Οι ιστορίες για κατάρες, καταραμένες ομάδες, βουντού, εξορκιστές και ξόρκια, δεν είναι κάτι άγνωστο στο ποδόσφαιρο. Έχουν να κάνουν με την επαναλαμβανόμενη αποτυχία μιας ομάδας να «εκπληρώσει το πεπρωμένο της», αποτυγχάνοντας, μέσα από χίλιες δυο αναποδιές, να γράψει τον επίλογο ή την τελευταία φράση ενός θριάμβου, που, για πολλή ώρα, φάνταζε δικός της, μέσα από περιστάσεις και συγκυρίες που, για ένα μυαλό ανίκανο να αντέξει την επαναλαμβανόμενη συμφορά, δεν μπορεί να έχουν «λογική» ποδοσφαιρική εξήγηση.

Πιο διάσημη καταραμένη ομάδα στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο δεν είναι άλλη, ασφαλώς, από την Μπενφίκα, που από το 1964 τη συνοδεύει η φοβερή κατάρα του Μπέλα Γκούντμαν.

Οι Λουζιτανοί έχασαν, έκτοτε, με τους πιο απίθανους τρόπους, όλους τους πάμπολλους τελικούς που έπαιξαν, «επιβεβαιώνοντας» τον σπουδαίο Ούγγρο, αν και η κουβέντα του δεν αφορούσε μόνον την Μπενφίκα, αλλά ολόκληρο το πορτογαλικό ποδόσφαιρο.

Μια… ανάλογη κατάρα, εσχάτως, φαίνεται να σκιάζει τη σύγχρονη ιστορία της Ατλέτικο Μαδρίτης, μολονότι καταραμένη την «έχρισε» ο ίδιος ο Βιθέντε Καλντερόν, από το μακρινό 1974, μετά τον πρώτο τελικό του Κυπέλλου Πρωταθλητριών με την Μπάγερν.

Τότε, ήταν το σουτ από τα 40 μέτρα του Σβάρτσεμπεργκ στο 120’ της παράτασης, που έστειλε τον τελικό σε επαναληπτικό παιχνίδι.

Πριν από δύο χρόνια, ήταν η κεφαλιά του Ράμος στο 93’, που έστειλε το ματς επίσης στην παράσταση. Και, φέτος, το χαμένο πέναλτι του Γκριεσμάν στην κανονική διάρκεια του αγώνα, που θα έδινε, πιθανότατα, το τρόπαιο στους «ροχιμπλάνκος», αλλά και το γκολ οφσάιντ της Ρεάλ, πάλι με τον Ράμος και ξανά από στημένη φάση. Φαινόμενο, λοιπόν, επαναλαμβανόμενο, δεν μπορεί να είναι τυχαίο…

Βαθιά πληγωμένος, ο Τσόλο Σιμεόνε, μετά το τέλος του τελικού, εμφανίστηκε αρκετά αβέβαιος για το μέλλον του στη Μαδρίτη. Όμως, αν και διπλά χαμένος, είναι ο μόνος που μπορεί να ξορκίσει την… κατάρα. Και το γνωρίζουν όλοι στο Βιθέντε Καλντερόν.

Μιχάλης Παπαδόπουλος