Τα περισσότερα παιχνίδια της Γιουνάιτεντ φέτος δεν «τελειώνουν» στο ενενήντα ή στο ενενήντα κάτι, αλλά κάπου στην αρχή ή στη μέση του δευτέρου ημιχρόνου.

Είναι η ώρα που ο Φαν Χάαλ αποφασίζει να ρίξει στον αγώνα τον Φελαϊνί, για να… αλλάξει τη ροή των συμβαινόντων στον αγωνιστικό χώρο.

Τότε καταλαβαίνεις ότι το ποδόσφαιρο έχει τελειώσει -με όλη τη σημασία της λέξης-, καθώς το «σύστημα» να πάει η μπάλα στο κεφάλι του Βέλγου όπου κι αν βρίσκεται στον αγωνιστικό χώρο (με αναπάντητο, βεβαίως, το ερώτημα «να την κάμει τι;»), αντικαθιστά κάθε τακτική, κάθε έννοια σύγχρονου επιθετικού ποδοσφαίρου.

Είναι η στιγμή, δηλαδή, που αντιλαμβάνεσαι ότι ο Ολλανδός έχει πετάξει, από τακτική άποψη, λευκή πετσέτα, προσφέροντας στην αντίπαλη ομάδα τη δυνατότητα να εφαρμόσει τις πιο εύκολες και αποδοτικές τεχνικές εξουδετέρωσης που υπήρξαν από καταβολής του ποδοσφαίρου.

Ακόμη χειρότερα, δε, όταν ο Χουάν Μάτα (ο πιο δημιουργικός μεσοεπιθετικός των «κόκκινων διαβόλων») μένει, για ανεξήγητους λόγους, στον πάγκο, συναισθάνεσαι πως από την αρχή υπάρχει πρόβλημα, κι ότι η MU είναι καταδικασμένη να παίξει ένα αναχρονιστικό ποδόσφαιρο μονότονης και άγονης κατοχής, που έχει ως αποτέλεσμα να δούμε αυτό που συνέβη στο Ολντ Τράφορντ την περασμένη Τετάρτη με την Αϊντχόφεν, για πρώτη φορά ίσως εδώ και δεκάδες χρόνια: Οι φίλαθλοι των reds να γιουχάρουν ομάδα και προπονητή, μη αντέχοντας άλλο την κακοποίηση του ποδοσφαίρου, την οποίαν ανήγαγαν σε… τέχνη οι ομάδες του Μόις και του Φαν Χάαλ τα τελευταία τρία χρόνια.

Το ερώτημα είναι, μέχρι πού μπορεί να πάει μια ομάδα η οποία δεν μπορεί να δημιουργήσει και έχει ως μοναδικό… «game changer» έναν παίκτη σαν τον Φελαϊνι! Η απάντηση είναι αυτονόητη. Η MU, ωστόσο, με την εξαιρετικά αποτελεσματική αμυντική λειτουργία που παρουσιάζει, αν αρχίσει να βελτιώνεται και μεσοεπιθετικά, ίσως καταφέρει να αλλάξει τη μοίρα της, τουλάχιστον στο πρωτάθλημα… Ίδωμεν.

Μιχάλης Παπαδόπουλος