Το δεύτερο πέρασμα του Τόνι Σαβέβσκι από την Ομόνοια άφησε, κατά σχεδόν κοινή ομολογία, αμφιλεγόμενες εντυπώσεις και συναισθήματα.
Ο Σκοπιανός ήρθε στο τριφύλλι σε μια δύσκολη περίοδο, όχι μόνο για τον ιστορικό σύλλογο, αλλά συνολικά για το κυπριακό ποδόσφαιρο, όπου, πέρα από τις χρόνιες δυσλειτουργίες και παθογένειές του, είχε να αντιπαλέψει και την ισοπεδωτική επέλαση των μνημονιακών παρενεργειών στο αποκορύφωμα της οικονομικής κρίσης.
Σ’ αυτό το σκηνικό, τα γνωστά, «ιδιαίτερα» προβλήματα των πρασίνων την τελευταία διετία κατέστησαν ακόμη περισσότερο επώδυνα και δυσχείριστα, δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο την αποστολή και το έργο του.
Όμως, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί, ότι ο Τόνι, κατά την περυσινή, τουλάχιστον, σεζόν, παρά τις δυσχέρειες, με τη σοβαρότητα και ουσιαστικότητα της δουλειάς του, κατάφερε να δώσει προοπτική, όραμα και προσανατολισμό, σε μια ομάδα που πορευόταν χωρίς πυξίδα στον ωκεανό των προβλημάτων - αγωνιστικών, οικονομικών και όχι μόνον.
Το γεγονός ότι οι πράσινοι, σε μια διαφαινόμενη εξ αρχής καταστροφική χρονιά, μπόρεσαν να σταθούν όρθιοι, να μπουν στη διεκδίκηση ακόμη και αυτού του τίτλου και να παίξουν, για μεγάλα χρονικά διαστήματα, κατά πάγκοινη ομολογία, το καλύτερο ποδόσφαιρο στο πρωτάθλημα, οπωσδήποτε πρέπει να θεωρηθεί, πρωτίστως, έργο δικό του. Το επίτευγμα, δε, της εξόδου στην Ευρώπη, δημιούργησε τις προϋποθέσεις, ώστε οι πράσινοι να αρχίσουν να ονειρεύονται μιαν ακόμη καλύτερη συνέχεια φέτος.
Όμως, ο πρόωρος, ακόμη μια φορά, ευρωπαϊκός αποκλεισμός, έφερε, άμεσα, στην επιφάνεια τα δυσεπίλυτα αγωνιστικά προβλήματα της ομάδας, απόρροια ενός «ελλειμματικού» προγραμματισμού, που δεν άργησαν να φανούν νωρίς και στο πρωτάθλημα, λόγω, κυρίως, ενός βεβαρημένου αγωνιστικού προγράμματος. Η απόλυσή του ήρθε ως φυσική συνέπεια όλων αυτών των προβλημάτων, όμως, έφυγε, κι αυτήν τη φορά, σαν τζέντλεμαν, αφήνοντας ένα ατράνταχτο υπόδειγμα σοβαρότητας να φωτίζει το πολύπαθο ποδόσφαιρό μας.




