Η ατομική στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι
Σαν σήμερα, το 1945, βόμβα πλουτωνίου με το παρατσούκλι «Little Boy», έπληξε τον πρώτο στόχο…


Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Φραγκλίνος Ρούσβελτ είχε φροντίσει να τακτοποιήσει όλες τις εκκρεμότητές του, πριν να πεθάνει. Κυρίως, εκείνες που αφορούσαν τους ανοιχτούς ακόμα λογαριασμούς με τη χώρα του ανατέλλοντος ηλίου. «Θα επαναφέρουμε την Ιαπωνία στη λίθινη εποχή», είχε πει στις 10 Μαρτίου του 1945 ο στρατηγός Κέρτις Λε Μέι, καμαρώνοντας για το αποτέλεσμα του εγχειρήματός του. Την ίδια εκείνη ημέρα, 334 αμερικανικά βομβαρδιστικά Β - 29 απογειώθηκαν από τις Μαριάνες και άδειασαν 2000 εμπρηστικές βόμβες πάνω στις πυκνοκατοικημένες συνοικίες του Τόκιο.

Τα σπίτια από ξύλο και χαρτί άρπαξαν αμέσως φωτιά: 83.793 άμαχοι Ιάπωνες νεκροί από εγκαύματα κι άλλοι 17.000 πνιγμένοι, καθώς ρίχτηκαν αλλόφρονες στα κανάλια να σωθούν, ο απολογισμός. Κι ακόμα, 267.711 τα καμένα σπίτια. Οι Μαριάνες όμως απέχουν 1000 μίλια από την Ιαπωνία. Η αμερικανική αεροπορία ζητούσε κάτι που να βρίσκεται πιο κοντά. Κι αυτό το «κάτι» ήταν η Ιβοζίμα, μια ασήμαντη κουκίδα στον χάρτη, στα νοτιοδυτικά της Ιαπωνίας.

Ο Αμερικανός ναύαρχος Νίμιτς πίστευε πως θα χρειαζόταν τέσσερις μέρες για να πάρει το νησί. Όμως, ο υπερασπιστής της Κουριμπαγιάσι είχε μετατρέψει τις σπηλιές σε συνδεόμενα με υπόγειες στοές χαρακώματα κι είχε επιλέξει το Σουριμπάχ για την τελική άμυνα.

Η αμερικανική απόβαση είχε ξεκινήσει από τις 19 Φεβρουαρίου του 1945. Οι μάχες τέλειωσαν στις 16 Μαρτίου του 1945, ακριβώς 25 μέρες μετά την απόβαση. Ο απολογισμός ήταν φοβερός: Μόλις 216 Ιάπωνες αιχμάλωτοι και 23.703 νεκροί. Πάνω από 6.000 πεζοναύτες και 881 θύματα των καμικάζι, στο ναυτικό, οι αμερικανικές απώλειες. Για μια ξέρα μικρότερη από 32.000 στρέμματα γης. Όμως, τέσσερις μήνες και δέκα μέρες αργότερα, από αυτή την ξέρα θα απογειωνόταν το Ένολα Γκέι με κατεύθυνση τη Χιροσίμα. Νωρίτερα, στις 15 Ιουλίου, σε ένα ερημικό οροπέδιο του Νέου Μεξικού, ο στρατηγός Τόμας Φάρελ έδινε διαταγή να διοχετευτεί το πλουτώνιο στην πρώτη ατομική βόμβα.

Η διαδικασία κράτησε όλη νύχτα. Στις 5.30 το πρωί, 16 Ιουλίου του 1945, πατήθηκε το μοιραίο κουμπί. Μια τρομακτική έκρηξη ακολούθησε. Η σιδερένια σκαλωσιά εξαφανίστηκε. Το έδαφος χαμήλωσε μισό μέτρο. Υαλοποιήθηκε. Κίτρινες πύρινες λάμψεις εκτύφλωσαν όποιον κοιτούσε. Έπειτα, υψώθηκε το τεράστιο μανιτάρι του θανάτου. Το πείραμα είχε πετύχει.

Στον Ειρηνικό, η Ιαπωνία συνέχιζε τον πόλεμο μόνη. Από το Πότσδαμ, όπου βρισκόταν, ο Χάρι Τρούμαν της έστειλε τελεσίγραφο να παραδοθεί «άνευ όρων». Στις 29, έφτασε η απάντηση: Η Ιαπωνία «αγνοεί» το τελεσίγραφο. Στη διπλωματική γλώσσα, «αγνοώ» σημαίνει «δεν απορρίπτω αλλά περιμένω καλύτερους όρους».

Η ανταπάντηση θα ήταν μια ακόμα τρομακτική μαζική δολοφονία. Στη 1.37’ τη νύχτα 5 προς 6 Αυγούστου, από τη βάση της Ιβοζίμα, απογειώθηκαν τρία ανιχνευτικά αεροπλάνα. Δε συνάντησαν εμπόδιο. Μισή ώρα αργότερα, απογειώθηκε το βομβαρδιστικό Β-29 με πιλότο τον αξιωματικό Πολ Τίμπετς. Eίχε βαφτίσει το αεροπλάνο Ένολα Γκέι, το όνομα της μάνας του. Πέταξε στα 6.000 πόδια και, στις 6.40’, ανέβηκε στα 30.000. Στις 8.11’, έφτασε πάνω από την ιαπωνική πόλη Χιροσίμα. Περισσότεροι από 340.000 άμαχοι ζούσαν εκεί.

Δυόμισι λεπτά αργότερα, στις 8.13'.30'', ο πιλότος έδινε το σύνθημα. Στις 8.15', η βόμβα εγκατέλειψε το Β-29 που απομακρύνθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Στις 8.15’.45’’ το πρωί, στις 6 Αυγούστου του 1945, στα 600 πόδια από το έδαφος της Χιροσίμα, έγινε η έκρηξη: Μια τρομερή αστραπή κι ένα τεράστιο κόκκινο μανιτάρι έκαναν τους όπου γης Αμερικανούς να ξεσπάσουν σ’ έναν ξέφρενο ενθουσιασμό. Η πανηγυρική ανακοίνωση του Χάρι Τρούμαν γνωστοποιούσε στην υφήλιο ότι ο άνθρωπος μπήκε στην ατομική εποχή. Και μπήκε θριαμβευτικά: Μ’ έναν πύρινο κυκλώνα, που σάρωσε την πόλη και γκρέμισε τα 30.000 από τα 60.000 κτίριά της. Με 80.000 πτώματα την πρώτη στιγμή. Και 14.000 εξαφανισμένους, καθώς από την έκρηξη άνοιξε η γη και τους κατάπιε. Και με άλλους 75.000, που έκαναν συμβόλαιο με τον Χάρο, καθώς τραυματίστηκαν τότε και πέθαναν αργότερα. Κι ο θάνατος θα πλανιόταν για χρόνια με τη ραδιενέργεια να δρα αθέατη και ύπουλη, προσθέτοντας κι άλλα θύματα, σε άγνωστο αριθμό.

Κι όλα αυτά, με εκπληκτική οικονομία, σε σχέση με το πλήγμα της 10ης Μαρτίου. Ένα αεροπλάνο με μια μόνο βόμβα κατάφερε να σκοτώσει διπλάσιους από όσους, τότε, 334 βομβαρδιστικά με 2000 βόμβες.
Η Ιαπωνία ζούσε μέσα στη φρίκη και τη σύγχυση. Οι ειδήσεις από τη Χιροσίμα ήταν ανατριχιαστικές. Ο αυτοκράτορας Χιροχίτο κάλεσε συμβούλιο για τις 8 του μήνα. Το ίδιο βράδυ, ο Ιάπωνας πρεσβευτής στη Μόσχα έπαιρνε μια διακοίνωση: «Η Σοβιετική Ένωση κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Ιαπωνίας». Ενώ τα σοβιετικά στρατεύματα προέλαυναν στη Μαντζουρία, νέο συμβούλιο ορίστηκε για τις 9 Αυγούστου, στο Τόκιο.

Τα γεγονότα το πρόλαβαν. Ξημερώματα, 9 του μήνα, το Β-29 απογειώθηκε γι’ άλλη μια φορά. Κουβαλούσε μιαν ακόμη ατομική βόμβα, την τελευταία που διέθεταν οι Αμερικανοί. Έφτασε στο νησί Κίο Σου, πάνω από την πόλη Κοκούρα. Εκεί, οι κάτοικοι αριθμούσαν ένα εκατομμύριο ψυχές. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια, ώσπου να μάθουν πως τους γλίτωσε η συννεφιά εκείνης της ημέρας. Το Β-29 συνέχισε την πτήση του και, λίγη ώρα αργότερα, βρέθηκε πάνω από το Ναγκασάκι, πόλη βιομηχανική με 250.000 κατοίκους.

Εκεί, υπήρχε ορατότητα. Η βόμβα ρίχτηκε, ενώ το Β-29 μόλις πρόλαβε ν’ απομακρυνθεί μισοκατεστραμμένο. Οι λόφοι στο Ναγκασάκι, εμπόδισαν το μανιτάρι του θανάτου ν’ απλωθεί. Οι επιτόπου νεκροί «περιορίστηκαν» στους 40.000. Πολλές χιλιάδες έμελλε να πεθάνουν τα επόμενα χρόνια. Η πόλη μεταβλήθηκε σε ερείπια. Η Ιαπωνία θρηνούσε. Η αμερικανική προπαγάνδα διέδιδε πως η επόμενη βόμβα προορίζόταν για το Τόκιο. Επόμενη βόμβα δεν υπήρχε αλλά, ποιος το ήξερε! Οι φήμες έλεγαν πως η επίθεση θα γινόταν στις 12 Αυγούστου. Στις 10, η Ιαπωνία γνωστοποίησε ότι δεχόταν την άνευ όρων παράδοση. Υπέγραψε στις 2 Σεπτεμβρίου 1945.
Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος είχε τελειώσει. Τον πολιτισμένο κόσμο απασχολούσε η κάθαρση. Τα κρεματόρια των ναζί έσβησαν την ανάμνηση της ντροπής στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι.

Γιατί το Τσερνόμπιλ ακόμη δεν κατοικείται
ΣΗΜΕΡΑ, πάνω από 1.6 εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, όμως, το Τσερνόμπιλ βρίσκεται σε ζώνη αποκλεισμού ακτίνας 30 χιλιομέτρων γύρω από το εργοστάσιο, που παραμένει σχετικά ακατοίκητη. Να γιατί, όπως περιγράφει το Gizmodo: Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν ότι η περιοχή σε ακτίνα 30 χιλιομέτρων γύρω από το Τσερνόμπιλ είναι εξαιρετικά μολυσμένη με ραδιενεργά ισότοπα όπως καίσιο-137, στρόντιο-90 και ιώδιο-131, και, ως εκ τούτου, δεν είναι ασφαλής για τον άνθρωπο. Όμως δεν ισχύει το ίδιο στο Ναγκασάκι ή στη Χιροσίμα.

Η διαφορά οφείλεται σε τρεις παράγοντες: (1) ο αντιδραστήρας του Τσερνόμπιλ είχε πολύ περισσότερα πυρηνικά καύσιμα (2) τα οποία χρησιμοποιούνταν πολύ πιο αποτελεσματικά στις αντιδράσεις και (3) το σύνολο εξερράγη στο επίπεδο του εδάφους. Η βόμβα «Little Boy» είχε περίπου 64 κιλά ουράνιο, η Fat Man 7 κιλά πλουτώνιο και ο αντιδραστήρας νούμερο 4 είχε περίπου 180 τόνους πυρηνικών καυσίμων. Απόδοση Μόνο ένα κιλό ουρανίου αντέδρασε στη βόμβα Little Boy. Αντίστοιχα μόνο ένα κιλό τελικά αντέδρασε από το πλουτώνιο της βόμβας Fat Man. Στην περίπτωση του Τσερνόμπιλ, τουλάχιστον 7 τόνοι των πυρηνικών καυσίμων διέφυγαν στην ατμόσφαιρα. Τόσο η Fat Man όσο και η Little Boy εξερράγησαν στον αέρα, εκατοντάδες μέτρα πάνω από την επιφάνεια της γης.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι τα ραδιενεργά συντρίμμια ήταν στο σύννεφο μανιταριού και δεν διαπέρασαν τη γη. Στην περίπτωση του Τσερνόμπιλ, το έδαφος έγινε ραδιενεργό. Τελευταία κάποιες αναφορές περιγράφουν ότι άγρια ζώα αρχίζουν να επιστρέφουν στη μολυσμένη περιοχή και σε γενικές γραμμές, φαίνεται να είναι υγιή. Τα ζώα, όμως, παρουσιάζουν υψηλή ραδιενεργό μόλυνση. Οι πρώτες μεταλλάξεις των φυτών, συμπεριλαμβανομένων των δυσπλασιών, τώρα περιορίζονται στα πέντε πιο μολυσμένα σημεία. Αν και δεν είναι όλοι έτοιμοι να συμφωνήσουν στο ότι το Τσερνόμπιλ αποτελεί απόδειξη του ότι η φύση μπορεί να θεραπεύσει τον εαυτό της, οι επιστήμονες συμφωνούν ότι πρόκειται για ένα μοναδικό οικοσύστημα και τα δεδομένα θα βοηθήσουν τελικά στην κατανόηση των μακροπρόθεσμων επιπτώσεων της ακτινοβολίας.