Οι περισσότερες αναλύσεις για την κρίση στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ο Φαν Χάαλ (και ο Μόγιες) απέτυχε γιατί θέλησε να διαφοροποιήσει την αγωνιστική κουλτούρα της ομάδας.

Οι αναλύσεις για την κατάσταση στη Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ την τελευταία τριετία δίνουν και παίρνουν στην Αγγλία και όχι μόνο. Η γενική άποψη είναι ότι ο σύλλογος περνά κρίση ταυτότητας, μοιάζει δηλαδή να μην έχει ξεκάθαρο προσανατολισμό. Είναι αρκετοί αυτοί που το θεωρούν φυσιολογικό, βασιζόμενοι στη θεωρία του κύκλου που έκλεισε. Δηλαδή, μετά από 20 χρόνια κυριαρχίας και με το τέλος της εποχής Φέργκιουσον, να διανύσει λογικά η Γιουνάιτεντ μία περίοδο κάμψης. Μπορεί να είναι και έτσι, αλλά σίγουρα το θέμα είναι πιο βαθύ.

Από όλες λοιπόν τις αναλύσεις ξεχωρίζει μία. Η απομάκρυνση από τον «τρόπο της Γιουνάιτεντ». Του επιθετικού ποδοσφαίρου, της επιμονής, της ταχύτητας, της μαχητικότητας. Ακόμη και την εποχή που οι «κόκκινοι διάβολοι» ζούσαν στη σκιά άλλων ομάδων, όταν για 2,5 δεκαετίες προσπαθούσαν να επανέλθουν στην κορυφή, το πνεύμα ήταν εμφανές. Ενέργεια στο γήπεδο, αυταπάρνηση και επιθετικό ποδόσφαιρο. Μπορεί να μην είχε επιτυχίες, μπορεί να έπεσε και κατηγορία, αλλά τη φιλοσοφία την ακολουθούσε.

Με τον Σερ Άλεξ ο τρόπος της Γιουνάιτεντ έγινε πατέντα, τελειοποιήθηκε. Ο Σκοτσέζος ανέλαβε σε δύσκολη εποχή, πάτησε πεπονόφλουδες, είχε αποτυχίες. Σταδιακά, όχι μόνο κατάφερε να πάρει πρωτάθλημα, αλλά έκανε τη Γιουνάιτεντ κυρίαρχο στην Αγγλία και μέλος της ευρωπαϊκής ελίτ. «Απέναντί μας οι ομάδες έδιναν αγώνα για τη ζωή τους», είχε πει κάποτε ο Φέργκιουσον. Αυτό όμως ίσχυε και για τη δική του ομάδα, όλα αυτά τα χρόνια. Είτε αγωνιζόταν κόντρα στην Μπρέντφορντ ή κόντρα στην Μπαρσελόνα.

Σίγουρα, η επιλογή του Μόγιες στη θέση του Σερ Άλεξ ήταν λανθασμένη. Άργησαν στο Ολτ Τράφορντ, αλλά το κατάλαβαν και τον απέλυσαν. Για τον Φαν Χάαλ όμως κανένας δεν αμφέβαλλε ότι ήταν ιδανική λύση. Ειδικά μετά το Μουντιάλ του 2014, όταν η παρουσία της Ολλανδίας... ανάγκασε τα ΜΜΕ να του προσδώσουν τον χαρακτηρισμό προπονητής-ιδιοφυία. Και όμως όλα πήγαν στραβά τα τελευταία τρία χρόνια. Υπάρχουν η αιτίες.

Η ξένη σφραγίδα

Τόσο ο Μόγιες, όσο και ο Φαν Χάαλ, προσπάθησαν να βάλουν τη δική τους σφραγίδα, να αλλάξουν τον τρόπο της Γιουνάιτεντ. Ο Σκοτσέζος έχει τα ελαφρυντικά του, αφού επί θητείας του η μόνη προσθήκη ήταν ο Φελαϊνί. Παρέλαβε μία ομάδα που είχε πολλές αδυναμίες. Ο Σερ Άλεξ, στις τελευταίες του επιλογές, είχε πέσει έξω, υπερεκτιμώντας αρκετούς παίκτες, όπως οι Έβανς, Βαλένσια, Γιανγκ, Τζόουνς κτλ. Η άμυνά του είχε στις δύο τελευταίες χρονιές σοβαρά προβλήματα, η μεσαία γραμμή μετά την αποχώρηση Κιν δεν ήταν ποτέ η ίδια. Και όλα αυτά σε μία φάση όπου η ραχοκοκκαλιά... πήγαινε για σύνταξη. Σκόουλς, Γκιγκς, Βίντιτς, Φέρντιναντ, Νέβιλ. Είχε ξανακάνει λάθη ο Φέργκιουσον και στο παρελθόν, αλλά τα διόρθωνε άμεσα. Και ποτέ δεν ξέφευγε από τη φιλοσοφία, είτε είχε σούπερ υλικό είτε απλά καλό. Ενέργεια, επίθεση και επιμονή μέχρι το 90’ και βάλε. Ο Μόγιες, για να επανέλθουμε σε αυτόν, ήξερε έναν τρόπο και τον ακολούθησε. Αυτόν της Έβερτον…. Άλλο Έβερτον, άλλο Γιουνάιτεντ. Απέτυχε.

Ταχύτητα;;;

Ο Φαν Χάαλ έφερε πριν από χρόνια επανάσταση στο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο. Και κάθε τόσο έβαζε το στίγμα του. Πηγαίνοντας στο Ολντ Τράφορντ ήξερε πως θα έπρεπε να κάνει αρκετές αλλαγές στην ομάδα. Στα πρόσωπα. Ζήτησε τον χρόνο του και όταν προπέρυσι το Καλοκαίρι μιλούσε για πιθανή κατάκτηση πρωταθλήματος σε μία τριετία (του χρόνου δηλαδή), κανένας δεν αντέδρασε. Έκανε μετεγγραφές, έφερε κοτζάμ Ντι Μαρία, Φαλκάο, απέκτησε νεαρούς αλλά ταλαντούχους, όπως ο Μπλιντ, ο Σο, ο Ερέρα.

Η πρώτη χρονιά πέρασε με πολλά σκαμπανεβάσματα και μερικές πολύ άσχημες βραδιές, αλλά τουλάχιστον η Μάντσεστερ επανήλθε στο Τσάμπιονς Λιγκ. Το περασμένο Καλοκαίρι η Διοίκηση... του άνοιξε ακόμη περισσότερο... την κάνουλα του ταμείου. Ο Φαν Χάαλ από την 1η μέρα μίλησε για την ανάγκη να έλθουν παίκτες με ταχύτητα, γρήγορα πόδια. Και όλοι υπολόγισαν ότι η Μάντσεστερ θα κινηθεί στο κλασικό της μοντέλο. Αμ δε, ο Φαν Χάαλ ήθελε να φτιάξει τη δική του Γιουνάιτεντ. Μία ομάδα που έπαιζε ακαδημαϊκό, αργό ποδόσφαιρο.

Ο Ολλανδός το αποκαλεί ποδόσφαιρο κυριαρχίας. Πάσες, πασίτσες, με το βλέμμα προς τα πλάγια και προς τα πίσω, αντί για μπροστά. Για το μέγεθος της Γιουνάιτεντ, αλλά και για τα δεδομένα της Πρέμιερ Λιγκ, όπου όλοι οι αντίπαλοι... δαγκώνουν, αυτό το μοντέλο ήταν καταδικασμένο. Πολλοί στάθηκαν στη βελτίωση (στατιστικά) της άμυνας. Λογικό, όταν μία ομάδα παίζει τόσο συντηρητικά, να μην κινδυνεύει συχνά. Πολλοί αναλυτές βάζουν εδώ μία άλλη παράμετρο. Αλλά από επίθεση, γιοκ. Η Γιουνάιτεντ είναι η ομάδα με τις λιγότερες τελικές προσπάθειες. Η ομάδα που δεν πατά περιοχή. Από ταχύτητα, μηδέν. Η πιο αργή και προβλέψιμη.

Όταν το τέμπο ανεβαίνει, ο κεντροαμυντικός της χώρος υποφέρει, αφού οι πλείστες ομάδες στο πρωτάθλημα διαθέτουν ταχύτητα. Η γύμνια της στην Ευρώπη, ακόμη πιο χαρακτηριστική. Σε έναν όμιλο που άλλες χρονιές θα έκανε περίπατο, έμεινε 3η, με δύο νίκες και εμφανίσεις για κλάματα. Υπάρχουν φυσικά τα κενά στο υλικό. Ανεβασμένος ο Σμόλινγκ, αλλά υπάρχει θέμα γενικώς πίσω. Ταλέντο ο Μαρσιάλ, αλλά όχι για να σηκώνει ακόμη τόσο μεγάλο βάρος. Καλός και εξελίξιμος ο Λίνγκαρντ, αλλά όχι για να είναι παίκτης πρώτης γραμμής σε έναν τέτοιο σύλλογο. Είναι και ο Ρούνεϊ. Που στο παρελθόν έκανε μεγάλα ματς σαν σέντερ φορ. Αλλά, στο παρελθόν. Όταν η Γιουνάιτεντ επιτίθετο με πολλούς παίκτες και χίλιους τρόπους.

Θα αντιληφθεί επιτέλους το πρόβλημα;

Η απομάκρυνση από την παράδοση και η προσπάθεια αλλαγής μοντέλου ήταν το μέγιστο λάθος του Φαν Χάαλ. Πολλές ομάδες αλλάζουν φιλοσοφία, αλλά καμία δεν τολμά να αλλάξει την επιτυχημένη. Ειδικά σε χρόνο ρεκόρ. Οι οπαδοί της Γιουνάιτεντ, ανά το παγκόσμιο, ανέχονται τις ήττες, αλλά δεν ανέχονται τη μιζέρια στον τρόπο παιχνιδιού. Τα αγγλικά ΜΜΕ γράφουν πως η εμφάνιση του πρώτου ημιχρόνου απέναντι στην Τσέλσι (με κίνηση, ενέργεια, γρήγορες πάσες, πρέσινγκ, πάθος και επιθετικότητα) ίσως είναι δείγμα ότι ο Φαν Χάαλ κατάλαβε πως όσο σπουδαίος και αν είναι δεν μπορεί να κάνει το κεφαλιού το στο Ολντ Τράφορντ. Αυτό άφησε να νοηθεί και στη συνέντευξη Τύπου. Ίσως… γιατί ο Ολλανδός έχει αποδείξει, με δηλώσεις και ενέργειές του, ότι είναι απρόβλεπτος.