Άλλη ομάδα παρουσιάζεται η Εθνική Βραζιλίας στα προκριματικά του Μουντιάλ 2018, μετά τις οδυνηρές περιπέτειες του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 2014 και του τελευταίου Copa America.
Η αλλαγή στην τεχνική ηγεσία -ο Σκολάρι και μετά ο Ντούνγκα, που τον διαδέχθηκε, οδήγησαν την ομάδα η οποία εφηύρε το jogo bonito μερικές δεκαετίες πίσω στο παλαιολιθικό… ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο- αλλά και η ανανέωση στο έμψυχο δυναμικό, που ξεκίνησε με το επιτυχημένο πείραμα των Ολυμπιακών Αγώνων του Ρίο, ξανάβαλαν τη «σελεσάο» σε πορεία… ευθυγράμμισης με την ιστορία και το μεγάλο παρελθόν της.
Ο Τίτε, σταδιακά επαναφέρει στη Βραζιλία όλα εκείνα τα στοιχεία που την έκαναν να ξεχωρίζει στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο, προσθέτοντας, ταυτόχρονα, όλες τις βασικές αρχές του σύγχρονου. Και, εξίσου σημαντικό, εμπιστεύεται τη νέα ταλαντούχα ποδοσφαιρική φουρνιά της χώρας, τερματίζοντας την ψυχοφθόρα μοναξιά του Νεϊμάρ, που έδειχνε πως μόνος δεν μπορούσε να αντέξει το βάρος του ηγέτη.
Ίσως, το σημαντικότερο επίτευγμα του τέως προπονητή της Κορίνθιας, είναι αυτό: Ότι, δηλαδή, απελευθέρωσε το μεγάλο αστέρι του, τόσο αγωνιστικά όσο και πνευματικά, πλαισιώνοντάς τον με ποδοσφαιριστές που μπορούν να παίξουν επάξια τον ρόλο του παρτενέρ, στη «νέα εποχή» για τα «καναρίνια».
Πρώτος και καλύτερος, ο Κουτίνιο, που συνεχίζει, με τη χρυσοπράσινη φανέλα, τις εκπληκτικές εμφανίσεις που πραγματοποιεί στην Πρέμιερ Λιγκ, με τη φανέλα της Λίβερπουλ, ενώ τη σελεσάο άρχισε ήδη να διαπερνά η αύρα του νέου μεγάλου ταλέντου, Jesus, ο οποίος από του χρόνου θα συνεχίσει να… χορεύει στα αγγλικά γήπεδα, με τη φανέλα της Μάντσεστερ Σίτι.
Η αναγεννημένη Βραζιλία, που ξαναγίνεται φόβητρο τόσο εντός όσο και εκτός έδρας, δείχνει ότι μπορεί, στο Μουντιάλ της Ρωσίας σε δύο χρόνια, να έχει και πάλι ρόλο πρωταγωνιστή, διεκδικώντας αυτό που διεκδικούσε σε ολόκληρη τη χρυσή ιστορία της: τον τίτλο της παγκόσμιας πρωταθλήτριας. Γιατί, γι’ αυτήν, οτιδήποτε λιγότερο, είναι λίγο…
Μιχάλης Παπαδόπουλος




