ΟΜΟΝΟΙΑ
Φέτος οι «πράσινοι» έχουν την ποιότητα για να μη βρεθούν και πάλι θεατές στο ίδιο έργο


Ούτε και φέτος κατάφεραν οι «πράσινοι» να πραγματοποιήσουν ιδανικό ξεκίνημα στη σεζόν, αφού μόλις στη 2η αγωνιστική γνώρισαν την πρώτη τους ήττα. Και πέρυσι τέτοια περίοδο, στη δεύτερη στροφή του μαραθωνίου, έμειναν στην ισοπαλία (1-1) με τη Σαλαμίνα στο «Αμμόχωστος», αποτέλεσμα που έφερε παρενέργειες. Ακολούθησε η εντός έδρας ήττα από την ΑΕΚ, ενώ μετά από δύο αγωνιστικές ήρθε και η ήττα στο Δασάκι. Με τη συμπλήρωση της 5ης αγωνιστικής η Ομόνοια ήταν ήδη στο -9 από την κορυφή, ενώ έκλεισε τον α΄ γύρο στην 5η θέση και στο -11 από τον πρωτοπόρο ΑΠΟΕΛ.

Το γεγονός ότι στη συνέχεια οι «πράσινοι» αντέδρασαν και με αντεπίθεση διαρκείας βρέθηκαν να έχουν μέχρι και μαθηματικές πιθανότητες για τον τίτλο, είναι κάτι που πρέπει να πιστωθεί στον Κώστα Καϊάφα και τους παίκτες του (αλλά και τη διοίκηση μετά της προσθαφαιρέσεις του Ιανουαρίου). Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η χρονιά χάθηκε από τις αρχές του Φθινοπώρου...

Παρόμοιο σκηνικό είχαμε και τις προηγούμενες δύο σεζόν. Το 2013/14 η Ομόνοια πέτυχε μόλις μια νίκη στις πρώτες τέσσερεις αγωνιστικές και πριν φύγει ο Σεπτέμβριος ήταν ήδη στη 10η θέση με μόλις 4 βαθμούς. Το υπόλοιπο της σεζόν ήταν αναμενόμενα προβληματικό. Σκαμπανεβάσματα στην απόδοση, ασυνέπεια στα αποτελέσματα, τρεις διαφορετικοί προπονητές (Σαβέβσκι, Λοτίνα, Καϊάφας) και 5η θέση στο τέλος της σεζόν.

Ακόμη χειρότερα ήταν τα πράγματα στο ξεκίνημα της σεζόν 2012/13. Το «τριφύλλι» μπήκε με το δεξί στο νέο πρωτάθλημα, επικρατώντας της Αγίας Νάπας (5-0) στις 2 Σεπτεμβρίου, η επόμενη νίκη όμως ήρθε στις 27 Οκτωβρίου (2-0 την Ένωση), με τον απολογισμό του μεσοδιαστήματος να είναι 0-3-2! Η υπερπροσπάθεια του β΄ γύρου και στα πλέι-οφ (με τον Σαβέβσκι στον πάγκο) έφερε απλώς την κατάκτηση της 4ης θέσης και το ευρωπαϊκό εισιτήριο. Το μέγιστο δηλαδή που θα μπορούσε να πάρει η Ομόνοια μετά το τραγικό ξεκίνημα στη σεζόν.

Φέτος είναι αλλιώς
Για μια ομάδα, λοιπόν, που τα τελευταία τρία χρόνια μένει εκτός στόχων από τις πρώτες αγωνιστικές και η οποία για τρεις συνεχόμενες σεζόν προχώρησε σε ισάριθμες αλλαγές προπονητή πριν ακόμα ολοκληρωθεί ο πρώτος γύρος(!), είναι αναπόφευκτο να ξυπνούν δυσάρεστες μνήμες. Λογικό είναι επίσης ο κόσμος να φοβάται ότι γι' ακόμη μία χρονιά θα γίνει θεατής στο ίδιο έργο.

Φέτος, όμως, τα πράγματα είναι διαφορετικά, για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος έχει να κάνει με την ποιότητα και το βάθος που διαθέτει το υφιστάμενο ρόστερ (μετά τις τελευταίες προσθήκες) και ο δεύτερος με την παραμονή του Κώστα Καϊάφα στην τεχνική ηγεσία. Μπορεί να μην τέθηκε επίσημα θέμα απομάκρυνσής του, ωστόσο, το πρόσφατο παρελθόν μας δίδαξε ότι οι απομακρύνσεις προπονητών στο ξεκίνημα της σεζόν δεν έφεραν τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Καλό θα ήταν λοιπόν να δοκιμαστεί και αυτή η τακτική.

Ωστόσο, η βασική διαφορά σε σχέση με το περυσινό ξεκίνημα της σεζόν (και πάλι με τον Καϊάφα στον πάγκο), αλλά και τα προηγούμενα 3-4 χρόνια, είναι πως φέτος ο τεχνικός της Ομόνοιας έχει στα χέρια του ένα ισχυρό και γεμάτο ρόστερ, και μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να κάνει επιτέλους το κάτι παραπάνω. Τι είναι αυτό; Σε πρώτη φάση να αντιδράσει στην πρώτη ήττα της χρονιάς -που δεν έγινε τα τελευταία χρόνια- και να επιστρέψει τάχιστα στις επιτυχίες (το Σάββατο με Δόξα) και ακολούθως να κτίσει ένα νικηφόρο σερί και παράλληλα να παρουσιάσει η ομάδα του ποδόσφαιρο αντάξιο της ποιότητας που διαθέτει πλέον το ρόστερ.
Και αν αυτά τα πρώτα, μικρά στοιχήματα είναι κερδισμένα, τότε η συνέχεια θα βρει τους «πράσινους» πιο ήρεμους, με περισσότερη αυτοπεποίθηση και την απαραίτητη δυναμική για να κάνουν μια πρωταγωνιστική πορεία. Βάσει του έμψυχου δυναμικού, οτιδήποτε λιγότερο από τη διεκδίκηση (όχι απαραίτητα την κατάκτηση) του πρωταθλήματος θα είναι αποτυχία.

Κάπως έτσι προκύπτει και η επιλογή του τίτλου μας περί κρισιμότητας των αγώνων που θα δώσει η Ομόνοια μέσα στον Σεπτέμβριο. Αν οι «πράσινοι» καταφέρουν να κάνουν το «3 στα 3» στα παιχνίδια με Δόξα (εντός), Ανόρθωση (εντός) και Αγία Νάπα, τότε η συνέχεια θα είναι πολύ διαφορετική και δεν θα έχει καμία σχέση με το τι είδαμε τα προηγούμενα χρόνια. Αν όχι, τότε κανείς δεν μπορεί να προβλέψει πώς θα εξελιχθεί η σεζόν και ποια θα είναι η κατάληξή της.