Ποιος είναι ο καλύτερος, λοιπόν; Κάθε χρόνο το ίδιο ερώτημα, που παραμένει, ωστόσο, αναπάντητο, όσες απαντήσεις κι αν δίνονται, ακόμη κι αν αυτές είναι αποτυπωμένες στη «γνωμοδότηση» της κάλπης της ΦΙΦΑ.
Φέτος ήταν ο Κριστιάνο, πέρυσι ο Μέσι, πρόπερσι πάλι ο Αργεντινός - οι δύο τους μοιράζονται τον τίτλο τα τελευταία έξι χρόνια, σαν να έχουν μετατρέψει τον ανταγωνισμό σε… μονόπολη.
Μόνο που κανείς δεν μπορεί, τελεσίδικα και «αντικειμενικά» -αν υπάρχει τέτοιο πράγμα στον κλήρο μιας προσωπικής προτίμησης-, να αποφανθεί αν είναι ο ένας ή ο άλλος ο καλύτερος.
Άλλωστε, πλέον η διαφωνία έχει φτάσει στα όρια του ακραίου οπαδισμού, αφού οι δύο αδιαφιλονίκητοι αστέρες του παγκόσμιου ποδοσφαίρου έχουν οι ίδιοι αναρίθμητους φαν ανά την οικουμένη.
Συμβάλλει, ταυτόχρονα, και η αβυσσαλέα αντιπαλότητα ανάμεσα στις Ρεάλ - Μπάρτσα, που, θέλοντας και μη, στο ταλέντο των δύο μεγαλύτερων ποδοσφαιριστών της εποχής, προσωποποιείται.
Ενίοτε, δε, η αντιπαλότητα και το ζύγιασμα της κρίσης διαλαμβάνει και εθνικά χαρακτηριστικά, και ασφαλώς το χρώμα του… εταιρικού συμφέροντος, που ντύνει και διαφημίζεται από τους δύο απόλυτους σουπερστάρ.
Σ’ αυτά τα έξι χρόνια που ο Αργεντινός και ο Πορτογάλος εναλλάσσονται στην κορυφή, μόνον τέσσερις, επί της ουσίας, ποδοσφαιριστές απείλησαν την πρωτοκαθεδρία τους: Αυτοί είναι οι Ινιέστα, Τσάβι, Ριμπερί και Σνάιντερ, παρότι ο τελευταίος, τη χρονιά του απόλυτου ατομικού και ομαδικού θριάμβου του (2010), δεν αξιώθηκε να συμπεριληφθεί καν μέσα στην πρώτη τριάδα - αποκλεισμός που αποτελεί μιαν από τις πιο μελανές στιγμές του πολλαχόθεν βαλλομένου θεσμού της Χρυσής Μπάλας.
Προσωπικά, δεν θα μπω στην αδιέξοδη διελκυστίνδα περί του καλυτέρου, αν και μπορεί να έχω άποψη για την κάθε ξεχωριστή χρονιά. Εκείνο, όμως, που αποτελεί αδιαφιλονίκητο βίωμα για μένα, είναι ότι η γνώμη μου κινείται, διαρκώς, όπως η μπάλα ανάμεσα στις δύο ρακέτες του πινγκ-πονγκ, σε κάθε πλάνο της ποδοσφαιρικής μεγαλοσύνης τους…
Μιχάλης Παπαδόπουλος
Τα ακίνητα της εβδομάδας




