Ο κορυφαίος προπονητής που ανέδειξε η ΕΣΣΔ, ο οποίος ζευγάρωσε το ποδόσφαιρο με τα μαθηματικά!

Δεκατέσσερα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα από τον θάνατο του Βαλερί Λομπανόφσκι, του σπουδαίου τεχνικού της Ντιναμό Κιέβου και του μεγαλύτερου προπονητή που ανέδειξε το σοβιετικό ποδόσφαιρο. Ως ποδοσφαιριστής, ξεκίνησε την καριέρα του στην ομάδα του Κιέβου, όπου έπαιξε για 7 χρόνια. Στα 22 του αναδείχθηκε πρωταθλητής με την Ντιναμό. Αυτός ήταν και ο πρώτος τίτλος στην ιστορία του συλλόγου μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες και αρκετούς τίτλους να χάνονται στις λεπτομέρειες. Οι οπαδοί της Ντιναμό είχαν αρχίσει να πιστεύουν ότι κάποιος έχει καταραστεί την ομάδα τους και δεν θα κατακτούσε ποτέ πρωτάθλημα. Έτσι, όταν κατέκτησαν τον τίτλο το 1961, ακολούθησε ντελίριο ενθουσιασμού και τα επινίκια κράτησαν για εβδομάδες ολόκληρες.

Υπήρχε όμως ένα άτομο, που δεν συμμεριζόταν τη χαρά των υπολοίπων. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Βαλερί Λομπανόφσκι. Μάλιστα, κατά τη διάρκεια μίας τελετής που έλαβεν χώραν προς τιμήν των πρωταθλητών, ο νεαρός ακραίος επιθετικός δεν μπορούσε να κρύψει την απογοήτευσή του. Κληθείς να σχολιάσει γιατί είχε αυτήν τη στάση, ο Λομπανόφσκι δήλωσε: «Ναι, κερδίσαμε τον τίτλο. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει κάτι. Αρκετές φορές παίξαμε άσχημα. Απλώς πήραμε περισσότερους βαθμούς από τις άλλες ομάδες που έπαιξαν χειρότερα από εμάς. Δεν μπορώ, λοιπόν, να δεχθώ τα συγχαρητήριά σας αφού δεν υπάρχει σοβαρός λόγος για κάτι τέτοιο».

Στη συνέχεια ρωτήθηκε από τον Βολοντίμιρ Σαμπαλντίρ, φημισμένο επιστήμονα της εποχής, για το πώς νιώθει που είχε καταφέρει κάτι, που για τους κατοίκους του Κιέβου ήταν ένα απραγματοποίητο όνειρο. «Ένα όνειρο που πραγματοποιείται, παύει να είναι όνειρο», απάντησε ο Λομπανόφσκι και συνέχισε. «Το δικό σας όνειρο σαν επιστήμονας, ποιο είναι το όνειρό σας; Το πτυχίο σας; Το μεταπτυχιακό σας; Το διδακτορικό σας;».

«Μπορεί», απάντησε ο Σαμπαλντίρ. «Αλλά το πιο μεγάλο όνειρο ενός επιστήμονα είναι να συνεισφέρει κάτι στην επιστήμη του, να αφήσει το σημάδι του με κάποιον τρόπο». «Έχετε, λοιπόν, την απάντηση στο ερώτημα που μου κάνατε στην αρχή», απάντησε ο Λομπανόφσκι.

Ο Λομπανόφσκι σαν ποδοσφαιριστής ήταν ερασιτέχνης και αντίθετος με τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε ο Μασλόφ (προπονητής του αλλά και δάσκαλός του), αλλά η τελειομανία του, η φιλοδοξία του και η αναλυτική του ευφυΐα είχαν κάνει την εμφάνισή τους από νωρίς στη ζωή του. Και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά δεν αποτελούν έκπληξη. Ήταν, άλλωστε, αρκετά προικισμένος ώστε να κερδίσει ένα χρυσό μετάλλιο στα μαθηματικά μόλις τελείωσε το γυμνάσιο, σε μια εποχή που ήταν παθιασμένη με την επιστημονική πρόοδο. Άλλωστε, λένε πως ο Μασλόφ έκανε ό,τι έκανε με το ένστικτο, ενώ ο Λομπανόφσκι πατώντας πάνω στην επιστήμη.

Ο «επιστήμονας προπονητής»

Γεννημένος το 1939, ο Λομπανόφσκι ήταν έφηβος όταν η ΕΣΣΔ άνοιξε το πρώτο της πυρηνικό εργοστάσιο και έστειλε τον Σπούτνικ στο διάστημα, ενώ το Κίεβο ήταν το κέντρο της σοβιετικής βιομηχανίας υπολογιστών. Εκεί λειτούργησε για πρώτη φορά και το πρώτο ινστιτούτο κυβερνητικής της ΕΣΣΔ και σύντομα αναγνωρίστηκε ως το πιο πρωτοποριακό σε ολόκληρο τον κόσμο, στους τομείς των αυτοματοποιημένων συστημάτων ελέγχου, την τεχνητή νοημοσύνη και τη δημιουργία μαθηματικών μοντέλων πρόβλεψης. Εκεί ήταν που δημιουργήθηκε το 1963 ένα πρώιμο πρωτότυπο του προσωπικού υπολογιστή τού σήμερα.

Εκείνη την εποχή ο Λομπανόφσκι σπούδαζε στο Ινστιτούτο Επιστημών του Κιέβου θερμοδυναμική και τις δυνατότητες χρήσης των υπολογιστών, καθώς και τις επιπτώσεις τους σε όλα τα επιστημονικά πεδία. Ήταν κάτι νέο, συναρπαστικό και επαναστατικό και δεν αποτελούσε έκπληξη το γεγονός ότι ο Λομπανόφσκι θα ακολουθούσε αυτό το ρεύμα τεχνολογικής αισιοδοξίας. Μέσα του γινόταν η μεγάλη και παραδοσιακή πάλη. Η πάλη ανάμεσα στην ατομικότητα και το σύστημα. Ο ποδοσφαιριστής μέσα του ήθελε να κάνει ντρίμπλες, να βρει καινούργια κόλπα, να κοροϊδέψει τους αντιπάλους του, αλλά όπως παραδέχθηκε αργότερα, η εκπαίδευσή του στο Ινστιτούτο Επιστημών του Κιέβου τον βοήθησε να υιοθετήσει μία διαφορετική προσέγγιση στο σύστημα και να αποσυναρμολογήσει το παιχνίδι στα μέρη που το αποτελούν.

Το ποδόσφαιρο, όπως είχε πει αργότερα, άρχισε να το βλέπει σαν ένα σύστημα που το αποτελούσαν δύο υποσυστήματα με έντεκα στοιχεία το καθένα, τα οποία κινούνταν μέσα σε έναν προκαθορισμένο χώρο (το γήπεδο) και υπόκεινταν σε μία σειρά περιορισμών (τους κανόνες του παιχνιδιού). Αν τα δύο υποσυστήματα ήταν ίσα, το αποτέλεσμα θα ήταν ισοπαλία. Αν το ένα ήταν ισχυρότερο, θα νικούσε. Εκείνο το στοιχείο που ο Λομπανόφσκι βρήκε γοητευτικό ήταν πως τα δύο υποσυστήματα υπάκουαν σε μία ιδιομορφία.

Η αποτελεσματικότητα των υποσυστημάτων είναι μεγαλύτερη από το ποσό της αποδοτικότητας των στοιχείων που τα αποτελούν. Αυτό, όπως το είδε ο Λομπανόφσκι, σήμαινε πως το ποδόσφαιρο ήταν ώριμο να υιοθετήσει τις τεχνικές της κυβερνητικής μηχανικής που διδάσκονταν στο ινστιτούτο επιστημών του Κιέβου. Στην άποψη που διαμόρφωσε, το ποδόσφαιρο είχε να κάνει λιγότερο με τα άτομα και περισσότερο με συνασπισμούς και τις συνδέσεις μεταξύ τους. «Όλη η ζωή, είναι ένας αριθμός», είπε κάποτε.

Ως προπονητής, ο Λομπανόφσκι ξεκίνησε την καριέρα του στην Ντνίπρο. Παρέμεινε στον πάγκο της ομάδας για τέσσερα χρόνια (1969-1974) χωρίς να καταφέρει κάτι το ιδιαίτερο. Μετά ανέλαβε την τεχνική ηγεσία της αγαπημένης του Ντιναμό Κιέβου. Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα…

Ο Βαλερί Λομπανόφσκι παρέμεινε στον πάγκο της Ντιναμό για 16 χρόνια, από το 1974 έως το 1990, με κάποια ενδιάμεσα διαλείμματα, καθώς ανέλαβε μερικές φορές και την εθνική ομάδα της Σοβιετικής Ένωσης. Στο πρώτο του πέρασμα, ο σύλλογος γνώρισε τις μεγαλύτερες στιγμές της ιστορίας του. Κατέκτησε οκτώ φορές το πρωτάθλημα της Σοβιετικής Ένωσης, άλλες έξι το Κύπελλο και τρεις φορές το Σούπερ Καπ.

Ωστόσο, αυτό που έκανε γνωστό τον Βαλερί Λομπανόφσκι δεν ήταν η επιτυχία του στις εγχώριες διοργανώσεις. Ο τότε τεχνικός της Ντιναμό Κιέβου κατάφερε να οδηγήσει την ομάδα του στη κατάκτηση τριών ευρωπαϊκών τίτλων. Δύο φορές (1975, 1986) το UEFA Cup Winners Cup, στο οποίο ελάμβαναν μέρος όλες οι ευρωπαϊκές ομάδες που είχαν κατακτήσει το κύπελλο στις χώρες τους (πλέον ο θεσμός δεν υπάρχει, αλλά τότε εθεωρείτο η δεύτερη μεγαλύτερη ευρωπαϊκή διοργάνωση πίσω από το Τσάμπιονς Λιγκ) και μία φορά το Σούπερ Καπ, το 1975.

Η απρόκλητη σφαγή

Ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο στην καριέρα του Λομπανόφκσι ήταν η ΕΣΣΔ, μια από τις κορυφαίες εθνικές ομάδες που δεν έχουν κατακτήσει κάποιο σημαντικό τίτλο. Η βάση της ομάδας ήταν η Ντιναμό Κιέβου και έκανε καταπληκτικά πράγματα στον αγωνιστικό χώρο. Σημείο αναφοράς ήταν η παρουσία της στο Μουντιάλ στο Μεξικό, το 1986. Σ' εκείνη τη διοργάνωση ήταν που πήρε και το προσωνύμιο τα «υπερηχητικά Μιγκ του Λομπανόφσκι».

Ξεκίνησε τις υποχρεώσεις της απέναντι στην Ουγγαρία του Ντέταρι. Στο 5’ προηγήθηκε 2-0, μέχρι το 20’ το παιχνίδι ήταν 3-0, για να ρίξουν στη συνέχεια ρυθμούς και να κερδίσουν τελικά με 6-0. Με αυτόν τον εντυπωσιακό τρόπο η ΕΣΣΔ είχε συστηθεί στο παγκόσμιο κοινό.

Στο δεύτερο παιχνίδι αντιμετώπισε την τότε πρωταθλήτρια Ευρώπης Γαλλία, των Πλατινί, Ζιρές, Τιγκανά και έμεινε στο 1-1. Στο τρίτο παιχνίδι του ομίλου, κόντρα στον Καναδά, οι Σοβιετικοί έκαναν συντήρηση δυνάμεων και κέρδισαν με το… μικρό 2-0. Στο συγκεκριμένο παιχνίδι ο Λομπανόφσκι χρησιμοποίησε αρκετούς αναπληρωματικούς, κάποιοι εκ των οποίων μεσουράνησαν δύο χρόνια αργότερα, στο Euro 1988, όπως οι Προτάσοφ και Λιτόφτσενκο.

Το «κύκνειο άσμα» της εθνικής ομάδας της ΕΣΣΔ στο Μουντιάλ του Μεξικού, ήρθε στο πρώτο νοκ-άουτ παιχνίδι, απέναντι στο Βέλγιο. Ένας αγώνας που έμεινε στην ιστορία για την απρόκλητη διαιτητική σφαγή εις βάρος της ομάδας του Λομπανόφκσι. Το ένα γκολ των Βέλγων είναι πεντακάθαρο οφσάιντ, ένα ακόμη αμφισβητούμενο τουλάχιστον και καθαρό πέναλτι υπέρ της ΕΣΣΔ που δεν δόθηκε. Το κερασάκι στην τούρτα ήταν η τελευταία φάση του αγώνα, όταν ο διαιτητής σφυρίζει τη λήξη πριν οι Σοβιετικοί εκτελέσουν το κόρνερ που είχαν κερδίσει μετά από σουτ του Γιεφτουσένκο, και με το σκορ στο 4-3 υπέρ των Βέλγων!

Η FIFA, η οποία 8 χρόνια προηγουμένως είχε δώσει το παγκόσμιο κύπελλο στην χούντα του Βιντέλα, είχε αποφασίσει να αποκλειστούν τα «κομμμούνια» όσο πιο νωρίς γίνεται, για να μην προκύψει καμία «στραβή» στα δύο παιχνίδια που απέμεναν μέχρι τη στέψη της παγκόσμιας πρωταθλήτριας.

Δύο χρόνια αργότερα η ίδια ομάδα της ΕΣΣΔ ελαφρώς ανανεωμένη θα φτάσει στον τελικό του EURO 1988, παίρνοντας σβάρνα σχεδόν όποιον βρήκε μπροστά της (1-0 την Ολλανδία, 3-1 την Αγγλία, 1-1 με την Ιρλανδία στον όμιλο, 2-0 την Ιταλία στον ημιτελικό) πριν την σταματήσει στον τελικό η ατυχία (χαμένο πέναλτι και δοκάρι του Μπελάνοφ) και ο... Φαν Μπάστεν, με ένα από τα πιο διάσημα γκολ που σημειώθηκαν στην ιστορία του παγκόσμιου ποδοσφαίρου.