Τα φιλικά παιχνίδια, δεν είναι τίποτε άλλο από φιλικά. Το μόνο που ξέρεις γι’ αυτά, είναι ότι δεν πρέπει να βγάζεις συμπεράσματα, σχεδόν για τίποτε.

Η βρετανική «συμπλεγματικότητα», ωστόσο, όπως εκδηλώνεται ασυλλόγιστα στα ΜΜΕ από το… εδεμικό 1966 και εντεύθεν, τα έχει μετατρέψει σε… τεστ νεύρωσης για την εθνική αγγλική ομάδα, κάνοντάς τα να λειτουργούν σαν καθρέφτης του παρόντος και του μέλλοντος, με άλλα λόγια, σαν διηθητικό κάτοπτρο της συσσωρευμένης… μιζέριας αλλά και των έστω μισοκοιμισμένων προσδοκιών.

Το ίδιο ακριβώς και την περασμένη εβδομάδα, που τα «νεανικά λιοντάρια» του Χόγκτσον πέρασαν, σε χρόνο ρεκόρ, από τη θεαματική απογείωση του Βερολίνου, στην αποκαρδιωτική προσγείωση του Γουέμπλεϊ, αφού μετά το εντυπωσιακό διπλό (και την ανατροπή) εναντίον της παγκόσμιας πρωταθλήτριας Γερμανίας -την καλύτερη εμφάνιση της Αγγλίας από το μυθικό 5-1 του Σεπτεμβρίου 2001 στο Μόναχο, σύμφωνα με τον Γκλεν Χοντλ- ήρθε έπειτα από τρεις ημέρες η εντός έδρας ήττα από την άοσμη και άγευστη τωρινή ομάδα της Ολλανδίας.

Ωστόσο, αυτήν τη φορά, η αντίδραση δεν ήταν η συνήθης -το λιποθυμικό σκαμπανέβασμα στο σκοτεινό ασανσέρ του συναισθηματισμού-, καθώς η εξαιρετική παρουσία των «νέων παιδιών», ακόμη και του 28χρονου
Βάρντι, ο οποίος, παρά την ηλικία του, θεωρείται «νέος» στην εθνική ομάδα, κράτησε σε πρώτο πλάνο τις υποσχέσεις για το μέλλον.

Ιδία η ακμαία ραχοκοκαλιά της Τότεναμ (Κέιν, Άλι, Ντάιερ, Γουόκερ, Ρόουζ) - άλλο ένα θαυμαστό δημιούργημα του εξαίρετου Ποκετίνο, ο οποίος στη σχεδόν τριετή θητεία του στην Πρέμιερ Λιγκ σε Σαουθάμπτον και Σπερς αντίστοιχα, πρόσφερε στην Εθνική Αγγλίας εννέα (!) νέους διεθνείς - φαίνεται να εκφράζει το απαύγασμα των ελπίδων των Άγγλων να επανέλθουν, τα επόμενα χρόνια, σε ρόλο πραγματικού πρωταγωνιστή στις διεθνείς διοργανώσεις.

Όλα, αυτά, βεβαίως, θα πρέπει να επιβεβαιωθούν την ώρα της κρίσης, στο γήπεδο. Εκεί, όπου, δυστυχώς, τα «λιοντάρια» δεν καταφέρνουν να δείξουν τα δόντια τους. Ίδωμεν…

Μιχάλης Παπαδόπουλος