Είναι το χειρότερο ξεκίνημα της Τσέλσι στη σύγχρονη ιστορία της, το χειρότερο ξεκίνημα πρωταθλήτριας ή πρωταγωνίστριας ομάδας στην ιστορία του αγγλικού ποδοσφαίρου (πάνε πάνω από 115 χρόνια να συμβεί κάτι παρόμοιο, ομάδα δηλαδή της ελίτ να «ξεπέσει» τόσο χαμηλά στο πρώτο περίπου μισό του πρωταθλήματος), και το χειρότερο ξεκίνημα του Μουρίνιο στην καριέρα του.

Η απόλυση, λοιπόν, του Πορτογάλου, ο οποίος επέστρεψε πριν από τρία χρόνια στο Στάμφορντ Μπριτζ με τη φιλοδοξία να γίνει ο… Φέργκιουσον των «μπλε», ήρθε ως φυσικό επακόλουθο της πλήρους αποτυχίας του
συλλόγου να αγγίξει στοιχειωδώς τα στάνταρ και τις απαιτήσεις του.

Η φετινή Τσέλσι όχι μόνο δεν μπορεί να κερδίσει, αλλά παίζει, τις περισσότερες φορές, ένα ποδόσφαιρο που δεν βλέπεται, πείθοντας πως η προοπτική της ανάκαμψης, την έλευση της οποίας υποσχόταν ο Special, ήταν ένα επικίνδυνο ρίσκο που ο Αμπράμοβιτς δεν μπορούσε να αναλάβει πλέον.

Και επιβεβαίωσε, με τον οδυνηρότερο τρόπο για τους Λονδρέζους, αυτό που έχει δείξει η εμπειρία όλα αυτά τα χρόνια για τον άνθρωπο που άλλαξε τη σύγχρονη ιστορία τους: Ότι ο Μουρίνιο - σύμφωνα, επαναλαμβάνουμε, με όλα όσα έχει κάνει μέχρι τώρα στην καριέρα του - είναι ένας μεγάλος two seasons manager, και μετά... τζίφος. Φτιάχνει ομάδες με... πυρίκαυστα υλικά που εκρήγνυνται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, και μετά σωριάζονται καταγής, όπως η στάχτη ενός φαντασμαγορικού πυροτεχνήματος.

Οι λόγοι, βεβαίως, γι’ αυτό, αφορούν σε όλο το φάσμα της δουλειάς ενός μάνατζερ - τις μεθόδους προπόνησης και προετοιμασίας, τον σχεδιασμό και το κτίσιμο της ομάδας, τις τακτικές και τα αγωνιστικά συστήματα, τις προσαρμογές στις αλλαγές που επισυμβαίνουν στο άθλημα, τη διαχείριση του υλικού, τις σχέσεις με τους ποδοσφαιριστές και τα μίντια, κ.τ.λ.

Γι’ αυτό, ίσως μόνον ο ίδιος μπορεί να εξηγήσει, γιατί οι ομάδες του «πεθαίνουν» τόσο γρήγορα.

Μιχάλης Παπαδόπουλος