Ο Bob Cousy μπορεί να μη σου γέμιζε το μάτι, όμως έγινε αστέρι πρώτης σειράς στο ΝΒΑ

Ο Bob Cousy δεν υπήρξε ποτέ το αρχέτυπο του μπασκετμπολίστα. Με ύψος 1,85μ. και βάρος σχεδόν 80 κιλά, όχι και τόσο υποδειγματική μηχανική στο σουτ (σούταρε με το ένα χέρι) και υποτυπώδη αθλητικά προσόντα, ο «Cooz» δεν διέθετε ποτέ την πρώτη ύλη που πλάθει τους σούπερ σταρ στο μπάσκετ. Κι όμως, όχι μόνο έγινε αστέρι πρώτης σειράς στο ΝΒΑ, αλλά και ένας από τους σπουδαιότερους πόιντ γκαρντ που πέρασαν από το πρωτάθλημα.

Ο λόγος δεν είναι άλλος από το allegro, διορατικό και γεμάτο φαντασία παιχνίδι του, το οποίο τον διαχώριζε από κάθε άλλον παίκτη τη 13ετία που έπαιξε στο ΝΒΑ, από το 1950 έως το 1963. Στην ασπρόμαυρη εποχή του ΝΒΑ, ο Bob Cousy έβλεπε το μπάσκετ μέσα από ένα πρίσμα που πολύ λίγοι παίκτες έχουν καταφέρει. Πάσαρε σαν τον Steve Nash, διασκέδαζε στο γήπεδο σαν τον Magic Johnson και έκανε τους συμπαίκτες του καλύτερους, όπως ο John Stockton. Ήταν ο πρώτος fun to watch παίκτης στην ιστορία του ΝΒΑ.

Ο «Magic» του ασπρόμαυρου ΝΒΑ

Έδινε πάσες χωρίς να βλέπει, πίσω από το κεφάλι, πίσω από τη μέση. Κανείς δεν μπορούσε να «σπρώξει» μία ομάδα στον αιφνιδιασμό καλύτερα από αυτόν. Κανείς δεν έδινε outlet πάσες 15-20 μέτρων σαν αυτόν.

Ήξερε ανά πάσα στιγμή πού ήταν ο κάθε συμπαίκτης του - και πώς να τον βρει. Ήταν σχεδόν αδύνατο να προβλέψει κανείς τι θα κάνει στο γήπεδο, ένα στυλ μπάσκετ που δεν είχε και πολλούς μιμητές εκείνα τα χρόνια.

Ο Cousy ήταν ο «Magic» του ΝΒΑ - 30 χρόνια πριν από τον Magic. Εξού και το παρατσούκλι «Χουντίνι». Πάνω απ' όλα, βέβαια, ήταν ο κινητήριος μοχλός της μεγαλύτερης δυναστείας στην ιστορία του ΝΒΑ.

«Οι Celtics δεν θα ήταν αυτοί που είναι χωρίς αυτόν. Δημιούργησε το μπάσκετ σε αυτή την πόλη. Εάν είχε παίξει στη Νέα Υόρκη θα ήταν τόσο σπουδαίος, όσο και ο Babe Ruth», είχε πει κάποτε ο Walter Brown, ο πρώτος ιδιοκτήτης των Celtics, για τον Robert Joseph Cousy, ο οποίος γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου 1928 στο Manhattan και ήταν γόνος Γάλλων μεταναστών. Μεγάλωσε σε ένα γκέτο της Νέας Υόρκης και από μικρή ηλικία του άρεσε το μπάσκετ. Δεν το έβαλε κάτω ακόμα κι όταν κόπηκε δύο φορές από την ομάδα του Highschool. Ίσα-ίσα που έγινε καλύτερος μέσα από ένα ατύχημα.

Στα 13 του χρόνια έπεσε από ένα δέντρο και έσπασε το δεξί χέρι, με συνέπεια να κάνει προπόνηση με το αριστερό. Έμαθε να χρησιμοποιεί τόσο καλά το αριστερό χέρι, που αναβάθμισε όλο το παιχνίδι του. Τα επόμενα χρόνια ο Cousy κέρδισε υποτροφία στο πανεπιστήμιο Holly Cross της Μασαχουσέτης (λίγα χιλιόμετρα έξω από τη Βοστώνη) και εκεί έφτιαξε το όνομά του, αν και τη δεύτερη χρονιά ο προπονητής του τον κρατούσε στον πάγκο επειδή θεωρούσε ότι κάνει υπερβολική επίδειξη ικανοτήτων μέσα στο γήπεδο με τις φαντεζί κινήσεις του! Τόσο αντισυμβατικό έμοιαζε το στυλ παιχνιδιού του εκείνα τα χρόνια...

Ο Cousy έγινε σύντομα ένα από τα μεγαλύτερα αστέρια του κολεγιακού μπάσκετ και το 1950 οδήγησε μάλιστα τον «μικρό» Holly Cross μέχρι τον τελικό τουρνουά του NCAA. Την ίδια χρονιά άπαντες περίμεναν ότι στο draft του ΝΒΑ θα τον επιλέξουν οι Celtics στο νούμερο 1. Ωστόσο οι «κέλτες» προτίμησαν έναν σέντερ (τον Chuck Share), με αποτέλεσμα να επιλεγεί στο νούμερο 3 από τους Tri-Cities Blackhawks. Εν τέλει, βέβαια, κατέληξε στη Βοστώνη μέσα από ένα παράξενο παιχνίδισμα της μοίρας.

Η κλήρωση που τον έστειλε στη Βοστώνη

Ο 22χρονος, τότε, Cousy δεν ήθελε να παίξει στους Blackhawks. Είχε πει κάποτε: «Μου έλεγαν “συγχαρητήρια Cooz, σε επέλεξαν οι Tri-Cities Blackhawks” και εγώ τους έλεγα: “επειδή δεν ήμουν καλός μαθητής και κοιμόμουν στη γεωγραφία... που στο διάβολο είναι οι Tri-Cities;”». Ο λόγος πάντως που δεν ήθελε να πάει τότε στους Blackhawks ήταν η δουλειά του. Ο Cousy είχε φτιάξει εκείνη την εποχή μία Σχολή οδήγησης στη Μασαχουσέτη και το ΝΒΑ δεν ήταν δα και τόσο σπουδαίο ακόμα, ώστε να τα παρατήσει όλα για 6.000 δολάρια ετησίως, μισθός που του προσέφεραν τότε οι Blackhawks.

Κάπως έτσι η ομάδα των Tri-Cities αποφάσισε να τον κάνει ανταλλαγή στους Chicago Stags. Μόνο που οι Stags διαλύθηκαν πολύ πριν από την έναρξη της σεζόν 1950-51, αφήνοντας ξεκρέμαστο τον Cousy και τους άλλους δύο παίκτες που είχαν στο ρόστερ τους, τον Max Zaslofsky (πρώτο σκόρερ του ΝΒΑ την προηγούμενη σεζόν) και τον Andy Phillip. Κάτι έπρεπε να γίνει και ο τότε κομισάριος του ΝΒΑ Maurice Podoloff αποφάσισε να τους μοιράσει με... δημοκρατικές διαδικασίες στις τρεις παλαιότερες ομάδες της λίγκας, τους Knicks, τους Warriors και τους Celtics.

Στην κλήρωση που έγινε οι ιδιοκτήτες των τριών ομάδων κλήθηκαν να τραβήξουν μέσα από ένα καπέλο ένα χαρτάκι που ανέγραφε το όνομα του κάθε παίκτη. Όλοι ήθελαν τον Zaslofsky. Ο Cousy, δε, ήταν ο μόνος που δεν ήθελε ο Walter Brown. Και φυσικά αυτόν πήρε! Που να ΄ξερε τι θα επιφύλασσε στο μέλλον ο ιδιοκτήτης των Celtics, που δήλωσε τότε «όταν τράβηξα το όνομα του Cousy κόντεψα να πέσω στο πάτωμα...».

Ο Cousy υπέγραψε συμβόλαιο στους «κέλτες» έναντι 9.000 δολαρίων ετησίως και από την πρώτη χρονιά του βάλθηκε να διαψεύσει τόσο τον Walter Brown, όσο και τον Red Auerbach. Στη Βοστώνη κατέκτησε έξι τίτλους, έγινε 13 φορές All Star, ψηφίστηκε 10 φορές στην καλύτερη πεντάδα της χρονιάς, το 1957 πήρε το βραβείο του MVP και ήταν επί οκτώ συνεχόμενα χρόνια ο πρώτος σε ασίστ στο πρωτάθλημα.

«Έκανε πράγματα που δεν είχαν γίνει στο παρελθόν»

Στα 14 χρόνια που έπαιξε στο ΝΒΑ με τους Celtics (από το 1950 έως το 1963) και τους Royals (τη σεζόν 1969-70 σε ηλικία 41 ετών, έξι χρόνια μετά την απόσυρσή του) είχε 18,4 πόντους, 7,5 ασίστ και 5,2 ριμπάουντ κατά μέσο όρο. Είναι φυσικά μέλος του Hall Of Fame από το 1971 και η φανέλα του με το νούμερο 14 έχει αποσυρθεί προ πολλού από τους Boston Celtics.

«Εάν ο George Mikan ήταν ο πρώτος μεγάλος σταρ του ΝΒΑ, ο Bob Cousy ήταν ο δεύτερος» είχε πει κάποτε ο Marty Glickman, ένας από τους πρώτους ραδιοφωνικούς εκφωνητές του ΝΒΑ. «Έκανε πράγματα με τη μπάλα στα χέρια που δεν είχαν γίνει στο παρελθόν».