Γεγονός επαναλαμβανόμενο, και μάλιστα με… νοσηρή τακτικότητα, δεν μπορεί να είναι τυχαίο.Δεν μπορεί οι ισπανικές ομάδες -κατά κύριο λόγο Μπαρσελόνα, Ρεάλ- να είναι οι μονίμως ευνοούμενες στην Ευρώπη, ανεξαρτήτως μάλιστα του ποιος είναι ο αντίπαλος. Είτε λέγεται Μπάγερν, είτε λέγεται Παρί, είτε λέγεται Μίλαν, είτε Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Και η εν λόγω αναφορά δεν είναι τυχαία ή «περιπτωσιολογική», αλλά βασίζεται επί πραγματολογικών δεδομένων, όπως τα είδαμε να επισυμβαίνουν στους αγωνιστικούς χώρους.

Το μέγεθος της… εύνοιας μπορεί να γίνει αμέσως κατανοητό, αν αναλογιστεί κανείς πως σχεδόν όλα από τα αναφερόμενα κλαμπ ανήκουν ίσως στην πεντάδα των κορυφαίων στον κόσμο. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μικρομεσαίες ή «μεσομεγάλες» ομάδες, όπως ας πούμε η Βασιλεία, η Μπριζ, η Μονακό, όπου, λόγω διαφοράς πρεστίζ, μεγέθους, ιστορίας, απήχησης και επιτυχιών, θα μπορούσε κάποιος, καλοπροαίρετα, να καταλάβει το «γιατί» μιας συγκυριακής εύνοιας.

Αυτό, βεβαίως, το γεγονός, δεν παραγράφει σε καμία περίπτωση τη δύναμη, την αξία και την ποιότητα των ισπανικών ομάδων, στοιχεία τα οποία συναποτελούν τον κύριο λόγο της αγωνιστικής κυριαρχίας τους την τελευταία δεκαετία, κυρίως, στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις.

Άλλωστε, όπως χαρακτηριστικά απάντησε ο Σερ Άλεξ Φέργκιουσον πρόσφατα, κληθείς να εξηγήσει την κυριαρχία των ισπανικών συλλόγων στο σύγχρονο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, ήταν ειλικρινής και σαφέστατος: Όσο συνεχίζουν να αγωνίζονται στο ισπανικό πρωτάθλημα ποδοσφαιριστές όπως ο Μέσι και ο Ρονάλντο, οι κορυφαίοι δηλαδή στον κόσμο, οι Ισπανοί θα συνεχίσουν να κυριαρχούν, όπως γινόταν, άλλοτε, με τις αγγλικές ή τις ιταλικές ομάδες. Και μετά, θα ξεκινήσει ένας άλλος κύκλος κυριαρχίας, ενδεχομένως με άλλους πρωταγωνιστές σε άλλη γεωγραφική επικράτεια. Έως τότε, όμως, δεν θα πρέπει να αναμένει κανείς ότι Ίβηρες θα απολέσουν εύκολα τα σκήπτρα.

Ωραία όλα αυτά, και προφανώς δεν μπορεί κάποιος να αντιπροβάλει ισχυρές αντιρρήσεις.

Ωστόσο, άλλο τόσο προφανές είναι ότι το φαινόμενο, στη διαιτητική του διάσταση, επίσης δεν επιδέχεται σοβαρές αντιρρήσεις.

Μια εξήγηση για τους λόγους που συμβαίνει είναι ίσως ότι οι ισπανικοί σύλλογοι, και δη οι δύο κορυφαίοι, λόγω συγκέντρωσης στο ρόστερ τους της αφρόκρεμας του παγκοσμίου ποδοσφαίρου, «πωλούν» περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στην παγκοσμιοποιημένη ποδοσφαιρική αγορά. Άλλωστε, οι μεταξύ τους τιτανομαχίες στην Πριμέρα Ντιβιζιόν προκαλούν ενδιαφέρον ίσως και μεγαλύτερο από έναν τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, όταν δεν αγωνίζονται οι ίδιοι σ’ αυτόν.

Και είναι κοινό μυστικό, ότι ένα από τα… ανεκπλήρωτα όνειρα των ιθυνόντων της ΟΥΕΦΑ, είναι να δουν μια κοσμοϊστορική ημέρα μηνός Μαΐου ή Ιουνίου, να παρατάσσονται στο γήπεδο του τελικού οι «μερένγκες» απέναντι στους «μπλαουγκράνα». Κάτι που έγινε ώς τώρα μόνον έως τα ημιτελικά, ελέω, κυρίως, κάποιων απρόβλεπτων «πειρατικών», όπως η Ατλέτικο Μαδρίτης ή η Γιούβε.

Θα ήταν η… εσχατολογική μέρα του ποδοσφαίρου, που θα κατέγραφε, βεβαίως, τη μεγαλύτερη τηλεθέαση στην ιστορία, ανεβάζοντας και τον τζίρο από τις διαφημίσεις σε δυσθεώρητα ύψη.

Η Μπάγερν, λοιπόν, έχει κάθε δίκιο να φωνάζει, όπως κάθε δίκιο είχε και η Παρί προ μηνός…

Επαναλαμβάνουμε: Όλα αυτά, δεν παραγράφουν την αξία ή την υπεροχή των ισπανικών ομάδων. Ωστόσο, σε αναμετρήσεις εξαιρετικά λεπτών ισορροπιών, όπου οι συσχετισμοί δύναμης είναι περίπου ισοσθενείς, τέτοιες διαιτησίες που είδαμε στο Μπερναμπέου και στο Καμπ Νόου, καθορίζουν σαφέστατα και τον νικητή και το αποτέλεσμα. Και αποφασίζουν προς τα πού θα πάει η δόξα, εν τέλει: Που είναι και ο μοναδικός λόγος για να παίξει κανείς ποδόσφαιρο, σύμφωνα με τα λόγια του μεγάλου Μπιλ Νίκολσον.

Μιχάλης Παπαδόπουλος