Ο Τσάβι Ερνάντεζ έφυγε από τα γήπεδα ως ένας από τους μεγάλους της ιστορίας. Σίγουρα ο μεγαλύτερος «μπλαουγκράνα» και ίσως ο μεγαλύτερος Ισπανός χαφ που πέρασε ποτέ από τα ισπανικά γήπεδα.

Έπαιξε 24 ολόκληρα χρόνια με τη φανέλα της Μπάρτσα, τα 17 με αυτήν της πρώτης ομάδας, συμβάλλοντας, ίσως όσο κανείς άλλος εντός αγωνιστικού χώρου, στο καταλανικό ποδοσφαιρικό θαύμα της τελευταίας δεκαετίας.

Το ποια είναι η συνεισφορά του στη δημιουργία του σύγχρονου ποδοσφαιρικού μύθου της Μπάρτσα το λέει μόνον η… ζαλιστική αριθμητική των επιτευγμάτων του.

Κέρδισε, σε ατομικό επίπεδο, όσα ελάχιστοι σύλλογοι μπόρεσαν να κερδίσουν σε ολόκληρη την ιστορία τους, ενώ αποτέλεσε τον θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο κτίστηκε το… εξωγήινο αγωνιστικό «καρουζέλ» των «μπλαουγκράνα», που έβγαλε κυριολεκτικά νοκ άουτ τις σπουδαιότερες ομάδες της εποχής.

Βασιλιάς του ρυθμού, ήταν ο άνθρωπος που λάμβανε τις πιο σημαντικές αποφάσεις εντός αγωνιστικού χώρου, γνωρίζοντας πότε να κάνει κράτημα, πότε να «ψυχράνει» τον ρυθμό και πότε να τον «θερμάνει», ώσπου να εκτοξευθεί στο σημείο που δεν μπορούσε να αντιδράσει το σώμα και το μυαλό του αντιπάλου.

Σε μια όμορφη, συναδελφική συνέντευξή του με τον Γκάραχερ λίγο πριν από τον τελικό του Βερολίνου, αποκάλυψε ότι ο ρυθμός και η δυνατότητα να τον ελέγχει σε βαθμό και επίπεδα που δεν μπορούσε να παρακολουθήσει ο αντίπαλος ήταν όλο το μυστικό της Μπάρτσα και των επιτυχιών της. Ως ο… καθ’ ύλην αρμόδιος, ανέφερε πως όταν ξεκινούσε ο πράσινος συναγερμός για… απογείωση του ρυθμού, αυτό γινόταν όχι απλώς με γρήγορες πάσες, αλλά με αστραπιαία flicks της μπάλας, που σάστιζαν και ακινητοποιούσαν τους αντιπάλους.

Μοναδική «σκιά», για τον υπογεγραμμένο, σ’ αυτή την ανεπανάληπτη καριέρα, είναι ο τρόπος που ο Τσάβι αποφάσισε να την τελειώσει. Και, βεβαίως, το ότι δεν βραβεύθηκε ποτέ με το έπαθλο του κορυφαίου, που του άξιζε. Αλλά, αυτά, είναι, απλώς, προσωπικές απόψεις.

Μιχάλης Παπαδόπουλος