Μια ενδεκάδα… άμπαλων ποδοσφαιριστών που μεγαλούργησαν ή συνεχίζουν να μεγαλουργούν σαν προπονητές

Τι κοινό έχουν οι Μαραντόνα, Πελέ, Αρτίλες, Μίκαελ Λάουντρουπ, Γκούλιτ, Στόισκοφ, αλλά και πολλοί Βρετανοί όπως οι Γκασκόιν, Σούνες, Τζον Μπαρνς, Μπράιαν Ρόμπσον, Σίρερ, Πολ Ινς, Ρόι Κιν καθώς και οι δύο Μπόμπι, Μουρ και Τσάρλτον; Η προφανής απάντηση, που είναι σωστή, είναι πως πρόκειται για σπουδαίους ποδοσφαιριστές, οι οποίοι άφησαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα τους στις ομάδες και στις χώρες που αγωνίστηκαν. Υπάρχει όμως ακόμα ένα κοινό σημείο αναφοράς γι' αυτούς τους ποδοσφαιριστές - θρύλους. Δεν κατάφεραν ποτέ να γίνουν σπουδαίοι προπονητές. Κάποιοι, μάλιστα, απέτυχαν παταγωδώς!

Σήμερα, όμως, θα ασχοληθούμε με μιαν άλλη κατηγορία προπονητών, οι οποίοι ακολούθησαν την ακριβώς αντίθετη διαδρομή. Αυτούς που δεν μπορούν να υπερηφανεύονται για την ποδοσφαιρική τους καριέρα, αλλά μεγαλούργησαν ή συνεχίζουν να μεγαλουργούν σαν προπονητές.

Η λίστα είναι μεγάλη και ενδεχομένως να ξεχάσαμε ή και να αδικήσαμε κάποιους, κυρίως προπονητές οι οποίοι πέτυχαν σπουδαία πράγματα στις αρχές και τα μέσα του περασμένου αιώνα. Τιμής ένεκεν, συμπεριλάβαμε στη δική μας κορυφαία ενδεκάδα έναν από τους κορυφαίους μάνατζερ στο πρώτο μισό του περασμένου αιώνα. Ακόμα πιο δύσκολο το έργο μας να επιλέξουμε τον κορυφαίο όλων, μεταξύ των Αρίγκο Σάκι και Ούντο Λάτεκ. Ο Ιταλός προπονητής κέρδισε στα σημεία, με την επική του ατάκα περί… αλόγων και αναβατών να είναι αυτή που μας ανάγκασε να του χαρίσουμε την πρώτη θέση.

11. Γουίλιαμ «Μπίλι» Στουρθ

Ξεκινάμε την αντίστροφη μέτρηση με έναν προπονητή ο οποίος δεν είναι τόσο γνωστός στο ευρύ ποδοσφαιρικό κοινό, κυρίως γιατί πέρασαν 60 χρόνια από τότε που αποφάσισε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση. Ο Μπιλ Στρουθ δεν υπήρξε ποτέ ποδοσφαιριστής, αλλά αθλητής στίβου. Αυτό δεν αποτέλεσε εμπόδιο για να γίνει προπονητής και μάλιστα ένας από τους κορυφαίους που έβγαλε το βρετανικό ποδόσφαιρο, υπηρετώντας μια και μοναδική ομάδα. Ο Σκοτσέζος τεχνικός έκατσε στον πάγκο της Ρείντζερς από το 1920 μέχρι το 1954, πανηγυρίζοντας -ούτε λίγο ούτε πολύ- 30 τίτλους (18 πρωταθλήματα, 12 κύπελλα)!

10. Αντρέ Βίλας-Μπόας

Μπορεί το πέρασμά του από το Λονδίνο (Τσέλσι και Τότεναμ) να μην ήταν πετυχημένο, δεν παύει όμως να είναι ένας από τους κορυφαίους προπονητές της γενιάς του που δεν έπαιξαν ποτέ ποδόσφαιρο. Ο «AVB» πήρε το δίπλωμα προπονητικής μόλις στα 19 του χρόνια. Αφού διετέλεσε για σειρά ετών συνεργάτης του Ζοσέ Μουρίνιο ξεκίνησε… σόλο καριέρα το 2009, στην Ακαντέμικα. Το 2010 επέστρεψε στην Πόρτο (σαν πρώτος προπονητής), με την οποία κατέκτησε πρωτάθλημα, κύπελλο και Europa League! Πρωταθλητής αναδείχθηκε και με τη Ζενίτ, τη σεζόν 2014-15.

9. Ράφα Μπενίτεθ

Η ποδοσφαιρική του καριέρα είναι ουσιαστικά άγνωστη, αφού αγωνίστηκε στις μικρές κατηγορίες της Ισπανίας. Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την πορεία του σαν προπονητής. Οδήγησε τη Βαλένθια στην ιστορική κατάκτηση δύο πρωταθλημάτων (2002, 2004), τα πρώτα έπειτα από 30 χρόνια και τελευταία μέχρι σήμερα, αναδείχθηκε πρωταθλητής Ευρώπης με τη Λίβερπουλ το 2005, ενώ το 2013 κατέκτησε το Europa League με την Τσέλσι.

8. Γιούργκεν Κλοπ

Δεν τον λες και… άμπαλο. Ο Κλοπ είχε μια αξιοπρεπή καριέρα στη Μάιντς (επιθετικός). Σε καμιά περίπτωση όμως δεν συγκρίνεται με τα επιτεύγματά του σαν προπονητής. Η επταετής παρουσία του στον πάγκο της Μάιντς του έδωσε το εισιτήριο για την Ντόρτμουντ, όπου μεγαλούργησε. Οδήγησε τους «κίτρινους» στην κατάκτηση δυο σερί πρωταθλημάτων, ενός κυπέλλου (5-2 στον τελικό την Μπάγερν!), στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ το 2013 και δικαίως λατρεύεται σαν θεός από τους οπαδούς της Ντόρτμουντ. Παρόμοιες στιγμές εύχονται να ζήσουν μαζί με αυτόν τον σπουδαίο προπονητή και οι φίλοι της Λίβερπουλ…

7. Γκους Χίντινγκ

Ούτε ο νυν τεχνικός της Τσέλσι είχε λαμπρή καριέρα σαν ποδοσφαιριστής. Το πέρασμά του από την Αϊντχόφεν ήταν σύντομο και… απαρατήρητο. Έπαιξε κυρίως σε μικρές ομάδες της χώρας του, ενώ στη δύση της καριέρας του έκανε ένα πέρασμα και από τις ΗΠΑ.

Σαν προπονητής, όμως, θεωρείται ένα από τους πιο πετυχημένος στην Ολλανδία αλλά και στην Ευρώπη. Κατέκτησε έξι πρωταθλήματα Ολλανδίας, ένα FA Cup Αγγλίας (Τσέλσι), ενώ η καθολική αναγνώριση για την αξία του ήρθε στο Μουντιάλ του 2002, όταν οδήγησε τη Νότιο Κορέα στα ημιτελικά της διοργάνωσης!

6. Αρσέν Βενγκέρ

Ο Γάλλος αποτελεί έναν από τους μακροβιότερους τεχνικούς στην ιστορία του ποδοσφαίρου. Έπαιξε για μικρές επαρχιακές ομάδες στη Γαλλία και είχε τη φήμη του ηγέτη της ομάδας του. Οι πιο γνωστές ομάδες στις οποίες έχει παίξει είναι η Μουτσίγκ και η Στρασμπούρ, για να ακολουθήσει κατόπιν καριέρα προπονητή σημειώνοντας τεράστια επιτυχία.

5. Λουίς Φελίπε Σκολάρι

Ακόμα και ο ίδιος θα θέλει να ξεχάσει την ποδοσφαιρική του καριέρα. Έπαιξε σαν αμυντικός σε μικρές ομάδες και κατηγορίες της Βραζιλίας. Σαν προπονητής, όμως, έχει να παρουσιάσει μεγάλες διακρίσεις, με κορυφαία όλων την κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου με την Εθνική Βραζιλίας το 2002. Πιο πρόσφατη επιτυχία ήταν η κατάκτηση του ασιατικού Champions League με την κινεζική Guangzhou Evergrande. Συνολικά στην προπονητή του καριέρα κατέκτησε 22 τίτλους.

4. Μαρτσέλο Λίπι

Σαν ποδοσφαιριστής δεν κατάφερε να φορέσει ποτέ τη φανέλα της Εθνικής Ιταλίας. Σαν προπονητής όμως την οδήγησε στην κορυφή του ποδοσφαιρικού Έβερεστ. Στα 34 του χρόνια ανέλαβε τη Νάπολι, την οποία οδήγησε στο Κύπελλο UEFA, για να αναλάβει ακολούθως τα ηνία της Γιουβέντους πανηγυρίζοντας πέντε τίτλους πρωταθλήματος και ενός Champions League. Κορύφωση της καριέρας του ήταν φυσικά η κατάκτηση του Μουντιάλ, το 2006, στα γήπεδα της Γερμανίας.

3. Ζοσέ Μουρίνιο

Ευτυχώς για τον ίδιο, αλλά και για το ποδόσφαιρο, αντιλήφθηκε νωρίς ότι το μέλλον του δεν ήταν εντός των τεσσάρων γραμμών, αλλά στους πάγκους. Έμαθε τα μυστικά της προπονητικής δίπλα στον Μπόμπι Ρόμπσον και τον Λουίς φαν Χάαλ. Μετά το σύντομο πέρασμά του από την Μπενφίκα (2000), το καλοκαίρι του 2001 αναλαμβάνει τη Λεϊρία, με την οποία πραγματοποιεί εκπληκτική πορεία. Στα μισά του πρωταθλήματος η ομάδα του φιγουράρει στην 3η θέση (έναν βαθμό πάνω από Πόρτο και Μπενφίκα), γεγονός που δεν περνά απαρατήρητο. Τον Ιανουάριο του 2002 βάζει την υπογραφή του σε συμβόλαιο με τους «δράκους». Τα υπόλοιπα είναι λίγο πολύ γνωστά. Με την Πόρτο κατακτά δύο πρωταθλήματα, ένα κύπελλο, ένα σούπερ καπ, το Europa League (2002) και φυσικά το Champions League (2003). Ακολούθως μετακομίζει στο Λονδίνο, για λογαριασμό της Τσέλσι. Στην παρουσίασή του… αυτοχρίζεται σαν ο «Special One» και στην πορεία δικαιώνει και με τον παραπάνω τον τίτλο, οδηγώντας τους «μπλε» στο πρώτο πρωτάθλημα έπειτα από 50 χρόνια. Σημείο αναφοράς και η κατάκτηση του δεύτερου Champions League της καριέρα του, με την Ίντερ, το 2010. Συνολικά ο Μουρίνιο έχει κατακτήσει 22 τίτλους!

2. Ούντο Λάτεκ

Σαν ποδοσφαιριστής (επιθετικός) δεν έχει πολλά πράγματα να επιδείξει. Θεωρείται όμως ο κορυφαίος προπονητής στην ιστορία του γερμανικού ποδοσφαίρου. Ο Λάτεκ σάρωσε τα πρωταθλήματα στη Γερμανία, κατέκτησε και τα τρία ευρωπαϊκά τρόπαια με τρεις διαφορετικές ομάδες (Μπάγερν, Γκλάντμπαχ, Μπαρσελόνα) και φυσικά οδήγησε την Μπάγερν στην κατάκτηση του Κυπέλλου Πρωταθλητριών.
Το 1970 αναλαμβάνει την τεχνική ηγεσία του βαυαρικού συλλόγου υπό την έντονη αμφισβήτηση και γκρίνια του κόσμου, αφού προηγουμένως δεν είχε εργαστεί σε ομάδα πρώτης κατηγορίας. Δεν του πήρε πολύ καιρό για να δημιουργήσει μια από τις κορυφαίες ομάδες όλων των εποχών, η οποία κέρδισε τρία σερί πρωταθλήματα και το 1974 αναδείχθηκε πρωταθλήτρια Ευρώπης. Με την ομάδα του Μονάχου κατέκτησε ακόμα τέσσερα πρωταθλήματα τη δεκαετία του ’80.

1. Αρίγκο Σάκι

Είναι ένας από τους κορυφαίος όλων των εποχών. Ο άνθρωπος που είδε το ποδόσφαιρο αλλιώς και έφερε την επανάσταση στον «βασιλιά των σπορ». Το στυλ παιχνιδιού του ήταν μια παραλλαγή του «Total Football» που δίδαξε τη δεκαετία του ’70 ο Ρίνους Μίχελς, ενώ η Μίλαν της δεκαετίας του ’80 θεωρείται μια από τις 2-3 καλύτερες ομάδες που είδε το παγκόσμιο ποδόσφαιρο.

Σαν ποδοσφαιριστής δεν κατάφερε να παίξει μπάλα ούτε καν στην ομάδα της ιδιαίτερης πατρίδας του, τη Φουζινιάνο. Η προπονητική του καριέρα όμως ήταν μια εντελώς διαφορετική υπόθεση. Τα πρώτα… θαύματα τα έκανε σαν προπονητής της Πάρμα, οδηγώντας την από την 3η κατηγορία στη Serie A μέσα σε δύο σεζόν, ενώ απέκλεισε και τη Μίλαν στο Coppa Italia. Ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι εντόπισε το ταλέντο του και λίγους μήνες αργότερα τον έχρισε προπονητή της Μίλαν. Ο κόσμος και τα ΜΜΕ, όμως, είχαν αντίθετη άποψη. Αντιμετώπισαν την πρόσληψή του με σκεπτικισμό, κυρίως γιατί δεν είχε να επιδείξει κάτι αξιοσημείωτο σαν ποδοσφαιριστής, αλλά και γιατί πριν ασχοληθεί με την προπονητική ήταν τσαγκάρης! Όταν κλήθηκε να σχολιάσει το γεγονός στην επίσημη παρουσίασή του από τη διοίκηση της Μίλαν η απάντησή του ήταν επική...
«Για να γίνεις αναβάτης, δεν χρειάζεται να ήσουν άλογο στο παρελθόν!».Έμεινε στην ιστορία και ουσιαστικά αντιπροσωπεύει τον καθένα που θέλει να κάνει καριέρα προπονητή χωρίς στο παρελθόν να έχει παίξει ποδόσφαιρο υψηλού επιπέδου.

Το ίδιο αφοπλιστικές ήταν και οι πρώτες κουβέντες του προς τους ακριβοπληρωμένους αστέρες της Μίλαν, στην πρώτη προπόνηση της ομάδας. «Μπορεί να μην έπαιξα μπάλα, μπορεί να προέρχομαι από το Φουζινιάνο, αλλά εσείς τι έχετε κερδίσει στην καριέρα σας;».

Το τι ακολούθησε είναι γνωστό και έχει καταγραφεί στα βιβλία της ιστορίας. Οδήγησε τη Μίλαν στην κατάκτηση του πρώτου της τίτλου έπειτα από 9 χρόνια, και στη συνέχεια στην κατάκτηση Κυπέλλων Πρωταθλητριών (η τελευταία ομάδα που κατέκτησε δύο σερί τρόπαια, το 1989 και το 1990), Ευρωπαϊκών Σούπερ Καπ και Διηπειρωτικών Κυπέλλων, ενώ καθοδήγησε την Εθνική Ιταλίας στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1994 όπου έχασε από τν Βραζιλία στα πέναλτι (με τη διάσημη άστοχη εκτέλεση του Ρομπέρτο Μπάτζιο).