Τέσσερεις παίκτες των '60ς και '70ς, που έγραψαν «ιστορία» πρώτα για τον εκρηκτικό τους χαρακτήρα και μετά για τα (αδιαμφισβήτητα) ποδοσφαιρικά τους χαρίσματα
Το ψάξιμο στο διαδίκτυο και τα κλικ στους διάφορους συνδέσμους, σε οδηγούν και φέρνουν στην οθόνη σου πράγματα, γεγονότα και φυσιογνωμίες που δεν φανταζόσουν. Από ένα άρθρο για τον Ερίκ Καντονά (50άρησε φέτος), πήγαμε σε άλλα με ποδοσφαιριστές που άφησαν εποχή, όχι μόνο για την ποδοσφαιρική τους αξία, αλλά και τον αυθόρμητο και πολλές φορές επιθετικό χαρακτήρα τους. Για τις συμπεριφορές τους και τα «κατορθώματα» εκτός γηπέδων. Οπότε παρέλασαν μπροστά μας γνωστά ονόματα.
Ο Μαραντόνα, ο Γκάσκοϊν, ο Χιγκίτα, ο Μπαλοτέλι και στο τέλος, το νο1, ο Τζορτζ Μπεστ. Και κάπου εκεί στις σελίδες του χαρισματικού και αυτοκαταστροφικού Ιρλανδού, προέκυψε ο… «σπουδαιότερος παίκτης που δεν είδατε ποτέ». Θα δούμε παρακάτω ποιος ήταν. Κλικ λοιπόν και πάλι κλικ και στο τέλος καταλήγεις σε μία εποχή του αγγλικού ποδοσφαίρου, όταν ο Μπεστ δεν ήταν το μόνος, απλώς ήταν το πιο γνωστό κακό παιδί. Ήταν η εποχή (δεκαετία του 1960 και 1970) των… maverics.
Σε ελεύθερη μετάφραση, ανορθόδοξοι, ασυγκράτητοι, περιθωριακοί, εκκεντρικοί. Ομορφόπαιδα για τα δεδομένα και τη μόδα της εποχής, που έπαιζαν μπάλα στο γήπεδο και ακόμη περισσότερο στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Ήταν αρκετοί, αλλά καταλήξαμε σε τέσσερεις περιπτώσεις. Στους τέσσερεις μικρούς «Μπεστ».
Ο ξανθός διάβολος
Άγνωστος δεν είναι ο Τσάρλι Τζορτζ. Τουναντίον. Ήταν ο κορυφαίος παίκτης της Άρσεναλ στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και ήρωας στην ιστορική κατάκτηση του νταμπλ του 1971. Οι οπαδοί των «gunners» τον λάτρευαν, ο Τύπος της εποχής τον αποθέωνε για την ικανότητά του. Αλλά πέρα από τις φοβερές του ενέργειες με την μπάλα, έμεινε στην ιστορία για τα ασυγκράτητα νεύρα του. Σε ντέρμπι με την Τσέλσι, πάτησε τόσο δυνατά στο στήθος τον αντίπαλό του (Χάρις), που μάτωσε. Κουτούλησε τον Κήγκαν, αποβλήθηκε αρκετές φορές.
Αντιδραστικός μέχρις εσχάτων, τα τσούγκρισε το 1973 με τον προπονητή της Άρσεναλ Μπέρντι Μι. Τιμωρίες, προπόνηση με τη 2η ομάδα και τελικά παραχώρηση στην Ντέρμπι το 1976. Κάπου εκεί έσβησε το άστρο του, παρόλο που αγωνίστηκε μέχρι το 1983 (ήταν 33 τότε). Ο χαρακτήρας του και η τάση για νυχτερινές εξόδους υπερίσχυσαν του ταλέντου του. Έπαιξε μόνο μία φορά στην Εθνική κι ας ήταν, ίσως, από τους 2-3 πιο χαρισματικούς επιθετικούς της εποχής. Όταν βγήκε στη «σύνταξη», άνοιξε μπιραρία, γκαράζ αυτοκινήτων και είχε οικονομικά προβλήματα. Τελικά τον προσέλαβε η Άρσεναλ μαζί με άλλους πρώην παίκτες της και εργάζεται ως ξεναγός στο γήπεδο.
Ο… Έλβις
Ο Φρανκ Γουόρθινγκτον είχε τεράστιο ταλέντο και αν έβαζε λίγο φρένο στον χαρακτήρα του και στην αδυναμία του στη νυχτερινή ζωή, θα έκανε θραύση. Έφτασε μία ανάσα από τη Λίβερπουλ του Σάνκλι, αλλά κόπηκε δύο φορές σε 15 μέρες στα ιατρικά τεστ. Στο πρώτο παρουσίασε ψηλή πίεση στο αίμα. Η Λίβερπουλ τον έστειλε για διακοπές στη Μαγιόρκα, για να… ηρεμήσει. Τότε είχε δεσμό με τη Μις Μεγάλη Βρετανία. Στο νησί της Ισπανίας έζησε για δέκα μέρες την απόλυτη κραιπάλη, με γυναικεία συντροφιά και ποτό.
Επέστρεψε στο Άνφιλντ και, φυσικά, δεν πέρασε το δεύτερο τεστ. Έπαιξε μπάλα μέχρι τα 44 του και επαγγελματικά περίπου 20 χρόνια, σε 13 ομάδες, φτάνοντας μέχρι τις ΗΠΑ, τη Νότιο Αφρική και τη Σουηδία (είχε παντρευτεί Σουηδέζα, την οποία αποκάλεσε την πιο δύσκολη αντίπαλό του). Το 1974, σε μία περίοδο που έβγαζε μάτια με τη Λέστερ, κλήθηκε στην Εθνική. Οι διεθνείς πήγαν στο αεροδρόμιο με κοστουμάκια, ο Γουόρθινγκτον (που είχε μανία με την κόμμωση και τον Έλβις Πρίσλεϊ) εμφανίστηκε με κόκκινο πουκάμισο, κίτρινο μεταξωτό σακάκι και καουμπόικες μπότες. Σοκ! Προσθέστε και τα μπόλικα περιστατικά με τσακωμούς στο γήπεδο, κόντρες με προπονητές, πιάσιμο στα πράσα με κορίτσια σε περίεργες ώρες και έδεσε το γλυκό.
Ο όμορφος γκάμπλερ
Οι ειδικοί συγκρίνουν την τεχνική του μ' αυτήν του Χοντλ, τοτ Γουόντλ και του Γκάσκοϊν. Αλλά ο Σταν Μπόουλς (ποιος) δεν έμελλε ποτέ να δείξει ολόκληρο το ρεπερτόριό του. Η «τρέλα» του, τα ξενύχτια και η τάση του να ξοδεύει πολλά χρήματα στον τζόγο τού έβαλαν φρένο. Άστε δε που δεν τα κατάφερνε κιόλας. Η μάνα του είχε πει κάποτε το αμίμητο: «Αν ο γιος μου επενδύσει ποτέ σε νεκροταφεία, οι άνθρωποι θα σταματήσουν να πεθαίνουν», ο δε προπονητής στα πρώτα στάδια της καριέρας του δήλωσε πως… «αν ο Σταν μπορούσε να περνά δίπλα από τα πρακτορεία στοιχημάτων, όπως περνούσε δίπλα από τους αμυντικούς, θα γινόταν σούπερ-σταρ».
Ξεκίνησε σαν μέγα ταλέντο στη Σίτι, αλλά έφυγε κακήν κακώς ύστερα από καβγάδες με τον προπονητή Άλισον. Στα καλά του χρόνια στη Κ.Π.Ρ (300 αγώνες, 86 γκολ), είπε στον προπονητή του Τόμι Ντόχερτι ότι τον εμπιστεύεται όσο ένα κοτόπουλο. Σε έναν αγώνα σταμάτησε στη γραμμή του αράουτ, κρατούσε την μπάλα και άρχισε να ρωτάει τους θεατές αν ήξεραν το αποτέλεσμα της τελευταίας ιπποδρομίας.
Πήγε στη Φόρεστ του Κλαφ το 1979, αλλά δεν έπαιξε στον τελικό με το Αμβούργο. Έφυγε από το ξενοδοχείο, γιατί λίγες μέρες προηγουμένως ο επίσης εκκεντρικός προπονητής τού είχε αρνηθεί άδεια ν' αγωνιστεί στον αγώνα προς τιμήν του κολλητού του και άσου της Φόρεστ Τζον Ρόμπερτσον (αυτός σκόραρε το νικητήριο γκολ στον τελικό). Έπαιξε πέντε φορές στην Εθνική. Σήμερα ο Μπόουλς, που ψηφίστηκε από τους οπαδούς της ΚΠΡ ως ο κορυφαίος παίκτης της όλων των εποχών, πάσχει από τη νόσο Αλτσχάιμερ.
Ο άγνωστος παικταράς
Μπόουλς, Τζορτζ και Γουόρθινγκτον, καθώς και μερικά άλλα «κακά παιδιά» της εποχής, όπως ο Τόνι Κάρι, έκαναν καριέρα, ήταν διεθνείς. Η τελευταία περίπτωση είναι εντελώς διαφορετική. «Ο σπουδαιότερος παίκτης που δεν είδατε» είναι τίτλος βιβλίου, μάλλον υπερβολικός, αλλά πίσω από αυτόν υπάρχει μία φοβερή ιστορία. Ρόμπιν Φράιντεϊ. Άγνωστος στους περισσότερους. Μοναδική σοβαρή διάκριση, η ανάδειξή του σε κορυφαίο όλων των εποχών στη Ρέντινγκ. Δεν έφτασε ποτέ πιο πάνω από τη δεύτερη κατηγορία, δεν υπάρχουν αρκετά τηλεοπτικά πλάνα. Οι φωτογραφίες του παραπέμπουν σε ροκ σταρ των '60ς. Όσοι τον είδαν, μιλούν για πολλά καντάρια μπάλα. Όποτε θυμόταν ή αποφάσιζε να παίξει.
Ο Φράιντεϊ έκανε άγρια εξωγηπεδική ζωή. Γινόταν στουπί στο μεθύσι κάθε βράδυ, υπάρχουν περιστατικά όπου έβγαζε όλα του τα ρούχα και χόρευε ολόγυμνος στα μπαρ. Πολλές φορές έπαιξε ξύλο με τους συμπαίκτες. Πήρε μετεγγραφή το 1976 για την Κάρντιφ (στη δεύτερη κατηγορία) και στο ντεμπούτο του φρόντισε να δείξει το μυαλό του, αρπάζοντας τα γεννητικά όργανα του θρυλικού Μπόμπι Μουρ. Την προηγούμενη βραδιά είχε συλληφθεί, αφού τα έκανε γης μαδιάμ σε ένα τρένο. Ήταν τύφλα στο μεθύσι. Όλα αυτά, η συμπεριφορά και το αλκοόλ, απέτρεψαν αρκετές μεγάλες ομάδες της Αγγλίας από να τον αποκτήσουν. Στα 25 του χρόνια, ένα χρόνο μετά την μετεγγραφή στην Κάρντιφ, αποφάσισε να σταματήσει το ποδόσφαιρο.
Αν ήταν όμως μόνο το ποτό και το ξενύχτι... Ο Φράιντεϊ άρχισε από τα 21 του να πίνει και να κάνει χρήση ναρκωτικών. Πλήρωσε ακριβά αυτήν του την αδυναμία, αφού πέθανε στα 38 του χρόνια από καρδιακή προσβολή, αποτέλεσμα υπερβολικής δόσης ηρωίνης.




