Ο Ιταλός πρωθυπουργός δέχθηκε χθες την απόφαση του κόμματός του
«Υπάρχει επείγουσα ανάγκη για σχηματισμό νέας κυβέρνησης», ανέφερε ο γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος (PD), Ματέο Ρέντσι


Ο πρωθυπουργός της Ιταλίας Ενρίκο Λέτα ανακοίνωσε χθες την παραίτησή του, αμέσως μετά την έγκριση από την ηγετική ομάδα του Δημοκρατικού Κόμματος (PD) της πρότασης του γραμματέα του και δημάρχου της Φλωρεντίας Ματέο Ρέντσι για τον σχηματισμό νέας κυβέρνησης με τετραετή θητεία, με 136 ψήφους υπέρ και 16 κατά. H αρένα για το μέλλον της ιταλικής κυβέρνησης στήθηκε χθες στην κεντρική επιτροπή του Δημοκρατικού Κόμματος:

Το κόμμα κλήθηκε να αποφασίσει εάν θα συνεχίσει να στηρίζει τον πρωθυπουργό Ενρίκο Λέτα ή εάν ο Ματέο Ρέντσι θα ζητήσει -και θα πάρει- το χρίσμα για την ιταλική ηγεσία. Ψες τα ιταλικά μέσα ενημέρωσης μετέδιδαν ότι ο Ενρίκο Λέτα δεν αποκλειόταν να παραιτηθεί από πρωθυπουργός, ενδεχόμενο που επιβεβαιώθηκε. «Υπάρχει επείγουσα ανάγκη για σχηματισμό νέας κυβέρνησης». Με αυτήν τη φράση άνοιξε ο γραμματέας του Δημοκρατικού Κόμματος (PD), Ματέο Ρέντσι, την καθοριστική συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του κόμματος. Ο Ρέντσι κάλεσε τα μέλη της κεντρικής επιτροπής του PD να εγκρίνουν την πρότασή του και είπε ότι χρειάζεται «μία νέα φάση με μία νέα κυβέρνηση από τις ίδιες δυνάμεις στον κυβερνητικό συνασπισμό».

Ευχαρίστησε τον πρωθυπουργό Ενρίκο Λέτα -επίσης μέλος του PD- για τις υπηρεσίες του στη χώρα, τόνισε, όμως, ότι η Ιταλία δεν μπορεί να συνεχίσει να βαδίζει προς την «αβεβαιότητα». Πρόσθεσε ότι οι πρόωρες εκλογές δεν αποτελούν ρεαλιστική λύση για την Ιταλία.

Προώθηση μεταρρυθμίσεων
Ο αρχηγός του Δημοκρατικού Κόμματος είπε ότι στόχος της νέας κυβέρνησης θα είναι να συνεχίσει τη θητεία της μέχρι το 2018, να προωθήσει μεταρρυθμίσεις στο εκλογικό σύστημα και στο Σύνταγμα και να λάβει μέτρα κατά της «καταπιεστικής γραφειοκρατίας». Πρόσθεσε ότι δεν «δικάζει» την παρούσα κυβέρνηση, αλλά ότι έχει έρθει η ώρα να αποφασιστεί εάν πρέπει να ακολουθηθεί ένα νέο μονοπάτι. «Το κόμμα δεν έχει εμπλακεί σε μια διαμάχη. Βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι και χρειάζεται άμεσα μια βαθύτατη αλλαγή», είπε. Ο επικεφαλής του PD είπε ότι επιδιώκει «μια ριζική αλλαγή», διότι διαφορετικά «το μόνο που θα επιτευχθεί είναι η φθορά των δημοκρατικών θεσμών και η περαιτέρω επιδείνωση της κρίσης».

«Με κατηγόρησαν, όπως και το κόμμα μας, ότι είμαι υπέρμετρα φιλόδοξος. Απαντώ ότι όλοι μας πρέπει να είμαστε υπέρμετρα φιλόδοξοι», κατέληξε ο Ρέντσι. Λίγο νωρίτερα, ο Ενρίκο Λέτα ανακοίνωσε ότι δεν πρόκειται να λάβει μέρος στη συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του κόμματος.

Έμεινε στο γραφείο του
Ο Ιταλός πρωθυπουργός εξέδωσε ανακοίνωση, πριν από τη λήψη της απόφασης με την οποία εξαναγκαζόταν ουσιαστικά σε παραίτηση, στην οποία ανέφερε ότι «σε μία τόσο σημαντική ημέρα», οι αποφάσεις θα πρέπει να ληφθούν «με τη μεγαλύτερη ηρεμία και διαφάνεια» και πρόσθεσε ότι προτιμά να μείνει στο γραφείο του, προκειμένου τα μέλη της κεντρικής επιτροπής να λάβουν ανεπηρέαστα αποφάσεις που θεωρούν ότι είναι προς το συμφέρον του κόμματος. «Προτιμώ να περιμένω στο γραφείο μου τις αποφάσεις που θα ληφθούν, ώστε όλοι να μπορέσουν να κάνουν ελεύθερα τις εκτιμήσεις τους και να πάρουν τις αποφάσεις τους όπως κρίνουν εκείνοι», ανέφερε ο Λέτα. Ο Λέτα ανακοίνωσε, επίσης, ότι ακυρώνει την προγραμματισμένη επίσημη επίσκεψή του στο Λονδίνο στις 24 και 25 Φεβρουαρίου.

«Οριστική δύση»
Ο Λέτα οδεύει στην «οριστική δύση» του, προανήγγελλαν στις διαδικτυακές τους εκδόσεις πολλές ιταλικές εφημερίδες. Η σύσταση νέας κυβέρνησης θα πρέπει πρώτα να εγκριθεί από τα δύο Σώματα του Κοινοβουλίου. Πάντως, η στάση του Ρέντσι έχει προκαλέσει αντιδράσεις σε ορισμένα στελέχη του Δημοκρατικού Κόμματος. Ο Πίπο Τσιβάτι, μέλος της κεντρικής επιτροπής, παρομοίασε τη συμπεριφορά απέναντι στον Λέτα με τη θανάτωση μιας αρσενικής καμηλοπάρδαλης στον ζωολογικό κήπο της Κοπεγχάγης.

Πολιτική αστάθεια
Η Ιταλία δεν έχει τη δυνατότητα να βρεθεί αντιμέτωπη εκ νέου με την πολιτική αστάθεια, σε μία περίοδο που η οικονομία της πρέπει να γίνει ανταγωνιστική, δήλωσε ο πρόεδρος του Eurogroup, Γερούν Ντάισελμπλουμ. Η πολιτική κρίση μπορεί να πλήξει την οικονομική ανάκαμψη της περιοχής, οδηγώντας σε παράλυση της λήψης των αποφάσεων και «παγώνοντας» τις δομικές οικονομικές αποφάσεις στην Ιταλία, είπε.