Οι Χριστοφή, Γκουλόν και Μαργκάσα κάνουν πιο εύκολη τη ζωή του Καϊάφα

Η στιγμή που εδώ και καιρό περίμενε ο Κώστας Καϊάφας πλησιάζει. Με την επανέναρξη του πρωταθλήματος ο Κύπριος τεχνικός θα έχει -για πρώτη φορά στη φετινή σεζόν- όλους τους ποδοσφαιριστές στη διάθεσή του. Τέρμα στους τραυματισμούς, τέρμα και στις δικαιολογίες. Όχι πως ο Καϊάφας επικαλέστηκε ποτέ τις σημαντικές απουσίες για να δικαιολογήσει εμφανίσεις ή αποτελέσματα, ειδικά όπως αυτά κόντρα σε Εθνικό και Δόξα. Ήταν όμως μια πραγματικότητα. Ένα ελαφρυντικό που δεν επέτρεπε στον προπονητή της Ομόνοιας να ανακατέψει την τράπουλά του στον βαθμό που ήθελε και να βρει λύσεις στις αδυναμίες που παρουσίασε μέχρι τώρα η ομάδα του.

Δημήτρης Χριστοφή και Ερόλντ Γκουλόν είναι δύο ισχυρά όπλα στα χέρια της τεχνικής ηγεσίας, ενώ και ο Ρενάτο Μαργκάσα είναι ένα πολυεργαλείο που μπορεί να δώσει σημαντικές βοήθειες. Οι τρεις ποδοσφαιριστές δεν θα προσθέσουν απλώς την ατομική τους ποιότητα στην ομάδα, αλλά θα βοηθήσουν και το σύνολο να γίνει καλύτερο ή, ακόμη, και κάποιους συμπαίκτες τους να βγάλουν τα ατομικά τους χαρίσματα στον αγωνιστικό χώρο.

Ας δούμε όμως τι μπορεί να προσφέρει ο καθένας από τους τρεις παίκτες.

Ποιοτικό βάθος στα χαφ

Ξεκινάμε από τον Μαργκάσα. Ο 30χρονος Πορτογάλος είναι ο πιο παλιός ποδοσφαιριστής στο ρόστερ του «τριφυλλιού», αφού βρίσκεται για 5η σερί σεζόν στο «Ηλίας Πούλλος» (σ.σ. Γιωργαλλίδης, Χριστοφή ήρθαν νωρίτερα στην ομάδα, αλλά αποχώρησαν και επέστρεψαν ξανά). Διαθέτει εμπειρία, ποιότητα, πάθος και σπάνια θα δώσει κάτι λιγότερο από τον καλύτερό του εαυτό. Με την επιστροφή του στη δράση ο Ρενάτο Μαργκάσα αυξάνει -ποσοτικά και ποιοτικά- τις επιλογές στη μεσαία γραμμή. Μπορεί να ήταν ο βασικός αριστερός μπακ στην περσινή χρονιά, ωστόσο η απόκτηση των Χαβέζ και Καμπράλ επιτρέπει στον προπονητή του να τον υπολογίζει στη μεσαία γραμμή. Εκεί δηλαδή όπου παρουσιάστηκε σοβαρή έλλειψη ποιοτικού βάθους το τελευταίο διάστημα.

Ο Πορτογάλος μπορεί να προσθέσει ταχύτητα στη μεσαία γραμμή, αλλά και καλύτερη ανασταλτική λειτουργία (σε σχέση με τον Μπεμπέ) σε παιχνίδια που θα το κρίνει σκόπιμο η τεχνική ηγεσία.

Σε πρώτη φάση, ο Μαργκάσα θα επιστρέψει σαν «παγκίτης» και θα περιμένει να δει και αυτός πότε και σε ποια θέση θα τον χρησιμοποιήσει ο Κώστας Καϊάφας. Θυμίζουμε ότι και πέρσι ξεκίνησε τη σεζόν σαν παγκίτης, έκλεισε όμως το πρωτάθλημα όντας ο πρώτος σε χρόνο συμμετοχής (2.138 λεπτά), με μεγάλη διαφορά μάλιστα απο τους υπόλοιπους (+200' από τον δεύτερο Ποτέ και +300' από τον τρίτο Οικονομιδη).

Της έλειψε ο «ψηλός»

Στο δεύτερο μισό της περσινής χρονιάς πήραμε μια πρώτη γεύση από την ποδοσφαιρική αξία του Γκουλόν. Το πόσο σημαντικός είναι όμως για την Ομόνοια το διαπιστώσαμε τους τελευταίους δυόμισι μήνες, διάστημα που απουσίαζε λόγω τραυματισμού. Ο «γίγαντας» επέστρεψε στη δράση, αγωνιζόμενος για περίπου 20 λεπτά στο ντέρμπι με τον Απόλλωνα και με την επανέναρξη του πρωταθλήματος θα είναι σε θέση να πάρει ακόμα και φανέλα βασικού.

Μπορεί ποδοσφαιριστές όπως οι Μπεμπέ και Ασίς να διαθέτουν χαρίσματα που δεν έχει κανείς άλλος συμπαίκτης τους, αυτό όμως ισχύει και για τον Γκουλόν. Ο Γάλλος μέσος θα δώσει ύψος, δύναμη και εκτόπισμα στον νευραλγικό χώρο του κέντρου και, φυσικά, μεγαλύτερη ασφάλεια στο ανασταλτικό κομμάτι, συνθέτοντας ένα πολύ δυνατό δίδυμο με τον Γιώργο Οικονομίδη. Πλάι-πλάι οι δυο τους ανυψώνουν ένα «τείχος» μπροστά από την αμυντική τετράδα, κάνοντας από τη μια το έργο των αμυντικών πιο εύκολο και από την άλλη «αποφορτίζοντας» και τον διεθνή Κύπριο μέσο από τα αυξημένα ανασταλτικά καθήκοντα (και τρεξίματα) που είχε όσο καιρό απουσίαζε. Ακόμη και στην απουσία του Οικονομίδη, ο Γκουλόν μπορεί να αναλάβει αυτός ρόλο «6αριού».

Σημαντικές βοήθειες μπορεί να δώσει και στο επιθετικό κομμάτι, όχι μόνο δημιουργώντας για τους συμπαίκτες του αλλά και εκτελώντας. Στο ξεκίνημα της σεζόν τον είδαμε μάλιστα και σε ένα νέο, πολύ διαφορετικό ρόλο. Και άρεσε. Στο επαναληπτικό με την Ντιναμό Μπατούμι, στο ΓΣΠ, ο Γάλλος αγωνίστηκε σε έναν πιο προωθημένο ρόλο, μπροστά από τους Οικονομίδη - Ασίς και πίσω από τον Σέρινταν. Με αυτό τον τρόπο ο Κώστας Καϊάφας ήθελε να εκμεταλλευτεί το ύψος και τη δύναμη του Γάλλου ποδοσφαιριστή, τόσο στη μεσαία γραμμή αλλά και στην αντίπαλη περιοχή. Και τα κατάφερε, αφού ήταν από τους κορυφαίους παίκτες του γηπέδου, αλλά και ο παίκτης που άνοιξε το σκορ κόντρα στους Γεωργιανούς.

Αν χρειαστεί, ο Γκουλόν μπορεί να αγωνιστεί και στο κέντρο της άμυνας. Το έκανε πέρσι με πολύ μεγάλη επιτυχία. Ο ίδιος πάντως δεν κρύβει την επιθυμία/προτίμηση να αγωνίζεται στη μεσαία γραμμή, κάτι που πλέον δεν ανησυχεί την τεχνική ηγεσία, αφού έχει στη διάθεσή της έναν άλλο αμυντικό μέσο, που καθιερώθηκε ως στόπερ και είναι και εξαιρετικός: τον Ρομαρίκ.

Μετά τον «Τζίμη», το «χάος»

Αυτό που γράψαμε πιο πάνω για τον Γκουλόν, ισχύει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό για τον Χριστοφή. Το κενό που άφησε πίσω του αποχωρώντας για τη Σιόν της Ελεβετίας ήταν μεγαλύτερο, ακόμα και από αυτή την προσφορά του διεθνούς επιθετικού. Και για αυτό δεν ευθύνεται φυσικά ο ίδιος. Η προσφορά του κατά τη διάρκεια της πενταετούς παρουσίας του στο «τριφύλλι» ήταν μεγάλη. Απλώς ήταν πολύ μικρή η συνεισφορά της συντριπτικής πλειοψηφίας των ακραίων επιθετικών που αποκτήθηκαν μετά την αποχώρησή του (καλοκαίρι του 2013).

Πλατινί, Τειλορ, Μενγκόλο, Αλίπιο, Φοφανά, Ρούμπιο αποδείχθηκαν «λίγοι», ενώ το ίδιο ισχύει και για τον Εζέ. Κιρμ και Ράμος (σαν ακραίος επιθετικός) έδωσαν πολύ περισσότερα, αλλά και πάλι δεν έφτασαν τις πτήσεις του «Τζίμη». Ο Μπαντιμπάνγκα, ο οποίος έκανε πολύ καλό ξεκίνημα με το «τριφύλλι» στο στήθος, δείχνει να έχει όλα τα φόντα -και τα χαρακτηριστικά- για να προσφέρει πολλά στην ομάδα και μαζί με τον Χριστοφή αναμένεται να είναι τα βασικά «φτερά» της ομάδας.

Για τον Χριστοφή δεν χρειάζεται να προσθέσουμε κάτι άλλο. Στην περίπτωσή του τα λόγια είναι περιττά. Τον ξέρουμε, αυτός με τη σειρά του ξέρει πού βρίσκεται και το μόνο που απομένει να δούμε είναι πότε θα βρει τα πατήματα και τη φόρμα του και να αρχίσει να κάνει ό,τι έκανε πριν από την αποχώρησή του.