που πήραν οι κυβερνήσεις των ΗΠΑ και της Ε.Ε. εις βάρος της Ρωσίας και παραγόντων του ρωσικού πολιτικού συστήματος.
Αν κοιτάξει κανείς τους αριθμούς και ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, αλλά και άλλες ευπαθείς χώρες του ευρωπαϊκού Νότου όπως είναι η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Κύπρος, οι συνέπειες στις πολιτικές σχέσεις των χωρών αυτών της ΕΕ με τη Ρωσία θα είναι βαρύτατες έως και καταστροφικές, στον βαθμό που οι αγροτικές εξαγωγές της Ελλάδος προς τη Ρωσία φτάνουν το 12,8% των συνολικών εξαγωγών της χώρας και φέτος θα έχουν κόστος 240 εκατομμύρια ευρώ.
Το πρόβλημα, όμως, είναι πολύ μεγαλύτερο γιατί, αν χαθεί η ρωσική αγορά φέτος, μπορεί να χαθεί και τα επόμενα χρόνια και πολύ δύσκολα μπορεί να επανακτηθεί, αφού θα υπάρξουν χώρες που θα προστρέξουν να καλύψουν το κενό της Ελλάδος, της Κύπρου, αλλά και των υπολοίπων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, ενώ ταυτόχρονα θα χαθεί η εμπιστοσύνη των Ρώσων προς τη δική μας επιχειρηματική κοινότητα.
Το ζήτημα, επομένως, μπορεί να αναδειχθεί όχι προσωρινά συγκυριακό και χρονικά περιορισμένο, αλλά πολύ περισσότερο μπορεί να δημιουργήσει προϋποθέσεις ανατροπών δομών στη λειτουργία του εξαγωγικού εμπορίου της Ελλάδος προς μια μεγάλη αγορά όπως η Ρωσία, αποτελώντας με αυτόν τον τρόπο ένα στρατηγικό πλήγμα για τη χώρα.
Η Ελλάδα και η Κύπρος έχουν ανάγκη από τη ρωσική πολιτική στήριξη και συνεργασία σε επίπεδο γεωστρατηγικό, αφού η υπόθεση της Νοτιοανατολικής Λεκάνης της Μεσογείου και τα ενεργειακά αποθέματα Ελλάδας, Κύπρου, Ισραήλ ενδιαφέρουν και τη Ρωσία σε μεγάλο βαθμό, ενώ η Ρωσία στηρίζει παραδοσιακά την υπόθεση της Κύπρου, αλλά και τα ελληνικά συμφέροντα, ανεξαρτήτως των στρατηγικών σχέσεων που έχει η Ελλάδα και η Κύπρος με τους δυτικούς θεσμούς, τις ευρωπαϊκές και νατοϊκές δομές ειδικότερα.
Επομένως, θα περίμενε κανείς, δεδομένης της ιστορικά και πολιτικά δοκιμασμένης αναγκαιότητας, και για λόγους που υπαγορεύει το εθνικό συμφέρον, η Ελλάδα και η Κύπρος να διατηρούν και να εμπεδώνουν μια θετικά ευέλικτη σχέση στο πολιτικό επίπεδο με τη Ρωσική Ομοσπονδία, και ενόψει και του γεγονότος ότι το κόστος οικονομικά και πολιτικά είναι δυσβάσταχτο από τα μέτρα που πάρθηκαν εναντίον της Ρωσίας εξαιτίας της ουκρανικής κρίσης.
Επομένως, διερωτάται κανείς ευλόγως, ποιο είναι εν προκειμένω το δικό μας όφελος; Τι κερδίζουμε, σε τελευταία ανάλυση, ως χώρες, όχι μόνο η Ελλάδα και η Κύπρος, αλλά και η Ευρώπη, από μια πραγματικά ανώφελη, αλλά και ανόητη εντέλει σύγκρουση των ΗΠΑ με τη Ρωσία;
Η αρχική εκτίμηση της Ουάσιγκτον απεδείχθη λάθος, γιατί περιέπλεξε τη Δύση και οδήγησε σε μια εμφύλια αιματοχυσία, η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Μια κρίση την οποία όφειλε να επιλύσει εξ αρχής σε συνεννόηση με τη Ρωσία, όπως υπέδειξε ευστόχως και ο γνωστός μετρ της διεθνούς διπλωματίας Χένρι Κίσινγκερ, ότι δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες θα έπρεπε να είχαν διευθετήσει εξ αρχής το ζήτημα της Ουκρανίας σε συνεννόηση με τη Μόσχα. Γιατί, όπως ο ίδιος ορθώς υποδεικνύει, κάθε μονομερής ανάμειξη της Δύσης στο Κίεβο εκλαμβάνεται από τη Μόσχα ως καθεστωτική απειλή.
Δυστυχώς, η Αμερική αποδεικνύεται για μίαν ακόμα φορά αναξιόπιστη και εν πολλοίς ανεύθυνη ηγεσία του πλανήτη, στον βαθμό που όλες οι μέχρι τούδε αποφάσεις που πάρθηκαν από το 1991 και μετά, όλες οι διεθνείς επιλογές διευθέτησης προβλημάτων και επίλυσης διαφορών υπήρξαν τόσο λανθασμένες, που οδήγησαν σε τραγωδίες ατελεύτητες, εξακολουθούν να υφίστανται δηλαδή μέχρι σήμερα σε διάφορες νέες μορφές. Το Ιράκ και το Αφγανιστάν μαρτυρούν δυστυχώς του λόγου το αληθές.
Μπροστά με μια καταστροφική πλέον παγκόσμια σύρραξη…
ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ενόψει εξελίξεων δραματικών στον κόσμο που μπορούν, σε μία κλιμάκωση που θα προκαλούσε η επέμβαση της Ρωσίας στην Ουκρανία, να οδηγήσουν σε μίαν απρόβλεπτη και καταστροφική πλέον παγκόσμια σύρραξη. Ανεξαρτήτως όμως αυτών των εξελίξεων, η Ευρώπη, ως Ευρωπαϊκή Ένωση, αποδεικνύεται και σε αυτήν την περίπτωση απολύτως κατώτερη των περιστάσεων. Οι ΗΠΑ παίρνουν αποφάσεις και υποδεικνύουν πολιτικές, οι οποίες υποχρεώνουν την ΕΕ να τις ακολουθήσει εμπλέκοντας την Ένωση σε ένα φαύλο κύκλο λαθών, των οποίων το κόστος δεν αναλαμβάνουν οι ΗΠΑ, αλλά η ΕΕ και τα έθνη που τη συναποτελούν.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, κατ’ αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο δεν κερδίζει, όπως κάποιοι διατείνονται, σε πολιτικό επίπεδο, όσον αφορά στην ισχυροποίηση και στην ενότητά της, αλλά αντιθέτως ακολουθεί μία πορεία πολιτικής συρρίκνωσης, αποδυνάμωσης και διεθνούς πολιτικής απαξίωσης. Χάνει την εσωτερική της συνοχή και τη διεκδίκηση ενός ευρωπαϊκού συμφέροντος που να διαφοροποιείται των άλλων δυνάμεων, και χάνει επίσης και την ικανότητα της διαμεσολάβησης, την οποία θα μπορούσε να είχε επιδείξει ως χώρος με μακρά παράδοση πολιτικής.
Η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα είναι κρίσιμη. Η Ευρώπη ίσως έχει μια μοναδική τελευταία ευκαιρία εσωτερικής ανασυγκρότησης από τη νέα της ηγεσία και παρέμβασης στην ουκρανική κρίση κατά τρόπον πολιτικά αυτόνομο και αποστασιοποιημένο από τον κυκεώνα της κοντόφθαλμης, άνευ στρατηγικού στόχου και εν πολλοίς επικίνδυνης, ομιχλώδους πολιτικής της Ουάσιγκτον στην περίπτωση της Ουκρανίας, η οποία μπορεί να οδηγήσει τα πράγματα σε μία σύρραξη χωρίς στρατηγικό στόχο.
Επομένως, η Ουκρανία μπορεί να καταστεί, εάν δεν προσέξουμε, το Σαράγεβο του 21ου αιώνα, ακριβώς 100 χρόνια μετά την έναρξη του καταστροφικού για την ανθρωπότητα και εξαιρετικά αιματηρού Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ Κ. ΓΙΑΛΛΟΥΡΙΔΗΣ
Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής
Κοσμήτορας Σχολής Διεθνών Σπουδών,
Επικοινωνίας και Πολιτισμού
Παντείου Πανεπιστημίου




