H Bραζιλία πρέπει να πείσει τον λαό για τα οφέλη της διοργάνωσης
Για να δοθεί πραγματικά ώθηση και ανάπτυξη στην οικονομία, είναι αναγκαία η απλοποίηση του φορολογικού συστήματος, η μείωση της ανεπίσημης οικονομίας και η μεταρρύθμιση της οικονομικής αγοράς
ΟΙ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 60% των Βραζιλιάνων είναι εναντίον της διοργάνωσης του Μουντιάλ
O πρώην πρόεδρος της χώρας Ιγνάσιο Λούλα ντα Σίλβα, το 2007, κατόρθωσε να παραχωρηθεί στη Βραζιλία η φιλοξενία του Μουντιάλ για το 2014. Επίσης, δόθηκε στη Βραζιλία το δικαίωμα να φιλοξενήσει και τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2016. Αναφέρεται, όμως, ότι τον Ιούνιο του 2013, ένα εκατομμύριο Βραζιλιάνοι κατήλθαν σε διαδηλώσεις, που ήταν οι μεγαλύτερες για πάνω από δυο δεκαετίες. Οι διαδηλώσεις αυτές είχαν ως έναυσμα τις αυξήσεις των κομίστρων. Στη συνέχεια, όμως, επεκτάθηκαν για να περιλαμβάνουν και διαμαρτυρίες σε σχέση με τη διαφθορά, τα σκάνδαλα, το ρουσφέτι και την κακή ποιότητα των κοινωνικών υπηρεσιών, κυρίως υγείας και παιδείας.
Η διοργάνωση του Μουντιάλ, που ήδη άρχισε από την περασμένη εβδομάδα, είναι δυνατόν να επηρεαστεί δυσμενώς από παρόμοιες διαδηλώσεις, όπως έγιναν τον Ιούνιο του 2013. Υπάρχει η εντύπωση ότι για την κατασκευή των 12 γηπέδων και άλλων διευκολύνσεων ξοδεύτηκαν μεγάλα ποσά, και ενέχονται σε σκάνδαλα, ρουσφέτια και διαφθορά, και μάλιστα σε περίοδο κατά την οποία ο κόσμος επιθυμεί βελτιωμένες κοινωνικές υπηρεσίες. Για αντιμετώπιση των απαιτήσεων αυτών, η κυβέρνηση θα πρέπει να πείσει τον λαό για τα οφέλη της διοργάνωσης του Μουντιάλ.
Σαν αποτέλεσμα των διαδηλώσεων που έγιναν τον περασμένο Ιούνιο, η δημοτικότητα της προέδρου της χώρας Ντίλμα Ρούσεφ μειώθηκε, αν και από τότε ανέκαμψε και σήμερα βρίσκεται 15 ποσοστιαίες μονάδες πιο πάνω από τον πλησιέστερο αντίπαλό της. Πολλοί αναλυτές, όμως, πιστεύουν ότι η δημοτικότητα της Ρούσεφ θα αυξηθεί, αν η διοργάνωση του Μουντιάλ στεφθεί με επιτυχία και κυρίως αν η εθνική ομάδα της Βραζιλίας πάρει το πρωτάθλημα.
Η επίδοση της οικονομίας της Βραζιλίας από το 2011, που η Ντίλμα Ρούσεφ ανέλαβε την προεδρία της χώρας, επιβραδύνθηκε, ο ρυθμός ανάπτυξης κατά μέσο όρο ήταν 1,8%, ο πληθωρισμός κυμάνθηκε γύρω στο 6% και το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών αυξήθηκε στο 3,7% του ΑΕΠ. Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2014 ο ρυθμός ανάπτυξης ήταν 0,2%, σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2013. Το ποσοστό επενδύσεων είναι 7,7% του ΑΕΠ, ποσοστό που είναι το πιο χαμηλό σε τέσσερα χρόνια, ενώ το ποσοστό αποταμιεύσεων στο 12,7% είναι το πιο χαμηλό σε 15 χρόνια.
Όπως πιστεύουν οι οικονομολόγοι, για να διατηρήσει υψηλό ρυθμό ανάπτυξης η Βραζιλία χρειάζεται να αυξήσει τις επενδύσεις της στο 22% του ΑΕΠ. Οι περισσότεροι οικονομολόγοι αμφιβάλλουν κατά πόσον η κυβέρνηση κατά το 2014 θα επιτύχει τον στόχο της για πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα ύψους 1,9%. Βέβαια, η Ρούσεφ παρουσιάζει ως δικαιολογητικά ότι κληρονόμησε μια οικονομία σε υπερθέρμανση, ενώ επηρεάστηκε και από την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας.
Παράλληλα, τα μειωμένα επιτόκια στην Αμερική και την Ευρώπη οδήγησαν σε σημαντική αύξηση της συναλλαγματικής αξίας του ριάλ.
Αλλά η Ρούσεφ πήρε επίσης και ορισμένες λανθασμένες αποφάσεις. Αναφέρεται ότι ο προκάτοχος και μέντοράς της πρώην πρόεδρος Λούλα είχε αφήσει τη νομισματική πολιτική στην Κεντρική Τράπεζα και υιοθέτησε ξεκάθαρους δημοσιονομικούς στόχους. Αντίθετα, η Ρούσεφ ζήτησε από την Κεντρική Τράπεζα να μειώσει τα επιτόκια και πήρε αποφάσεις να επιδοτήσει τις επενδύσεις και να καλύψει το δημοσιονομικό έλλειμμα με λογιστικά τεχνάσματα.
Έτσι, σαν αποτέλεσμα, οι Βραζιλιάνοι επιχειρηματίες όπως και οι ξένοι επενδυτές έχασαν την εμπιστοσύνη τους στην οικονομική διακυβέρνηση της χώρας. Όταν αργότερα η Κεντρική Τράπεζα της Αμερικής, η FED, ανακοίνωσε ότι σταδιακά θα παύσει να αγοράζει κυβερνητικά ομόλογα, η συναλλαγματική αξία του ριάλ μειώθηκε. Βέβαια ένα υποτιμημένο νόμισμα είναι καλό για την αύξηση των εξαγωγών και μείωση των εισαγωγών, αλλά η χαμηλή αξία του νομίσματος αύξησε τις τιμές των εισαγομένων προϊόντων και κατά συνέπεια τον πληθωρισμό, κάτι που ήταν μία από τις αιτίες των μεγάλων διαδηλώσεων τον περασμένο Ιούνιο.
Έτσι η Ρούσεφ έδωσε οδηγίες στην Κεντρική Τράπεζα να αυξήσει τα επιτόκια από το 7,25% στο 10,5%. Παράλληλα, η Ρούσεφ δήλωσε ότι είναι αποφασισμένη να μειώσει τον πληθωρισμό στο 4,5%. Και τούτο γιατί η Ρούσεφ πιστεύει ότι ο υψηλός πληθωρισμός θα επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα του ερχόμενου Οκτωβρίου, ενώ τα υψηλά επιτόκια δεν επηρεάζουν. Όπως ανάφερε ο καθηγητής Marcos Lisboa, οι ρυθμίσεις και οι κανονισμοί είναι δύσκολο να καταργηθούν, αλλά αν η Βραζιλία συνεχίσει να μην επιτυγχάνει ικανοποιητικό ρυθμό ανάπτυξης και μετά το 2020, όταν ο εργαζόμενος πληθυσμός θα αρχίσει να μειώνεται ως ποσοστό του συνόλου, θα πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα της χαμηλής παραγωγικότητας.
Η χώρα είναι ήδη χαμένη…
ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΙ επικρίνουν την κεντροαριστερή κυβέρνηση της Ρούσεφ, που προσπαθεί να δώσει ώθηση στον ρυθμό ανάπτυξης με το να ελέγχει τη διακύμανση του νομίσματος, τα επιτόκια και τον πληθωρισμό. Για τον σκοπό αυτόν καθορίζει τιμές για τη βενζίνη, το πετρέλαιο και επιδοτεί τον ηλεκτρισμό. Αλλά ενώ η κυβέρνηση έχει στόχο να επιτύχει πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα 2% και να σταθεροποιήσει τον πληθωρισμό, δεν προωθεί σημαντικές μεταρρυθμίσεις, όπως στην εργασιακή αγορά ή την απλοποίηση του φορολογικού συστήματος.
Για τη Ρούσεφ όμως, ενόψει των προβλημάτων της οικονομίας και τα κοινωνικά προβλήματα που παρουσιάζονται, όπως είναι ο κίνδυνος κατά τη διοργάνωση του Μουντιάλ να αυξηθεί η παιδική πορνεία, οι ελπίδες της για να κερδίσει τις εκλογές βασίζονται σε σημαντικό βαθμό στο πώς αισθάνονται οι Βραζιλιάνοι για το Μουντιάλ. Αλλά, όπως δήλωσε ο Rafael Alsadipani, του ιδρύματος Getylio Vargas, έστω και αν η Βραζιλία κερδίσει το πρωτάθλημα στο Μουντιάλ, με τις κοινωνικές επιπτώσεις και το ανθρώπινο κόστος του Μουντιάλ η χώρα είναι ήδη χαμένη. Το κυβερνών κόμμα ουδέποτε διανοήθηκε ότι η διοργάνωση του Μουντιάλ σε ένα έθνος που λατρεύει το ποδόσφαιρο δεν θα έφερνε αυξημένη στήριξη για την κυβέρνηση. Δυστυχώς, όμως, οι πρόσφατες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι το 60% των Βραζιλιάνων είναι εναντίον της διοργάνωσης του Μουντιάλ.
Η διοργάνωση του Μουντιάλ είναι μια άνευ προηγουμένου πρόκληση για μια χώρα που αντιμετωπίζει προβλήματα τόσο σε έργα υποδομής όσο και στις κοινωνικές υπηρεσίες. Αλλά η Ideli Salvatiti, Υπουργός για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, αναφέρει ότι η κυβέρνηση είναι καλά προετοιμασμένη, όπως για παράδειγμα τα μέτρα που έχει λάβει για την απαγόρευση σε γνωστούς παιδεραστές να εισέλθουν στη χώρα. Παράλληλα, όμως, τόνισε ότι δεν πιστεύει ότι το Μουντιάλ θα αντιμετωπίσει περισσότερους κινδύνους παρά από αλλά μεγάλα γεγονότα, όπως είναι το καρναβάλι του Ρίο και οι εορτασμοί για την παραμονή του νέου χρόνου.
KPMG
Λογιστικές, Ελεγκτικές, Φορολογικές και Συμβουλευτικές Υπηρεσίες
Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του
συγγραφέα, και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις και γνώμες
της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG




