Παρουσιάζεται, όμως, οπισθοδρόμηση στις μεταρρυθμίσεις
Η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης αντιμετωπίζει ελλείψεις ειδικοτήτων και συνεπώς δεν θα έπρεπε να υπάρχει σκέψη για μείωση του ορίου αφυπηρέτησης, αλλά για αύξηση
ΟΙ ΝΟΤΙΕΣ χώρες της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν προβλήματα προωθούν σε μεγαλύτερο βαθμό διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις παρά η Γερμανία.
Τα στατιστικά στοιχεία της Γερμανίας δείχνουν ότι κατά το πρώτο τρίμηνο του 2014, το ΑΕΠ της χώρας αυξήθηκε κατά 0,8% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, που ισοδυναμεί με ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,3%. Αυτό όμως ήταν αποτέλεσμα και του ήπιου χειμώνα, που έδωσε ώθηση στον κατασκευαστικό τομέα. Όπως δήλωσε όμως ο Υπουργός Οικονομίας και Ενέργειας κ. Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, η γερμανική οικονομία κατά το 2014 προβλέπεται να σημειώσει ρυθμό ανάπτυξης ύψους 1,8%, κυρίως σαν αποτέλεσμα της αύξησης της εγχώριας ζήτησης, σε σχέση με μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωζώνης ύψους 1,1%, ενώ κατά το 2015 ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να επιταχυνθεί περαιτέρω στο 2,0%.
Τα πρόσφατα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει ένδειξη ότι οι καταναλωτές αποταμιεύουν λιγότερα, ενώ αυξάνονται οι καταναλωτικές δαπάνες, κάτι που επηρεάζει ευνοϊκά ολόκληρη την ευρωζώνη. Συνεπώς, σημαντική σημασία θα έχει για την αύξηση των εξαγωγών των χωρών της ευρωζώνης, αν συνεχίσει να αυξάνεται η καταναλωτική ζήτηση στη Γερμανία. Η αύξηση στην καταναλωτική ζήτηση στη Γερμανία είναι αποτέλεσμα και των γενναιόδωρων μισθολογικών αυξήσεων, μετά από μια δεκαετία συγκράτησής τους.
Υπάρχουν τώρα συζητήσεις κατά πόσο πρέπει να μειωθούν οι φορολογίες οι οποίες, όπως αναφέρει ο ΟΟΣΑ, είναι οι πιο υψηλές στον κόσμο. Σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία του Υπουργείου Οικονομικών, κατά τα επόμενα πέντε χρόνια (2014-2018) οι φορολογικές εισπράξεις προβλέπεται να αυξηθούν κατά €19,2 δις. Οι προβλέψεις ότι ο αυξημένος ρυθμός ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας θα οδηγούσε σε αύξηση των φορολογικών εισπράξεων κατά €40 δις, έχει οδηγήσει σε αιτήματα για μείωση των φορολογιών, πράγμα όμως που η κ. Άγκελα Μέρκελ δεν αποδέχεται.
Αναφέρεται όμως ότι ο κ. Όλι Ρεν, Κοινοτικός Επίτροπος για οικονομικά και νομισματικά θέματα, εισηγείται όπως μειωθούν οι φορολογίες της Γερμανίας, πράγμα που θα δώσει ώθηση στη ζήτηση από τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις, και συνεπώς θα μειώσει το εμπορικό πλεόνασμα, κάτι που θα βοηθήσει στην ανάπτυξη της ευρωζώνης γενικά.
Θα πρέπει να αναφέρουμε, επίσης, ότι ακόμη και ηγετικά στελέχη του κόμματος της κ. Μέρκελ (CDU) έχουν ζητήσει τη μείωση των φορολογικών συντελεστών, για να αντισταθμίσει την αυτόματη αύξηση της φορολογίας που προέρχεται όταν τα εισοδήματα αυξάνονται και κατά συνέπεια ο φορολογούμενος πληρώνει φόρο με πιο υψηλό φορολογικό συντελεστή. H Γερμανίδα Καγκελάριος συνηθίζει να παροτρύνει τις χώρες της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν προβλήματα να προχωρήσουν σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, όπως έκανε και η Γερμανία πριν από δέκα χρόνια.
Αναφέρεται ότι πριν από 15 χρόνια η Γερμανία εθεωρείτο ως ο ασθενής της Ευρώπης. Οι μεταρρυθμίσεις άρχισαν με τον προκάτοχο της κ. Μέρκελ, τον σοσιαλιστή κ. Γκέρχαρντ Σρέντερ, με βάση το πρόγραμμα «AGΕNDA 2010». Οι μεταρρυθμίσεις αυτές που, μεταξύ άλλων, μείωσαν τα εργατικά κόστη, μετέτρεψαν τη Γερμανία σε μια δυναμική οικονομία. Αναφέρεται ότι η κ. Μέρκελ βρίσκεται στην εξουσία κατά τρεις συνεχείς θητείες και ότι κατά την πρώτη της θητεία το 2007, αύξησε το έτος αφυπηρέτησης από τα 65 στα 67 χρόνια.
Προς το παρόν, όμως, οι νότιες χώρες της ευρωζώνης που αντιμετωπίζουν προβλήματα προωθούν σε μεγαλύτερο βαθμό διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις παρά η Γερμανία. Για παράδειγμα η γερμανική κυβέρνηση, αντί να αυξήσει το όριο αφυπηρέτησης, προτίθεται να μειώσει το όριο αφυπηρέτησης στα 63 για πρόσωπα που έχουν συνεισφέρει στα ταμεία συντάξεων για 45 χρόνια. Αυτό όμως, ενώ βοηθά τους ηλικιωμένους, επηρεάζει δυσμενώς νεαρά πρόσωπα που πρέπει να καταβάλλουν πιο υψηλές συνεισφορές στα ταμεία συντάξεων.
Παράλληλα, εισάγει και ένα εθνικό κατώτατο ωρομίσθιο ύψους €8,50, κάτι που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε απώλεια εργασιών, ειδικά στις ανατολικές περιοχές. Ένα άλλο μέτρο που αυξάνει τα κόστη των επιχειρήσεων είναι οι χορηγίες που προσφέρονται για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως είναι η ηλεκτρική και η αιολική, αλλά που παράλληλα αυξάνουν τις τιμές του ηλεκτρισμού σε επίπεδο που είναι τρεις φορές πιο υψηλό από την Αμερική. Οι επιδοτήσεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενεργείας το 2014 αναμένεται να φθάσουν στα €24 δις. Το μέσο νοικοκυριό τώρα πληρώνει ένα πρόσθετο ποσό ύψους €250 το χρόνο για να επιχορηγούνται οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Λανθασμένα μηνύματα …
ΟΠΩΣ δήλωσε ο Κοινοτικός Επίτροπος κ. Gunther Oettinger, το σχέδιο της Γερμανίας, να επιτρέπεται σε πρόσωπα που εργάζονται για μακρύ χρονικό διάστημα να αφυπηρετούν στα 63, στέλνει λανθασμένα μηνύματα ενόψει του γεγονότος ότι χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, η Ισπανία, η Πορτογαλία και η Κύπρος καταβάλλουν προσπάθειες να εισαγάγουν πιο αυστηρές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις.
Ο κ. Oettinger προειδοποίησε ότι η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης αντιμετωπίζει ελλείψεις ειδικοτήτων και συνεπώς δεν θα έπρεπε να υπάρχει σκέψη για μείωση του ορίου αφυπηρέτησης, αλλά για αύξηση στα 70 και παράλληλα να εισαχθεί επαγγελματική κατάρτιση για πιο ηλικιωμένα πρόσωπα. Η κυβέρνηση συνασπισμού της κ. Μέρκελ έχει επικριθεί τόσο από επιχειρηματικές οργανώσεις όσο και από οικονομολόγους, που υποστηρίζουν ότι οι μεταρρυθμίσεις όσον αφορά το συνταξιοδοτικό σύστημα θα επιβαρύνουν την οικονομία, που αντιμετωπίζει ένα γηράσκοντα πληθυσμό.
Αναφέρεται ότι οι χώρες του Βορρά, όπως είναι η Γερμανία, η Ολλανδία και οι Σκανδιναβικές Χώρες, είχαν εισαγάγει μεταρρυθμιστικά μέτρα των οικονομιών τους και βελτίωσαν την ανταγωνιστικότητά τους πριν από την κρίση. Από τότε, όμως, που άρχισε η κρίση, η προσπάθεια για την εισαγωγή μεταρρυθμιστικών μέτρων υπήρξε πιο ισχυρή στις μεσογειακές χώρες, όπως είναι η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία. Αντίθετα, δεν έχουν ληφθεί οποιαδήποτε μεταρρυθμιστικά μέτρα όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και σε άλλες χώρες του Βορρά, περιλαμβανομένης της Φινλανδίας, της Ολλανδίας και της Δανίας.
Είναι σκόπιμο να αναφερθεί ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή άρχισε μια έρευνα αναφορικά με το κατά πόσον η ανάπτυξη της Γερμανίας, που βασίζεται περισσότερο στις εξαγωγές και λιγότερο στην κατανάλωση και τις επενδύσεις, επηρεάζει δυσμενώς την οικονομία της Ε.Ε. Έτσι, αξιωματούχοι της γερμανικής κυβέρνησης έχουν δεσμευτεί να δώσουν ώθηση στην κατανάλωση και τις επενδύσεις, αφού οι επενδύσεις παραμένουν χαμηλές σε σχέση με τα παγκόσμια επίπεδα.
Αναφέρεται ότι το 2013 το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ήταν πλεονασματικό κατά €206 δις, ποσό που αντιστοιχεί στο 7,5% του ΑΕΠ, ποσοστό που είναι πιο υψηλό ακόμη και από αυτό της Κίνας. Ο Πρόεδρος της γερμανικής Ομοσπονδιακής Κεντρικής Τράπεζας, όμως, έχει επικρίνει την οπισθοδρόμηση στις μεταρρυθμίσεις και έχει προειδοποιήσει ότι οι αλλαγές στην εργασιακή αγορά και την πιο ήπια πολιτική της κυβέρνησης συνασπισμού, όσον αφορά το εμπορικό πλεόνασμα της χώρας, θα αποδυναμώσει την οικονομία της Γερμανίας.
KPMG
Λογιστικές, Ελεγκτικές, Φορολογικές και Συμβουλευτικές Υπηρεσίες
Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του
συγγραφέα, και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκην τις απόψεις και γνώμες
της KPMG International ή Οίκων Μελών της KPMG




